Jump to content
  • Revit - Μαθήματα BIM
eupalinos

Οι μηχανικοί προτείνουν λογοτεχνία

Recommended Posts

@ astranalysis

 

Η ενότητα αυτή διαμορφώθηκε πριν ένα χρόνο περίπου από τη δεύτερη σελίδα του (http://www.michanikos.gr/showthread.php?t=4814&page=2), όταν προτάθηκε να έχει αυτή τη μορφή: δηλαδή πέρα από την επιγραμματική πρόταση ενός βιβλίου να υπάρχει και μία σχετική ανταλλαγή απόψεων πάνω στο περιεχόμενό του. Έτσι μετεξελίχθηκε και έτσι φάνηκε σε μένα (και σε κάποιους ακόμη) ότι θα είχε μεγαλύτερη χρησιμότητα για όλους. Γι αυτό επιμείναμε και συντηρήσαμε το νήμα.

Για τους συναδέλφους που (δεν) έχουν τόσο χρόνο όσο και αυξημένη ικανότητα γραπτής έκφρασης ας αρκεστούν σε τίτλους.

 

Μια ελπίδα ακόμη δυστυχώς χαμένη: σημείο των καιρών. Ο tempora, o mores που είπε και ο ρωμαίος ρήτορας.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Η λογοτεχνία είναι δρόμος που συγκινεί και κινεί την εσωτερική αναζήτηση. Στη βάση αυτή δέχομαι καταρχήν πως η συνάντηση του νου με την λογοτεχνία είναι μια καθαρά ιδιωτική υπόθεση. Μοναχική. Επειδή ανασύρει προβληματισμούς για τη ζωή και το θάνατο, και για τα ανθρώπινα πάθη, και για υπαρξιακές καταστάσεις, και για ηθικά διλήμματα, και άρα έχει να κάνει με την εσωτερικότητα της ροπής μας για αυτογνωσία. Σε δεύτερη ανάλυση όμως εύκολα μπορεί να πει κανείς πως η καθαρή βάση όλων των παραπάνω σχετικών προβληματισμών είναι η αναζήτηση της εσωτερικής μας αλήθειας. Και η αναζήτηση αυτή δεν μπορεί να έχει κανένα νόημα αν δεν συνοδεύεται συνειδητά ή ασυνείδητα από κριτική και συγκριτική απόδειξη των θέσεων πάνω στις οποίες θεμελιώνουμε το κύρος της κάθε αλήθειας μας. Εννοώ δηλαδή, πως ακόμα και τις στιγμές που ανεμίζουμε σε κατ΄ ιδίαν συζητήσεις την παντιέρα της βεβαιότητας, πόσο πραγματικά μέσα μας πιστεύουμε ότι εμείς και μόνο κατέχουμε και εκφράζουμε την απόλυτη και αυθεντική άποψη έναντι όλων των άλλων; Πόσο είμαστε βέβαιοι ότι μια άμεση κριτική στη διάρκεια μιας συζήτησης, ή μια έμμεση κριτική στη διάρκεια της αναγνωσης ενός μυθιστορήματος για παράδειγμα, αποκλείεται να μας οδηγήσει στην αναίρεση μιας άποψης, ή στην ανάδειξη κάποιων λογικών αντιφάσεων, ή στον εντοπισμό ενός σφάλματός μας κλπ; Έχω τη γνώμη ότι η ζύμωση που γίνεται στη διάρκεια της κριτικής και της αντικριτικής ενός λογοτεχνικού κειμένου μπορεί να υπερβεί και τους προβληματισμούς του ίδιου του κειμένου (και ναι, Camelot, γιατί οχι και του συγγραφέα?) αλλά και τη μοναχική συνάντηση του αναγνώστη μαζί του. Ακόμα και μια ελλιπώς τεκμηριωμένη ή μερική κριτική έχει κάθε προϋπόθεση να αποτελέσει ιδανική αφετηρία μιας παραγωγικής και ουσιαστικής συζήτησης. Προνόμιο που δεν διατηρούν φυσικά οι κακόβουλες και κακόπιστες, ή και ειρωνικές καμιά φορά, κριτικές προσεγγίσεις.

Σε ότι με αφορά, αποθαρρύνομαι να συμμετέχω περισσότερο στο νήμα αυτό επειδή η προσπάθεια για αναλυτική προσέγγιση των κειμένων φοβάμαι ότι μάλλον κινδυνεύει να εκτιμηθεί σαν μια αναντίρρητη επιδεικτική παρουσίαση παρά σαν μια πρόσκληση για αντίλογο όπως πραγματικά είναι. Και το φόβο μου αυτό τον βασίζω σε κάποιες κατά καιρούς ανάλογες τοποθετήσεις, όπως πχ η πρόσφατη του astranalysis. Αυτό όμως τελικά συμβάλλει στο να αποθαρρύνεται ένας χρήσιμος διάλογος, έτσι δεν είναι;

 

Διότι, εν πάση περιπτώσει, το δραστικό ζητούμενο είναι οι τίτλοι ή η σκέψη πίσω απ΄ τους τίτλους;

 

Πολλοί συνάδελφοι έχουν αποδειχθεί πολύ ικανοί και στο χειρισμό του λόγου (που είναι το μέσον) και στην αναλυτική σκέψη (που είναι ο στόχος). Και όλοι μας νομίζω πως μπορούμε να βρούμε δυο-τρεις ώρες ελεύθερο χρόνο μες στη βδομάδα. Κι αυτός είναι ο μόνος λόγος που επίσης νομίζω πως σε λάθος μεριά αναζητάμε το πρόβλημα.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Ο συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου πέθανε πριν λίγες μέρες, στις 18 Ιουνίου2010, σε ηλικία 88 χρονών. Και μόνο επειδή ήταν ένα κάποιο είδος εν δυνάμει συναδέλφου μας, (εργοδηγός τεχνικού λυκείου), ίσως και να του οφείλουμε μια-δυο κουβέντες εδώ στο φόρουμ. Εντάξει, προσπάθεια χιούμορ έκανα: Το μέγεθος του ανθρώπου αποκλείει τέτοιου είδους συνειρμούς και συμβάσεις.

 

Ζοζέ ντε Σόζα λοιπόν λεγόταν, κι αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα. Σαραμάγκου στα πορτογαλικά, σύμφωνα με τη μόνιμη μεταφράστριά του Αθηνά Ψυλλιά σημαίνει ραπανάκι, κι αυτό ήταν το παρατσούκλι της οικογένειας του συγγραφέα στον τόπο καταγωγής του, που ήταν «το φτωχό και άξεστο χωριό Αζινιάγκα ανάμεσα στον Αλμόντα και τον Τάγο, …δυο μολυσμένα και δύσοσμα ποτάμια …με άτυχους μπάκακες και εξαίσιες σαύρες», ένα χωριό που έδινε πολλά παρατσούκλια, κάποια μάλιστα τελείως άπρεπα και αισχρά, που έκαναν απευθείας αναφορές σε γεννητικά όργανα, ή έστω σε κάποια χειρότερα ζαρζαβατικά, πχ αγγούρια. Τυχερός-πολύ τυχερός στάθηκα, λέει ο ίδιος για το επώνυμό του, που του το είχε προσθέσει για να κάνει πλάκα ένας μεθυσμένος υπάλληλος του ληξιαρχείου, γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε παρά μόνο εφτά χρόνια αργότερα, όταν χρειάστηκε να πάρει πιστοποιητικό γέννησης για να γραφτεί στο δημοτικό. Τότε, ο "αυστηρός, καχύποπτος, αγροίκος" αστυνομικός πατέρας του, που σιχαινόταν το επίμαχο παρατσούκλι, «αλλά και για να μην ακούγεται το από πού κι ως πού ένας Ζοζέ ντε Σόζα σκέτο, έχει ενα γιο Ζοζέ ντε Σόζα Σαραμάγκου» πρόσθεσε και στο δικό του όνομα τη λέξη Σαραμάγκου… «και ίσως αυτή να είναι η μόνη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητος που ένας γιός δίνει το όνομα στον πατέρα»… Με τον οποίο πατέρα συμπεραίνεται πως δεν είχε ζεστή σχέση, ούτε και μ΄ αυτόν, αλλά ούτε και με το ευρύτερο ψυχρό και άχαρο σόι του, ο οποίος πατέρας επιπροσθέτως κακομεταχειριζόταν και λίγο τη μητέρα του, που ο Ζ.Σ. φαίνεται να υπεραγαπούσε… «ίσως επειδή υπήρξα κατάπληκτος και τρομαγμένος μάρτυρας μερικών τέτοιων θλιβερών σκηνών οικιακής ζωής, ποτέ μου δε σήκωσα χέρι σε γυναίκα, ήταν για μένα σαν εμβόλιο». Ένα επίσης καθοριστικό της ζωής του γεγονός, παρότι χωρίς σχετική ανάμνηση, ή ίσως με μια μοναδική και «ενδεχομένως ψευδή (?) ανάμνηση», είναι ο θάνατος του κατά δυο χρόνια μεγαλύτερου αδελφού του Φρανσίσκο, το 1924, όταν ο ίδιος ήταν μόλις δυο χρονών. Προσεγγίζοντας την «ίσως» ανάμνηση και τα «γιατί» του θανάτου του αδελφού του, γράφει: «Η ιστορία του Φρανσίσκο δε σταματά εδώ. Πιστεύω πως το μυθιστόρημα Όλα τα ονόματα, δεν θα υπήρχε στη σημερινή του υπόσταση αν εγώ το 1996 δεν είχα εντρυφήσει στα μητρώα των ληξιαρχείων…»

 

Παντρεύτηκε για πρώτη φορά το 1944 (στα 22 του) κι απ΄το γάμο του αυτόν με την Ίλντα Ρεις απέκτησε την κόρη του Βιολάντε. Χώρισε το 1970, για να συζήσει με τη συγγραφέα Ιζαμπέλ ντα Νόμπρεγκα, απ την οποία επίσης χώρισε το 1986 για να παντρευτεί την Ισπανίδα δημοσιογράφο Πιλάρ ντελ Ρίο, τον «μεγάλο έρωτα της ζωής του που άργησε τόσο να γεννηθεί κι άλλο τόσο να έρθει», και που μαζί της έζησε ως το τέλος της ζωής του σ΄ ένα νησί στα Κανάρια. Στην προσωπική του ζωή ο Σαραμάγκου καταλαβαίνω από τα γραφτά του πως υπήρξε χαρακτήρας κτητικός και χειμαρρώδης, προοδευτικός και δίκαιος, αινιγματικός και αποφασιστικός, αυτοκριτικός και εξαιρετικά αυτοσαρκαστικός, ίσως μερικές φορές και πικρόχολος και ρεβανσιστής, που μπόρεσε όμως και μετασχημάτισε την όποια αρνητική ενέργεια ώστε να αγγίξει την απόλυτη υπέρβαση. Για κάποιο λόγο που δεν μπορώ ίσως να δικαιολογήσω με επάρκεια θα υποστήριζα ακόμα πως εγείρει μια σειρά αιρετικών ερωτημάτων. Για παράδειγμα, Πιστεύετε στη ζωή πριν το θάνατο? Ονειρεύεστε να είστε χρήσιμος? και, Σίγουρα ο Θεός φτιάχνει τα σύννεφα ανάλογα με τη δίψα?

 

Τιμήθηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1998, και ο ίδιος έδωσε τον κεντρικό άξονα του μυθιστορήματος του «περί τυφλότητος» (το οποίο ας σημειώσω εδώ πως έχει την τεχνική ιδιαιτερότητα να μην ονοματοδοτεί τους ήρωές του, τους οποίους αποκαλεί μόνο έμμεσα, «ο γιατρός», «η γυναίκα του γιατρού», «η γυναίκα με τα μαύρα γυαλιά», «ο γερος με τη μαύρη καλύπτρα», «ο πλαστός Σαμαρείτης», «η γυναίκα που είχε πει όπου πας εσύ θα έρθω και γω», μια συγγραφική απόφαση κατεξοχήν συμβολικής σημασίας, αλλά ας μην πλατειάσω άλλο τώρα σ΄ αυτό): Ο δρόμος για τον αυτοσεβασμό είναι ο σεβασμός. Όμως, δεν είναι το τι αλλά το πώς του κεντρικού αυτού άξονα τον οποίο περιγράφει που του χαρίζει το ιδιαίτερό του στίγμα. Δηλαδή, ο τρόπος της συγγραφικής του σκέψης, η αυτοδίδακτη μαγεία του ρυθμού της αφήγησης του, η βαθιά γνώση των ψυχολογικών παραμέτρων , η αβίαστη ροή και στόχευση του ιστορήματος. Το τελικό του κατόρθωμα, συνίσταται στην αντιστροφή των ρόλων, σ΄ ένα είδος μηχανισμού προβολής του συναισθήματος: νιώθεις πως δεν τον διαβάζεις εσύ, όσο κυρίως σε διαβάζει αυτός.

 

Αντιγράφω απ΄ το πρώτο του ποίημα και την αυτοβιογραφία του.

 

«Από το μπερδεμένο κουβάρι της μνήμης, από το σκοτάδι των τυφλών κόμπων, τραβώ μια κλωστή που μοιάζει αδέσποτη/………./είναι ποταμός/……./εκεί, τρεις παλάμες θα θάψω τη βέργα μου μέχρι τη ζωντανή πέτρα/θα πέσει η μεγάλη πρωτόπλαστη σιωπή όταν τα χέρια θα ενωθούν με τα χέρια/ ύστερα θα τα ξέρω όλα».

Κανείς δεν τα ξέρει όλα, κανείς ποτέ δεν θα τα μάθει όλα, είναι όμως κάποιες φορές που είμαστε ικανοί να πιστέψουμε πως γίνεται, ίσως γιατί εκείνη τη στιγμή τίποτε άλλο δεν μπορεί να χωρέσει στην ψυχή, στη συνείδηση, στο νου, …σ΄ αυτό τελοσπάντων που μας κάνει ανθρώπους.

Share this post


Link to post
Share on other sites

εμιλ σεπουλβεδα.

ένας γέρος που έλεγε ιστορίες αγάπης

η ιστορία ενός γάτου που έμαθε το γλάρο να πετάει

 

Γιαν μαρτέλ

η ζωή του πι.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Εχω ξεκινησει να διαβαζω αυτο:

The Roots of Contemporary Imperialism: The Founding Fathers, the U.S. Constitution, and 200 Years of Corporate Dictatorship

Εχω και ενα λεξικο τσεπης διπλα στο οποιο ανατρεχω καθε τοσο, επειδη το λεξιλογιο του ειναι καπως εξεζητημενο, αλλα αξιζει το κοπο.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Όταν σκυροδετούμε, αναρωτιόμαστε συχνά αν φτάνει η ποσότητα του μπετόν που έχουμε στη διάθεσή μας και τότε απαντούμε: δεν φτάνει αν δεν περισσέψει. Το νήμα αυτό ξεκίνησε πολύ ορμητικά, με συμμετοχή πολλών συναδέλφων, όμως συγκυρίες, υποχρεώσεις, αναζητήσεις και αναπροσανατολισμοί πολυπαραμετρικοί διέκοψαν προσωρινά τη συνέχειά του. Όμως οι σκέψεις, οι ιδέες, οι αναγνώσεις και οι προσεγγίσεις εκλεκτών βιβλίων δεν περίσσεψαν ακόμα (σαν το μπετόν της σκυροδέτησης). Άρα συνεχίζεται. Έτσι νομίζω. Υπάρχει χώρος πολύς να φιλοξενήσει κάθε πρόταση ή αντιπρόταση, κάθε λόγο ή αντίλογο, κάθε κριτική θετική ή αρνητική. Άλλωστε βαρύς χειμώνας έρχεται.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εξέδωσε μέσα στο καλοκαίρι το τελευταίο βιβλίο της με τίτλο Το χάρισμα της Βέρθας, εκδόσεις Καστανιώτη, με γραφή, όπου ο στοχασμός όχι μόνο δεν αναχαιτίζει τη σκέψη που περιβάλλει το συναίσθημα, αλλά εναρμονίζεται απόλυτα με την αφηγηματική ροή. Η ανατροπή γίνεται οργανικό της στοιχείο και το όνειρο επιμένει να επιζεί έστω και μέσα από την όποια δυσμορφία και δυστυχία της ζωής. Η Βέρθα, αυτό το πλάσμα που διατρέχει τις σελίδες του βιβλίου της, είναι μια καλή αφορμή για να σκεφτεί ο αναγνώστης αβίαστα πολλά και διαφορετικά πράγματα. Οι σκέψεις βομβαρδίζουν το κεφάλι του καθώς διαβάζει. Το ξετύλιγμα της ιστορίας παραμερίζει το νου του και στη θέση του μπαίνουν ιδέες. Κι όταν καταλαγιάσουν οι ιδέες αρχίζει η ενεργοποίηση του νου και παράγει σκέψεις, ενώ η Βέρθα είναι πάντα εκεί να καθοδηγεί, να ακολουθεί και να παρακολουθεί. Ο αναγνώστης αναρωτιέται κάθε στιγμή αν διαβάζει, παρακολουθεί ή παρακολουθείται από τη Βέρθα. Παρατηρεί τον στενό, αλλά και τον ευρύτερο περίγυρό της να πορεύονται μέσα στις ψευδαισθήσεις τους -ηθελημένες και μη- και να προσπαθεί να διαχειριστεί, άλλοτε αισιόδοξα και άλλοτε όχι, τις απώλειες από το πένθος τους.

«Mε αγαπάς;»

«Σε αγαπώ».

«Από παλιά;»

«Nαι. Από παλιά».

«Θα σκεφτείς κάτι καλό για μένα; Έχει χώρο στο μυαλό σου για μένα; Θα είναι ζεστά; Θα είναι σαν μαμά;» …

«Ναι».

«Μου λες αλήθεια;»

«Όχι».

Η ζωή και το μυαλό της Βέρθας, από τα 7 της που πέθανε αιφνίδια ο 5χρονος αδελφός της Ιωακείμ, περιστρέφεται εμμονοληπτικά γύρω από ένα έλλειμμα (ή να πω κυρίως από την ιδέα αναπλήρωσης της μητρικής αγάπης) Η λύτρωση έρχεται συχνά μέσα από μια μορφή τέχνης και η μικρή Βέρθα ψευδαισθητικά λυτρώνεται όταν μέσα από οκτώ μαθήματα Ζωγραφικής “ξαναδιαβάζει” την ψυχή της και τον κόσμο. Αρχίζοντας πρώτα απ' όλα από τη ζωή (και τη σκοτεινιά), από τις εμμονές (και τα πάθη) των ζωγράφων: Μπαλτίς, Κάσπαρ Φρίντριχ, Ρενέ Μαγκρίτ, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Καραβάτζιο, Αλοίζ Κορμπάζ, Χένρυ Ντάργκερ και τέλος Σίμεον Σόλομον με το υπέροχο “Το φεγγάρι και ο ύπνος”.

Να τι σημαίνει η Βέρθα, πάθος και μαγεία. Ζωή χωρίς πάθος-ποιός μπορεί να τη ζήσει;

" Μπορείς εσύ; Μπορεί κανένας;" αναρωτιέται.

 

Υ.Γ. Βέρθα: ονόμαζαν οι Γερμανοί τα μεγάλα τους τηλεβόλα που στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο μ' αυτά βομβάρδιζαν από 120 χιλιόμετρα το Παρίσι.

Η Βέρθα (Bertha) είναι ένας πολύ μεγάλος και σκουρόχρωμος αστεροειδής που ανακαλύφθηκε το 1875 από τον Γάλλο αστρονόμο Προσπέρ Ανρί, που παρατηρούσε από το Παρίσι, και έλαβε το όνομα της αδελφής του αστρονόμου Καμίλ Φλαμαριόν, της Berthe Martin-Flammarion

Βέρθα είναι και το θηλυκό του Βέρθερου, του ήρωα από το ομώνυμο έργο του Γκαίτε.

 

Δεν κατάλαβα το κίνητρο της Συγγραφέα για την επιλογή του συγκεκριμένου ονόματος που δεν είναι καθόλου συχνό.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Ο μικρός πρίγκηπας! του Αντουάν Ντε Σαιντ-Εξυπερύ...

 

Το είχα διαβάσει όταν ήμουν "μικρός". Τώρα το αγόρασα για τον γιο μου (7,5 χρονών) και επ' ευκαιρία το ξαναδιάβασα.

Το νόημά του μου φάνηκε τελείως διαφορετικό.

Τι είναι τελικά σημαντικό στη ζωή και τι ασήμαντο;

Υπάρχουν φίλοι;

Από ποια σκοπιά βλέπουμε τα πράγματα; Από των "μεγάλων";

 

Είναι μερικά από τα ερωτήματα που σου γεννιούνται διαβάζοντας...

Όλο το βιβλίο εδώ

Share this post


Link to post
Share on other sites

Χα χα! πολύ καλό όντως, ειδικά για αρχιτέκτονες! (χωρίς πλάκα, το εννοώ)

 

Και για πολιτικούς μηχανικούς προτείνω ανεπιφύλακτα τον πυρετό της Ουρμπικάνδης. Βέβαια δεν είναι ακριβώς λογοτεχνία, είναι κόμικ, αλλά λογοτεχνικό κόμικ. Οι αρχιτέκτονες που έχουν κάνει πολεοδομικό σχεδιασμό λογικά θα το ξέρουν από την σχολή τους. (Στο ΑΠΘ τουλάχιστον, ήταν έναν καιρό μέρος της "ύλης" στο αντίστοιχο μάθημα).

 

Είναι ευχάριστο στην ανάγνωση, με κορυφαία εικονογράφηση (François Schuiten) ιδιαίτερης αισθητικής...

Το απόλυτο έργο (...κατ' εμέ φυσικά) για να κατανοήσει ο "αμύητος" την αρχιτεκτονική πλευρά της έννοιας του χώρου, της ροϊκότητας, των αρχών σχεδιασμού, του ωραίου.

Και επίσης τις σχέσεις μεταξύ αρχιτεκτονικής - πολεοδομίας - πολιτικής και πολιτικού σχεδιασμού - οικονομίας - κοινωνιολογίας... Την σχέση τέχνης και ιδεολογικού - ανομολόγητου και "προοδευτικού" φασισμού. Την υποκειμενικότητα του ιδανικού και του ωραίου.

 

Ένα έργο εξίσου κατάλληλο για ψαγμένους αρχιτέκτονες αλλά και για τους "άσχετους" με την αρχιτεκτονική.

Ένα έργο ιδανικό για τους Πολιτικούς Μηχανικούς.

 

Το κείμενο είναι του Benoît Peeters και, μολονότι πρόκειται για τεχνικό κόμικ, είναι όντως λογοτεχνικό...

Share this post


Link to post
Share on other sites

Κάτι ελάφρύ αλλά πολύ διασκεδαστικό και με ιδιαίτερο χιούμορ.

Κωστάκης Αναν απαντα

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×
×
  • Create New...

Important Information

We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue.