Jump to content
  • Novatron
  • Engineer
    Engineer

    Παγκόσμια πρωτιά της Ελλάδας ως προς τη δυσκολία του επιχειρείν

    Sign in to follow this  

    Στην πρώτη θέση στην κατάταξη των δέκα κρατών, όπου το επιχειρείν αποτελεί άθλο, βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Global Business Complexity Index του TMF Group.

    Στην πρώτη θέση στην κατάταξη των δέκα κρατών, όπου το επιχειρείν αποτελεί άθλο, βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Global Business Complexity Index του TMF Group.

    Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έρευνα, που υπολογίζει το βαθμό δυσκολίας ίδρυσης μίας επιχείρησης, βάσει του πόσο δύσκολο ή σύνθετο είναι το επιχειρηματικό περιβάλλον σε μία χώρα, η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση.

    1-78.png

    Βάσει του δείκτη Global Business Complexity, η συνεχής μεταβολή της νομοθεσίας σε συνδυασμό με τους σύνθετους νόμους για την αγορά εργασίας καθιστούν την Ελλάδα την πιο δύσκολη χώρα ως προς την ίδρυση εταιρείας.

    Την λίστα των δέκα πιο δύσκολων χωρών καταλαμβάνουν η Ινδονησία, η Βραζιλία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Βολιβία, η Σλοβακία, η Γερμανία, η Τουρκία, η Κίνα και το Περού. Στον αντίποδα, το εγχείρημα της ίδρυσης εταιρείας είναι εύκολη υπόθεση στη Δανία, την Ελβετία, το Ισραήλ, την Παραγουάη, την Ταϊλάνδη και το Τζέρσεϊ.

    2-600x311.png

    Τι συμβαίνει στην Ελλάδα

    Η υφιστάμενη νομοθεσία της Ελλάδας μπορεί να είναι πολύπλοκη, ενώ νέες ρυθμίσεις εισάγονται συνεχώς. Ενίοτε, όπως αναφέρει η έρευνα, πολυάριθμοι νόμοι είναι αλληλοσυγκρουόμενοι και καθίσταται δύσκολο για τις εταιρείες να γνωρίζουν επακριβώς με ποιο νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει να συμμορφωθούν.

    Για παράδειγμα, σύμφωνα πάντα με την έρευνα, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιστροφή ΦΠΑ υπόκειται σε διαφορετική μεταχείριση σε συνάρτηση με τη φορολογική υπηρεσία που διαχειρίζεται το θέμα.

    Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, άτομα που δηλώνουν ίδια μερίσματα φορολογούνται διαφορετικά, με την απόκλιση να αγγίζει και το 10%, με την ελληνική κυβέρνηση να μην παράσχει, πάντοτε, καθοδήγηση. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα αποτελεί δύσκολο προορισμό για τις ξένες επιχειρήσεις.

    Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει η έρευνα, ορισμένα ελληνικά νησιά λειτουργούν ως ανεξάρτητες περιοχές ως προς τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς υπάρχει διαφορετικό φορολογικό καθεστώς.

    Ωστόσο, όπως αναφέρει η έρευνα, η Ελλάδα αποτελεί κράτος πρόνοιας, με τα υποχρεωτικά οφέλη να περιλαμβάνουν επιπλέον απολαβές για τα Χριστούγεννα και το Πάσχα και φορολοελαφρύνσεις για τους έγγαμους με παιδιά. Και παρότι το σύστημα παροχών έχει απλουστευθεί τα τελευταία δύο χρόνια, η νομοθεσία αλλάζει συχνά και εφαρμόζεται αναδρομικά.

    Μπορείτε εδώ να δείτε ολόκληρη την έρευνα.

    Sign in to follow this  


    User Feedback


    όχι ότι θέλω να αμφισβητήσω το βαθμό δυσκολίας, αλλά ο κόσμος έχει περίπου 170 κράτη κι εδώ η κατάταξη έχει μόνο 67. πού είναι τα υπόλοιπα;

    επίσης παρατηρώ ότι η Γερμανία είναι ελάχιστα καλύτερη από εμάς, άρα δεν υπάρχει απόλυτη συσχέτιση της παραμέτρου με την ανάπτυξη. το ίδιο και η γειτονική μας Τουρκία, ο βασικός μας ανταγωνιστής λόγω ομοιότητας των προϊόντων αιχμής. 

    Στην τελευταία παράγραφο μας μπερδεύει κι άλλο. τελικά τις παροχές τις μετράει στα καλά ή στα κακά; 

    Share this comment


    Link to comment
    Share on other sites

    Δεν στοχοποιεί τις παροχές το άρθρο, αναφέρονται όμως ως ιδιομορφίες που μοιραίως συνιστούν πολυπλοκότητα στην κατάστρωση ενός "business plan".  Το ίδιο που συμβαίνει δηλαδή με την διαφοροποίηση του ΦΠΑ , ή κάποια άλλη  φορολογική μεταχείριση σε διάφορα μέρη της χώρας.  Γενικά το υπόβαθρο για την ανάπτυξη του επιχειρείν στην Ελλάδα είναι τόσο πολυπαραγοντικό, συνεχώς μεταβαλλόμενο  και σε κάποιο βαθμό απρόβλεπτο , που εύκολα καταλαβαίνει κανείς γιατί είμαστε στη πρώτη θέση του πίνακα αυτού.....   

    Share this comment


    Link to comment
    Share on other sites

    Το περίεργο είναι ότι ξεκινά με τη λέξη ωστόσο, δηλαδή τις βλέπει σαν κάτι θετικό μπροστά στα προηγούμενα αρνητικά! 

    Η πολυπλοκότητα αντιμετωπίζεται, το κυριότερο είναι το απρόβλεπτο. Που κι αυτό δεν είναι ακριβώς απρόβλεπτο, αντιθέτως είναι η βεβαιότητα ότι το κράτος θα σε διατηρεί πάντα σε καθεστώς μηδενικού κέρδους. Αυτό είναι και το νόημα των αναδρομικών μέτρων, σε περίπτωση που τους ξεφύγει κάτι, να μπορούν να γυρίσουν και να το μαζέψουν. 

    Share this comment


    Link to comment
    Share on other sites

    Ναι, όμως η λέξη "Ωστόσο"   αποτελεί  παρεμβολή του αρθρογράφου που θέλει προφανώς να δείξει το κοινωνικό πλεονέκτημα της αφαλιστικής νομοθεσίας έναντι της πολυπλοκότητας που δημιουργεί  στο επιχειρείν,  αφού στο πρωτότυπο κείμενο της έρευνας απλά ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ:

    "Staffing: demands and restrictionsGreece is a welfare state. Mandated benefits include Christmas and Easter bonuses, life insurance, transportation allowance and tax breaks for staff who are married or have children"

    Edited by Anton_civeng

    Share this comment


    Link to comment
    Share on other sites

    μα αυτό το πλεονέκτημα δεν είναι για τον εργοδότη! 

    όπως δεν τον αφορά και το αν οι οικογένειες έχουν φοροαπαλλαγές (εκτός αν υπαινίσσεται πως έμμεσα πέφτουν στην πλάτη των επιχειρήσεων)

     

    Share this comment


    Link to comment
    Share on other sites

    μα ναι,  !....

    ως πλεονέκτημα για την χώρα το θεωρεί, διαπνεόμενος φαίνεται από "πατριωτισμό" απέναντι στους "κακούς" που μας έβγαλαν ως χειρότερο περιβάλλον  για  το επιχειρείν....

    κάτι δηλ. σαν να τους απαντά : 

    "Οι επιχειρούντες μεν μας λέτε ότι κακοπερνούν, αλλά ο λαός περνά καλά..."  ....... :blink:

    Share this comment


    Link to comment
    Share on other sites

    ααα κατάλαβα. είναι οι εντυπώσεις του από όσα διάβασε.

    Share this comment


    Link to comment
    Share on other sites

    ...λες και του παν :  "πες το με δικά σου λόγια"......:D

    Share this comment


    Link to comment
    Share on other sites


    Create an account or sign in to comment

    You need to be a member in order to leave a comment

    Create an account

    Sign up for a new account in our community. It's easy!

    Register a new account

    Sign in

    Already have an account? Sign in here.

    Sign In Now

  • Similar Content

    • By Engineer
      Την ώρα που η νεολαία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αφυπνίζεται για το μεγάλο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και η αρμόδια Διακυβερνητική Επιστημονική Επιτροπή προειδοποιεί πως η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη πρέπει να μείνει κάτω του 1,5 βαθμού Κελσίου, στην Ελλάδα η συζήτηση για τη διαταραχή του κλίματος της γης παραμένει περιορισμένη.
      Την ίδια ώρα, η χώρα μας βρίσκεται σε μια περιοχή (Μεσόγειος) που σύμφωνα με όλα τα μοντέλα πρόβλεψης αποτελεί hotspot των αρνητικών επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, ενώ οι μέχρι τώρα προσπάθειες για μείωση των εκπομπών των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου υπολείπονται σημαντικά των ευρωπαϊκών επιδόσεων. Ταυτόχρονα, τα μέτρα μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ) μπορούν να έχουν, με τον κατάλληλο δημοκρατικό σχεδιασμό, θετικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό αντίκτυπο. Σε αντίθετη περίπτωση, το κόστος από τα αυξανόμενα δικαιώματα εκπομπής που πρέπει να αγοράζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, με πρώτη τη ΔΕΗ, θα είναι δυσβάστακτο.
      Οι συζητήσεις για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, μονοξείδιο του αζώτου κ.ά.) ξεκίνησαν σε διακρατικό επίπεδο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και κατέληξαν σε μια πρώτη συμφωνία στο Κιότο το 1997 (Πρωτόκολλο του Κιότο). Στο πλαίσιο αυτό τέθηκαν στόχοι για μείωση των εκπομπών την πενταετία 2008-2012, σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Στο πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκαν και συγκεκριμένοι στόχοι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι οποίοι στη συνέχεια ανανεώθηκαν για τα επόμενα έτη. Την περίοδο 1990-2016 η Ε.Ε. μείωσε τα αέρια του θερμοκηπίου κατά 24% σε σχέση με το 1990, ενώ αντίστοιχα η Ελλάδα μόνο κατά 11,1%.
      «Είναι εντυπωσιακή η διαφορά, αλλά πρέπει να καταλάβουμε πώς προήλθε. Κατ’ αρχάς, δεν είχαν όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. τους ίδιους στόχους. Σε άλλες χώρες, με ανεπτυγμένη βιομηχανία, τέθηκε στόχος για μεγάλες μειώσεις. Η Ελλάδα, που ήταν πιο πίσω αναπτυξιακά, δεσμεύθηκε αρχικά για συγκράτηση της ανόδου των εκπομπών, δηλαδή να αυξηθούν λιγότερο από 25% μέχρι τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Μετά θα έπρεπε να ξεκινήσει η μείωση», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Σεβαστιανός Μοιρασγεντής, ερευνητής στο Αστεροσκοπείο Αθηνών.
      Ο κ. Μοιρασγεντής σημειώνει πως στο ζήτημα της διαχείρισης των εκπομπών ΑτΘ από την Ελλάδα υπάρχουν τρεις περίοδοι. «Η πρώτη της μεγέθυνσης μέχρι το 2005, όταν οι εκπομπές έφτασαν περίπου τους 133 εκατ. τόνους ισοδύναμου CO2, από 103,1 εκατ. τόνους το 1990. Από τότε αρχίζει η αποκλιμάκωση και μπαίνουμε στη δεύτερη περίοδο, η οποία επιταχύνεται με την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης. Πολλά εργοστάσια κλείνουν, ενώ μειώνεται και η κατανάλωση ενέργειας κυρίως, καθώς πολλά νοικοκυριά δεν μπορούν να θερμάνουν το σπίτι τους. Πρόκειται για μια τραγική κατάσταση. Ταυτόχρονα, μειώνονται οι εκπομπές κυρίως στην ηλεκτροπαραγωγή, μέσω της σοβαρής ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά και του φυσικού αερίου, που έχει μικρότερες εκπομπές ΑτΘ. Από το 2008 μέχρι και το 2015 η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική μείωση των εκπομπών, ως συνδυαστικό αποτέλεσμα της κρίσης και των παρεμβάσεων», λέει ο κ. Μοιρασγεντής.
      Το ερώτημα είναι τι κάνουμε στην τρίτη περίοδο, η οποία έχει αρχίσει από το 2017, όταν η οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται. Το 2017 υπήρχε αύξηση των εκπομπών στην Ελλάδα κατά 2,9%, όταν στην Ε.Ε. ήταν 0,7%. Από την άλλη, τα προσωρινά στοιχεία για τον ενεργειακό τομέα το 2018 δείχνουν μείωση στην Ελλάδα 3,9%, και στην Ε.Ε. μείωση 2,8%.
      «Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν θα μπορέσει να αναπτυχθεί η ελληνική οικονομία βγαίνοντας από την κρίση, χωρίς αύξηση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, αλλά με τις αναγκαίες μειώσεις», λέει στην «Κ» η κ. Θεοδώρα Αντωνακάκη, επιστημονική γραμματέας της Επιτροπής Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής, που έχει συστήσει η Τράπεζα της Ελλάδος. «Η Ελλάδα είναι πολύ κοντά στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχουν τεθεί μέχρι το 2020, αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι για αναπροσαρμογή των στόχων. Ηδη, η επιστημονική κοινότητα θεωρεί πως χρειάζεται πιο μεγάλη μείωση των εκπομπών. Το ερώτημα είναι τι θα κάνουν οι πολιτικοί», συμπληρώνει η κ. Αντωνακάκη, σημειώνοντας πως το τελευταίο διάστημα οι κεντρικές τράπεζες βάζουν το θέμα της κλιματικής αλλαγής στα κριτήρια χάραξης πολιτικής και διαμόρφωσης χρηματοοικονομικών εργαλείων. «Τεχνολογικές λύσεις υπάρχουν, αλλά πρέπει να προσέχουμε η χρήση τους να οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Για παράδειγμα, οι λαμπτήρες led είναι πολύ πιο αποδοτικοί ενεργειακά. Εάν όμως βάζουμε πολύ περισσότερους σε ένα δήμο δεν έχουμε ενεργειακό όφελος», αναφέρει η κ. Αντωνακάκη.

      Το Εθνικό Σχέδιο
      Και η Ελλάδα, όπως όλες οι χώρες, θα βρεθεί μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις για να αναχαιτιστεί η σημερινή ξέφρενη πορεία διαταραχής του κλίματος. Τον Δεκέμβριο του 2018 το υπουργείο Ενέργειας ανακοίνωσε το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, το οποίο από περιβαλλοντικές οργανώσεις –όπως το WWF και η Greenpeace– χαρακτηρίστηκε ανεπαρκές, καθώς η μείωση των εκπομπών που προβλέπει δεν αντιστοιχεί στον στόχο περιορισμού της θερμοκρασιακής αύξησης στον 1,5 βαθμό Κελσίου. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος απαιτούνται πολύ μεγάλες μειώσεις στα ΑτΘ. «Μείωση εκπομπών κατά 80% στον ενεργειακό τομέα μέχρι το 2050 αποτελεί εθνική υποχρέωση», τονίζει η Ομάδα Ενεργειακού Σχεδιασμού και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Αστεροσκοπείου στην παρέμβασή της στη δημόσια διαβούλευση.
      Μέτρα με οικονομικό και κοινωνικό όφελος
      Η έγκαιρη ανταπόκριση στους κλιματικούς στόχους δεν είναι μόνο περιβαλλοντικά αναγκαία αλλά και οικονομικά απαραίτητη. Για να περιορίσει τη χρήση υδρογονανθράκων και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει θεσπίσει τα δικαιώματα εκπομπών, τα οποία πλέον δεν παρέχονται δωρεάν αλλά αγοράζονται. Μάλιστα, το κόστος τους έχει ανοδική πορεία. Σήμερα, το κόστος αγοράς δικαιώματος εκπομπής ενός τόνου διοξειδίου του άνθρακα (CO2) είναι 22,5 ευρώ, ενώ πριν από μερικά χρόνια ήταν μόλις 5 ευρώ. Το 2017, οι σταθμοί λιγνίτη της ΔΕΗ εξέπεμψαν 22,6 εκατ. τόνους CO2, το 25% του συνόλου στη χώρα μας. Με τις σημερινές τιμές απαιτούνται 508 εκατ. ευρώ τον χρόνο μόνο για αγορά δικαιωμάτων εκπομπών από τη ΔΕΗ.
      «Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο πρόβλημα του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). Δεν μπορεί να υπάρχει στο ενεργειακό πλάνο για τις επόμενες δεκαετίες η καύση λιγνίτη και μάλιστα η δημιουργία νέων σταθμών. Στο μέλλον το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών μπορεί να φτάσει και τα 80 ευρώ/τόνος», τονίζει ο κ. Μοιρασγεντής. «Αρα πρέπει να σχεδιάσουμε ένα ενεργειακό μέλλον χωρίς άνθρακα, με εξοικονόμηση ενέργειας, ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας», συμπληρώνει.
      Η προσπάθεια μείωσης ενεργειακών απαιτήσεων και εκπομπών μπορεί και πρέπει να έχει κοινωνικό προσανατολισμό. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά παλιά σπίτια, που είναι ενεργειακά διάτρητα, χωρίς σωστή μόνωση. Σε πολλά από αυτά ζουν φτωχές οικογένειες που παγώνουν τον χειμώνα και λιώνουν το καλοκαίρι. Οσες οικογένειες μπορούν, δαπανούν μεγάλα ποσά για ενεργοβόρες λύσεις θέρμανσης ή ψύξης. Επίσης, τον χειμώνα παρατηρείται καύση ακατάλληλων υλικών, που δηλητηριάζουν τον αέρα. «Το ΕΣΕΚ προτείνει την ενεργειακή αναβάθμιση 40.000 κατοικιών το έτος, με μια επέκταση του προγράμματος “Εξοικονομώ”. Υπάρχουν δύο προβλήματα εδώ: το πρώτο είναι πως πρέπει να γίνουν ριζικές ανακαινίσεις σπιτιών για ενεργειακή θωράκιση, όχι μπαλώματα χωρίς όφελος εξοικονόμησης. Το δεύτερο είναι πως στο τρέχον πρόγραμμα δεν μπορούν να συμμετέχουν οι πιο φτωχές οικογένειες, δεν μπορούν να βάλουν τη συμμετοχή. Απαιτούνται άλλες λύσεις: Στη Γαλλία, για παράδειγμα, σε ορισμένες περιπτώσεις αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το κράτος με τυποποιημένο και ενιαίο τρόπο τις αναβαθμίσεις των σπιτιών», λέει ο κ. Μοιρασγεντής.

      View full είδηση
    • By Engineer
      Την ώρα που η νεολαία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αφυπνίζεται για το μεγάλο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και η αρμόδια Διακυβερνητική Επιστημονική Επιτροπή προειδοποιεί πως η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη πρέπει να μείνει κάτω του 1,5 βαθμού Κελσίου, στην Ελλάδα η συζήτηση για τη διαταραχή του κλίματος της γης παραμένει περιορισμένη.
      Την ίδια ώρα, η χώρα μας βρίσκεται σε μια περιοχή (Μεσόγειος) που σύμφωνα με όλα τα μοντέλα πρόβλεψης αποτελεί hotspot των αρνητικών επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, ενώ οι μέχρι τώρα προσπάθειες για μείωση των εκπομπών των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου υπολείπονται σημαντικά των ευρωπαϊκών επιδόσεων. Ταυτόχρονα, τα μέτρα μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ) μπορούν να έχουν, με τον κατάλληλο δημοκρατικό σχεδιασμό, θετικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό αντίκτυπο. Σε αντίθετη περίπτωση, το κόστος από τα αυξανόμενα δικαιώματα εκπομπής που πρέπει να αγοράζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, με πρώτη τη ΔΕΗ, θα είναι δυσβάστακτο.
      Οι συζητήσεις για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, μονοξείδιο του αζώτου κ.ά.) ξεκίνησαν σε διακρατικό επίπεδο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και κατέληξαν σε μια πρώτη συμφωνία στο Κιότο το 1997 (Πρωτόκολλο του Κιότο). Στο πλαίσιο αυτό τέθηκαν στόχοι για μείωση των εκπομπών την πενταετία 2008-2012, σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Στο πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκαν και συγκεκριμένοι στόχοι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι οποίοι στη συνέχεια ανανεώθηκαν για τα επόμενα έτη. Την περίοδο 1990-2016 η Ε.Ε. μείωσε τα αέρια του θερμοκηπίου κατά 24% σε σχέση με το 1990, ενώ αντίστοιχα η Ελλάδα μόνο κατά 11,1%.
      «Είναι εντυπωσιακή η διαφορά, αλλά πρέπει να καταλάβουμε πώς προήλθε. Κατ’ αρχάς, δεν είχαν όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. τους ίδιους στόχους. Σε άλλες χώρες, με ανεπτυγμένη βιομηχανία, τέθηκε στόχος για μεγάλες μειώσεις. Η Ελλάδα, που ήταν πιο πίσω αναπτυξιακά, δεσμεύθηκε αρχικά για συγκράτηση της ανόδου των εκπομπών, δηλαδή να αυξηθούν λιγότερο από 25% μέχρι τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Μετά θα έπρεπε να ξεκινήσει η μείωση», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Σεβαστιανός Μοιρασγεντής, ερευνητής στο Αστεροσκοπείο Αθηνών.
      Ο κ. Μοιρασγεντής σημειώνει πως στο ζήτημα της διαχείρισης των εκπομπών ΑτΘ από την Ελλάδα υπάρχουν τρεις περίοδοι. «Η πρώτη της μεγέθυνσης μέχρι το 2005, όταν οι εκπομπές έφτασαν περίπου τους 133 εκατ. τόνους ισοδύναμου CO2, από 103,1 εκατ. τόνους το 1990. Από τότε αρχίζει η αποκλιμάκωση και μπαίνουμε στη δεύτερη περίοδο, η οποία επιταχύνεται με την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης. Πολλά εργοστάσια κλείνουν, ενώ μειώνεται και η κατανάλωση ενέργειας κυρίως, καθώς πολλά νοικοκυριά δεν μπορούν να θερμάνουν το σπίτι τους. Πρόκειται για μια τραγική κατάσταση. Ταυτόχρονα, μειώνονται οι εκπομπές κυρίως στην ηλεκτροπαραγωγή, μέσω της σοβαρής ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά και του φυσικού αερίου, που έχει μικρότερες εκπομπές ΑτΘ. Από το 2008 μέχρι και το 2015 η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική μείωση των εκπομπών, ως συνδυαστικό αποτέλεσμα της κρίσης και των παρεμβάσεων», λέει ο κ. Μοιρασγεντής.
      Το ερώτημα είναι τι κάνουμε στην τρίτη περίοδο, η οποία έχει αρχίσει από το 2017, όταν η οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται. Το 2017 υπήρχε αύξηση των εκπομπών στην Ελλάδα κατά 2,9%, όταν στην Ε.Ε. ήταν 0,7%. Από την άλλη, τα προσωρινά στοιχεία για τον ενεργειακό τομέα το 2018 δείχνουν μείωση στην Ελλάδα 3,9%, και στην Ε.Ε. μείωση 2,8%.
      «Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν θα μπορέσει να αναπτυχθεί η ελληνική οικονομία βγαίνοντας από την κρίση, χωρίς αύξηση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, αλλά με τις αναγκαίες μειώσεις», λέει στην «Κ» η κ. Θεοδώρα Αντωνακάκη, επιστημονική γραμματέας της Επιτροπής Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής, που έχει συστήσει η Τράπεζα της Ελλάδος. «Η Ελλάδα είναι πολύ κοντά στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχουν τεθεί μέχρι το 2020, αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι για αναπροσαρμογή των στόχων. Ηδη, η επιστημονική κοινότητα θεωρεί πως χρειάζεται πιο μεγάλη μείωση των εκπομπών. Το ερώτημα είναι τι θα κάνουν οι πολιτικοί», συμπληρώνει η κ. Αντωνακάκη, σημειώνοντας πως το τελευταίο διάστημα οι κεντρικές τράπεζες βάζουν το θέμα της κλιματικής αλλαγής στα κριτήρια χάραξης πολιτικής και διαμόρφωσης χρηματοοικονομικών εργαλείων. «Τεχνολογικές λύσεις υπάρχουν, αλλά πρέπει να προσέχουμε η χρήση τους να οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Για παράδειγμα, οι λαμπτήρες led είναι πολύ πιο αποδοτικοί ενεργειακά. Εάν όμως βάζουμε πολύ περισσότερους σε ένα δήμο δεν έχουμε ενεργειακό όφελος», αναφέρει η κ. Αντωνακάκη.

      Το Εθνικό Σχέδιο
      Και η Ελλάδα, όπως όλες οι χώρες, θα βρεθεί μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις για να αναχαιτιστεί η σημερινή ξέφρενη πορεία διαταραχής του κλίματος. Τον Δεκέμβριο του 2018 το υπουργείο Ενέργειας ανακοίνωσε το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, το οποίο από περιβαλλοντικές οργανώσεις –όπως το WWF και η Greenpeace– χαρακτηρίστηκε ανεπαρκές, καθώς η μείωση των εκπομπών που προβλέπει δεν αντιστοιχεί στον στόχο περιορισμού της θερμοκρασιακής αύξησης στον 1,5 βαθμό Κελσίου. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος απαιτούνται πολύ μεγάλες μειώσεις στα ΑτΘ. «Μείωση εκπομπών κατά 80% στον ενεργειακό τομέα μέχρι το 2050 αποτελεί εθνική υποχρέωση», τονίζει η Ομάδα Ενεργειακού Σχεδιασμού και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Αστεροσκοπείου στην παρέμβασή της στη δημόσια διαβούλευση.
      Μέτρα με οικονομικό και κοινωνικό όφελος
      Η έγκαιρη ανταπόκριση στους κλιματικούς στόχους δεν είναι μόνο περιβαλλοντικά αναγκαία αλλά και οικονομικά απαραίτητη. Για να περιορίσει τη χρήση υδρογονανθράκων και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει θεσπίσει τα δικαιώματα εκπομπών, τα οποία πλέον δεν παρέχονται δωρεάν αλλά αγοράζονται. Μάλιστα, το κόστος τους έχει ανοδική πορεία. Σήμερα, το κόστος αγοράς δικαιώματος εκπομπής ενός τόνου διοξειδίου του άνθρακα (CO2) είναι 22,5 ευρώ, ενώ πριν από μερικά χρόνια ήταν μόλις 5 ευρώ. Το 2017, οι σταθμοί λιγνίτη της ΔΕΗ εξέπεμψαν 22,6 εκατ. τόνους CO2, το 25% του συνόλου στη χώρα μας. Με τις σημερινές τιμές απαιτούνται 508 εκατ. ευρώ τον χρόνο μόνο για αγορά δικαιωμάτων εκπομπών από τη ΔΕΗ.
      «Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο πρόβλημα του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). Δεν μπορεί να υπάρχει στο ενεργειακό πλάνο για τις επόμενες δεκαετίες η καύση λιγνίτη και μάλιστα η δημιουργία νέων σταθμών. Στο μέλλον το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών μπορεί να φτάσει και τα 80 ευρώ/τόνος», τονίζει ο κ. Μοιρασγεντής. «Αρα πρέπει να σχεδιάσουμε ένα ενεργειακό μέλλον χωρίς άνθρακα, με εξοικονόμηση ενέργειας, ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας», συμπληρώνει.
      Η προσπάθεια μείωσης ενεργειακών απαιτήσεων και εκπομπών μπορεί και πρέπει να έχει κοινωνικό προσανατολισμό. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά παλιά σπίτια, που είναι ενεργειακά διάτρητα, χωρίς σωστή μόνωση. Σε πολλά από αυτά ζουν φτωχές οικογένειες που παγώνουν τον χειμώνα και λιώνουν το καλοκαίρι. Οσες οικογένειες μπορούν, δαπανούν μεγάλα ποσά για ενεργοβόρες λύσεις θέρμανσης ή ψύξης. Επίσης, τον χειμώνα παρατηρείται καύση ακατάλληλων υλικών, που δηλητηριάζουν τον αέρα. «Το ΕΣΕΚ προτείνει την ενεργειακή αναβάθμιση 40.000 κατοικιών το έτος, με μια επέκταση του προγράμματος “Εξοικονομώ”. Υπάρχουν δύο προβλήματα εδώ: το πρώτο είναι πως πρέπει να γίνουν ριζικές ανακαινίσεις σπιτιών για ενεργειακή θωράκιση, όχι μπαλώματα χωρίς όφελος εξοικονόμησης. Το δεύτερο είναι πως στο τρέχον πρόγραμμα δεν μπορούν να συμμετέχουν οι πιο φτωχές οικογένειες, δεν μπορούν να βάλουν τη συμμετοχή. Απαιτούνται άλλες λύσεις: Στη Γαλλία, για παράδειγμα, σε ορισμένες περιπτώσεις αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το κράτος με τυποποιημένο και ενιαίο τρόπο τις αναβαθμίσεις των σπιτιών», λέει ο κ. Μοιρασγεντής.
    • By Engineer
      Από τους πλέον επιβαρυμένους στην Ευρώπη είναι οι Ελληνες ιδιοκτήτες ακινήτων, σύμφωνα με μελέτη του Tax Foundation που εξετάζει το εύρος των φορολογικών επιβαρύνσεων στην ιδιοκτησία και την αναλογία τους στο σύνολο των φορολογικών εσόδων.   Λίγες μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές και ενώ η συζήτηση για τη φορολογία και την υπερφορολόγηση έχει φουντώσει, η μελέτη του Tax Foundation (με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ) δείχνει ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και παγκοσμίως το ποσοστό συμμετοχής των φόρων επί της ιδιοκτησίας στο σύνολο των εσόδων είναι ιδιαίτερα χαμηλό.   Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι στην Ευρώπη η φορολογία επί της ιδιοκτησίας αντιπροσωπεύει το 4,6% των φορολογικών εσόδων. Ωστόσο σε τέσσερις χώρες της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, τα πράγματα είναι διαφορετικά.   Συγκεκριμένα, στην πρώτη θέση βρίσκεται το Ηνωμένο Βασίλειο, με τη φορολογία επί της ιδιοκτησίας να διαμορφώνεται στο 12,6% των φορολογικών εσόδων, στη δεύτερη θέση το Λουξεμβούργο με 9,6%, στην τρίτη θέση βρίσκεται η Γαλλία με 9,5% και στην τέταρτη είναι η Ελλάδα με 8,1%.   Στον αντίποδα η Εσθονία, η οποία εισπράττει μόλις 0,7% από την ακίνητη περιουσία των πολιτών της, ενώ Αυστρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Τσεχία κινούνται στο 1,3-1,4%.   Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα πάντα βρισκόταν σε υψηλότερα ή στα ίδια επίπεδα φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας στην Ευρώπη σε σχέση με τον μέσο όρο. Το 2007 οι φόροι στην ιδιοκτησία ανέρχονται στο 5,3% του συνόλου των φορολογικών εσόδων (5,5% ο μ.ό. του ΟΟΣΑ), με το ποσοστό να αυξάνεται ραγδαία στα χρόνια των μνημονίων. Σημειώνεται ότι η αρχή έγινε με το ΕΕΤΗΔΕ, ακολούθησε το ΕΤΑΚ για να φθάσουμε στον σκληρό ΕΝΦΙΑ και τον συμπληρωματικό φόρο που επιβάλλεται σε όσους έχουν ακίνητη περιουσία άνω των 250.000 ευρώ. Από το 5,3% του 2007, το 2013 εκτινάχθηκε στο 8,9%, δηλαδή η συμμετοχή των φόρων επί των ακινήτων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων αυξήθηκε κατά 68%. Το 2014 το ποσοστό περιορίσθηκε στο 8% μετά τις μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ που είχαν θεσμοθετηθεί επί κυβερνήσεως Σαμαρά, για να αυξηθούν και πάλι το 2015 στο 8,4%, ενώ το 2017 υποχώρησε ελαφρώς στο 8,1%.     Το κυβερνών κόμμα προχώρησε στη μεσοσταθμική μείωση κατά 10% του φετινού ΕΝΦΙΑ με τον βεβαιωθέντα φόρο να περιορίζεται από τα 3,1 δισ. ευρώ στα 2,9 δισ. ευρώ, ενώ η Ν.Δ. έχει υποσχεθεί τη σταδιακή μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% στα επόμενα δύο χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι ο φόρος θα περιορισθεί κατά 900 εκατ. ευρώ και θα προσεγγίσει τα 2 δισ. ευρώ.   Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, οι φόροι από το 2010 μέχρι και το 2015 αυξήθηκαν κατά 600% και πλέον, ενώ την ίδια στιγμή τα εισοδήματα από ακίνητα μειώθηκαν κατά 32%. Σύμφωνα με στοιχεία:   • Το 2010 το Δημόσιο εισέπραξε από τη φορολόγηση των ακινήτων 487 εκατ. ευρώ, ενώ το δηλoύμενο εισόδημα από ακίνητα ανερχόταν στα 8,87 δισ. ευρώ.   • Το 2011 οι φόροι των ακινήτων έφθασαν το 1,17 δισ. ευρώ, ενώ το δηλούμενο εισόδημα τα 7,98 δισ. ευρώ (1.584.059 φορολογούμενοι είχαν εισοδήματα από ακίνητα).   • Το 2012 οι φόροι των ακινήτων διαμορφώθηκαν στα 2,75 δισ. ευρώ, ενώ το εισόδημα από ακίνητα στα 6,8 δισ. ευρώ.   • Το 2013 οι φόροι των ακινήτων αυξήθηκαν περαιτέρω και διαμορφώθηκαν στα 2,991 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να μειώνεται στα 6,22 δισ. ευρώ.   • Το 2014 οι φόροι των ακινήτων έσπασαν το φράγμα των 3 δισ. ευρώ και συγκεκριμένα εισπράχθηκαν 3,474 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να περιορίζεται στα 6,08 δισ. ευρώ.   • Το 2015 οι φόροι στα ακίνητα ανήλθαν στα 3,18 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να υποχωρεί στα 6,05 δισ. ευρώ.   • Το 2016 οι φόροι στα ακίνητα ανήλθαν στα 3,53 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα να περιορίζεται και να φθάνει τα 6,1 δισ. ευρώ.   • Το 2017 οι φόροι στα ακίνητα διαμορφώθηκαν στα ίδια επίπεδα, με το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα να περιορίζεται και να φθάνει τα 6,19 δισ. ευρώ.
      View full είδηση
    • By Engineer
      Από τους πλέον επιβαρυμένους στην Ευρώπη είναι οι Ελληνες ιδιοκτήτες ακινήτων, σύμφωνα με μελέτη του Tax Foundation που εξετάζει το εύρος των φορολογικών επιβαρύνσεων στην ιδιοκτησία και την αναλογία τους στο σύνολο των φορολογικών εσόδων.   Λίγες μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές και ενώ η συζήτηση για τη φορολογία και την υπερφορολόγηση έχει φουντώσει, η μελέτη του Tax Foundation (με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ) δείχνει ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και παγκοσμίως το ποσοστό συμμετοχής των φόρων επί της ιδιοκτησίας στο σύνολο των εσόδων είναι ιδιαίτερα χαμηλό.   Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι στην Ευρώπη η φορολογία επί της ιδιοκτησίας αντιπροσωπεύει το 4,6% των φορολογικών εσόδων. Ωστόσο σε τέσσερις χώρες της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, τα πράγματα είναι διαφορετικά.   Συγκεκριμένα, στην πρώτη θέση βρίσκεται το Ηνωμένο Βασίλειο, με τη φορολογία επί της ιδιοκτησίας να διαμορφώνεται στο 12,6% των φορολογικών εσόδων, στη δεύτερη θέση το Λουξεμβούργο με 9,6%, στην τρίτη θέση βρίσκεται η Γαλλία με 9,5% και στην τέταρτη είναι η Ελλάδα με 8,1%.   Στον αντίποδα η Εσθονία, η οποία εισπράττει μόλις 0,7% από την ακίνητη περιουσία των πολιτών της, ενώ Αυστρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Τσεχία κινούνται στο 1,3-1,4%.   Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα πάντα βρισκόταν σε υψηλότερα ή στα ίδια επίπεδα φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας στην Ευρώπη σε σχέση με τον μέσο όρο. Το 2007 οι φόροι στην ιδιοκτησία ανέρχονται στο 5,3% του συνόλου των φορολογικών εσόδων (5,5% ο μ.ό. του ΟΟΣΑ), με το ποσοστό να αυξάνεται ραγδαία στα χρόνια των μνημονίων. Σημειώνεται ότι η αρχή έγινε με το ΕΕΤΗΔΕ, ακολούθησε το ΕΤΑΚ για να φθάσουμε στον σκληρό ΕΝΦΙΑ και τον συμπληρωματικό φόρο που επιβάλλεται σε όσους έχουν ακίνητη περιουσία άνω των 250.000 ευρώ. Από το 5,3% του 2007, το 2013 εκτινάχθηκε στο 8,9%, δηλαδή η συμμετοχή των φόρων επί των ακινήτων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων αυξήθηκε κατά 68%. Το 2014 το ποσοστό περιορίσθηκε στο 8% μετά τις μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ που είχαν θεσμοθετηθεί επί κυβερνήσεως Σαμαρά, για να αυξηθούν και πάλι το 2015 στο 8,4%, ενώ το 2017 υποχώρησε ελαφρώς στο 8,1%.     Το κυβερνών κόμμα προχώρησε στη μεσοσταθμική μείωση κατά 10% του φετινού ΕΝΦΙΑ με τον βεβαιωθέντα φόρο να περιορίζεται από τα 3,1 δισ. ευρώ στα 2,9 δισ. ευρώ, ενώ η Ν.Δ. έχει υποσχεθεί τη σταδιακή μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% στα επόμενα δύο χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι ο φόρος θα περιορισθεί κατά 900 εκατ. ευρώ και θα προσεγγίσει τα 2 δισ. ευρώ.   Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, οι φόροι από το 2010 μέχρι και το 2015 αυξήθηκαν κατά 600% και πλέον, ενώ την ίδια στιγμή τα εισοδήματα από ακίνητα μειώθηκαν κατά 32%. Σύμφωνα με στοιχεία:   • Το 2010 το Δημόσιο εισέπραξε από τη φορολόγηση των ακινήτων 487 εκατ. ευρώ, ενώ το δηλoύμενο εισόδημα από ακίνητα ανερχόταν στα 8,87 δισ. ευρώ.   • Το 2011 οι φόροι των ακινήτων έφθασαν το 1,17 δισ. ευρώ, ενώ το δηλούμενο εισόδημα τα 7,98 δισ. ευρώ (1.584.059 φορολογούμενοι είχαν εισοδήματα από ακίνητα).   • Το 2012 οι φόροι των ακινήτων διαμορφώθηκαν στα 2,75 δισ. ευρώ, ενώ το εισόδημα από ακίνητα στα 6,8 δισ. ευρώ.   • Το 2013 οι φόροι των ακινήτων αυξήθηκαν περαιτέρω και διαμορφώθηκαν στα 2,991 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να μειώνεται στα 6,22 δισ. ευρώ.   • Το 2014 οι φόροι των ακινήτων έσπασαν το φράγμα των 3 δισ. ευρώ και συγκεκριμένα εισπράχθηκαν 3,474 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να περιορίζεται στα 6,08 δισ. ευρώ.   • Το 2015 οι φόροι στα ακίνητα ανήλθαν στα 3,18 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να υποχωρεί στα 6,05 δισ. ευρώ.   • Το 2016 οι φόροι στα ακίνητα ανήλθαν στα 3,53 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα να περιορίζεται και να φθάνει τα 6,1 δισ. ευρώ.   • Το 2017 οι φόροι στα ακίνητα διαμορφώθηκαν στα ίδια επίπεδα, με το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα να περιορίζεται και να φθάνει τα 6,19 δισ. ευρώ.
×
×
  • Create New...

Important Information

We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue.