Μετάβαση στο περιεχόμενο
  • Novatron
  • Engineer
    Engineer

    ΕΥ: Bελτιώθηκε κατά έξι θέσεις η κατάταξη της Ελλάδας στο δείκτη ΑΠΕ

    Η τελευταία έκδοση του Δείκτη ελκυστικότητας της ΕΥ για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), Renewable energy country attractiveness index – RECAI, καταγράφει σχετικά μικρές διαφοροποιήσεις ως προς τις 10 κορυφαίες αγορές, καθώς οι κυβερνήσεις και οι βιομηχανίες εξακολουθούν να προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο, εν μέσω γεωπολιτικής αστάθειας.

    Η Κίνα και οι ΗΠΑ παραμένουν στην πρώτη και τη δεύτερη θέση αντίστοιχα, μεταξύ των 40 κορυφαίων αγορών του Δείκτη, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο υποχωρεί στην όγδοη θέση, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις του Brexit.

    Σημαντική βελτίωση της κατάταξης της Ελλάδας

    Η Ελλάδα βρίσκεται για πρώτη φορά στην 28η θέση της κατάταξης, από την 34η θέση, κατά την προηγούμενη έκδοση της έκθεσης, και την 40η, στην οποία είχε βρεθεί πριν λίγα χρόνια. Η έκθεση σημειώνει ότι η χώρα μας μετακινείται προς μια πιο ανταγωνιστική διαδικασία ως προς την τιμολόγηση των ΑΠΕ, καθώς προετοιμάζεται για τη δημοπράτηση αιολικών και ηλιακών μονάδων παραγωγής ενέργειας, συνολικής ισχύος 2,6GW, στην πορεία προς την επίτευξη του στόχου για 18% συμμετοχή των ΑΠΕ στη συνολική παραγωγή ενέργειας έως το 2020.

    Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο κ. Τάσος Ιωσηφίδης, Εταίρος και Επικεφαλής του Τμήματος Χρηματοοικονομικών Συμβούλων της ΕΥ Ελλάδος, αναφέρει: «Η βελτίωση της κατάταξης της χώρας μας κατά έξι θέσεις αποτελεί ιδιαίτερα ενθαρρυντική εξέλιξη, ενόψει της δέσμευσής μας να φθάσουμε στον στόχο της συμμετοχής 18% ΑΠΕ στην παραγωγή ενέργειας μέχρι το 2020. Η αξιοποίηση του ανεκμετάλλευτου δυναμικού της χώρας στις ΑΠΕ αποτελεί ζήτημα πρώτης προτεραιότητας, τόσο για αναπτυξιακούς, όσο και για περιβαλλοντικούς λόγους. Για να βελτιώσει περαιτέρω την ελκυστικότητά της η Ελλάδα, θα πρέπει να γίνουν επιπρόσθετες παρεμβάσεις στο νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, προκειμένου να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά τα πάσης φύσεως γραφειοκρατικά εμπόδια και αντικίνητρα».

    Σταθερά στις πρώτες θέσεις ΗΠΑ και Κίνα

    Ενώ οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ κορυφώνονται, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής δασμών 30% στους εισαγόμενους ηλιακούς συλλέκτες από την αμερικανική κυβέρνηση, οι δύο χώρες διατηρούν τις θέσεις τους στον Δείκτη.

    Η χαμηλή κινητικότητα μεταξύ των υπολοίπων 10 κορυφαίων χωρών του Δείκτη, επιβεβαιώνει αυτήν την τάση. Παρότι, η Ινδία ανεβαίνει μία θέση, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση, η πρόοδος προς τον στόχο των 100GW από ηλιακή ενέργεια έχει καθυστερήσει, λόγω της αβεβαιότητας στον τομέα του εμπορίου, συμπεριλαμβανομένου ενός δασμού ύψους 25% στις εισαγωγές ηλιακών συλλεκτών. Αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι επενδύσεις σε ΑΠΕ υποχώρησαν κατά 46% σε ετήσια βάση το τρίτο τετράμηνο, λόγω του προβληματισμού για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις του Brexit στις εξαγωγές ενέργειας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και στις τιμές του εισαγόμενου εξοπλισμού.

    Αντίθετα, η τελευταία έκδοση του RECAI δείχνει ότι οι λιγότερο ώριμες αγορές, μεταξύ αυτών και η χώρα μας, εμφανίζονται πιο έτοιμες να προχωρήσουν σε δραστικές αλλαγές. Η Αργεντινή περιλαμβάνεται για πρώτη φορά μεταξύ των 10 κορυφαίων χωρών της κατάταξης, με την κυβέρνηση να παρέχει πολιτική στήριξη σε ΑΠΕ. Η Αίγυπτος ανεβαίνει πέντε θέσεις, στη 15η του Δείκτη, με τη συνολική αιολική δυναμικότητά της να αναμένεται να αυξηθεί κατά 3,3GW έως το 2027. Την ίδια ώρα, η Σουηδία, υποχωρεί κατά 10 θέσεις, από την 22η στην 32η θέση, καθώς η μεγάλη προσφορά αιολικής ενέργειας οδήγησε σε πτώση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας και των πράσινων πιστοποιητικών.

    Κρίσιμης σημασίας η ανάπτυξη των ηλεκτροκίνητων οχημάτων

    Ο Δείκτης RECAI υποδεικνύει περεταίρω πώς η τεχνολογία των ΑΠΕ και, ειδικότερα, η ανάπτυξη στα ηλεκτρικά οχήματα (electric vehicles – EVs), οδηγούν σε επιφυλακτικότητα των αγορών. Με τα EVs να θέτουν ως στόχο την ισοτιμία τιμής και αποδοτικότητας με τα αυτοκίνητα με κινητήρες εσωτερικής καύσης το 2025, σύμφωνα με έρευνα της ΕΥ, οι επενδυτές προσπαθούν να αντισταθμίσουν τις επενδύσεις τους, εστιάζοντας στις νέες τεχνολογίες. Ωστόσο, αυτό δημιουργεί σημαντική αβεβαιότητα, τόσο ως προς το πόσο γρήγορα τα EVs θα αντικαταστήσουν τα οχήματα εσωτερικής καύσης, αλλά και ως προς το πώς θα εξελιχθούν οι υποδομές φόρτισής τους.



    Σχόλια Μελών


    Δεν υπάρχουν σχόλια για προβολή.



    Δημιουργήστε ένα λογαριασμό ή συνδεθείτε προκειμένου να αφήσετε κάποιο σχόλιο

    Πρέπει να είστε μέλος για να μπορέσετε να αφήσετε κάποιο σχόλιο

    Δημιουργία λογαριασμού

    Κάντε μια δωρεάν εγγραφή στην κοινότητά μας. Είναι εύκολο!

    Εγγραφή νέου λογαριασμού

    Σύνδεση

    Εάν έχετε ήδη λογαριασμό; Συνδεθείτε εδώ.

    Συνδεθείτε τώρα

  • Παρόμοιο Περιεχόμενο

    • Από Engineer
      Το 7% των αναγκών της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια κάλυψαν τα φωτοβολταϊκά στην Ελλάδα, κατατάσσοντας την χώρα στην τέταρτη θέση διεθνώς σε ότι αφορά στη συμβολή των ηλιακών σταθμών στην συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αποκαλύπτουν τα προσωρινά στατιστικά στοιχεία της αγοράς φωτοβολταϊκών για το 2018, τα οποία δημοσιεύτηκαν από τον Σύνδεσμο Εταιρειών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ). 
      Αναλυτικότερα, η ανακοίνωση του ΣΕΦ έχει ως εξής: 
      Το 2018 ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση όλων των φωτοβολταϊκών σταθμών που προκρίθηκαν από τον πιλοτικό διαγωνισμό του Δεκεμβρίου 2016, ενώ η αγορά των συστημάτων αυτοπαραγωγής παρουσίασε μια αύξηση 11% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, παραμένοντας σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα του δυναμικού της χώρας. Για ακόμη μια χρονιά, τα φωτοβολταϊκά κάλυψαν περίπου το 7% των αναγκών της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια, φέρνοντας την Ελλάδα στην τέταρτη θέση διεθνώς (μετά από Ονδούρα, Ιταλία και Γερμανία) σε ότι αφορά στη συμβολή των φωτοβολταϊκών στη συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
       
      Διασυνδεδεμένα συστήματα
      MWp
      Νέα εγκατεστημένη ισχύς διασυνδεδεμένων φωτοβολταϊκών το 2018
      41
      Συνολική εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών ως και το 2018
      2.665

       Σε ότι αφορά στα συστήματα αυτοπαραγωγής με ενεργειακό συμψηφισμό, το 2018 εγκαταστάθηκαν 7,2 MWp. 
      Έτος
      Αριθμός νέων λειτουργούντων συστημάτων
      αυτοπαραγωγής
      Ισχύς (kWp)
      Μέση ισχύς ανά σύστημα (kWp)
      2015
      116
      1.821,16
      15,7
      2016
      447
      5.686,13
      12,7
      2017
      360
      6.489,50
      18,0
      2018
      348
      7.197,68
      20,7
      Σύνολο
      1.271
      21.194,47
      16,7
       
      * Τα στοιχεία για το 2018 είναι προσωρινά σε ότι αφορά τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (τελευταία ενημέρωση 3/10/2018).

      View full είδηση
    • Από Engineer
      Το 7% των αναγκών της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια κάλυψαν τα φωτοβολταϊκά στην Ελλάδα, κατατάσσοντας την χώρα στην τέταρτη θέση διεθνώς σε ότι αφορά στη συμβολή των ηλιακών σταθμών στην συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αποκαλύπτουν τα προσωρινά στατιστικά στοιχεία της αγοράς φωτοβολταϊκών για το 2018, τα οποία δημοσιεύτηκαν από τον Σύνδεσμο Εταιρειών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ). 
      Αναλυτικότερα, η ανακοίνωση του ΣΕΦ έχει ως εξής: 
      Το 2018 ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση όλων των φωτοβολταϊκών σταθμών που προκρίθηκαν από τον πιλοτικό διαγωνισμό του Δεκεμβρίου 2016, ενώ η αγορά των συστημάτων αυτοπαραγωγής παρουσίασε μια αύξηση 11% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, παραμένοντας σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα του δυναμικού της χώρας. Για ακόμη μια χρονιά, τα φωτοβολταϊκά κάλυψαν περίπου το 7% των αναγκών της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια, φέρνοντας την Ελλάδα στην τέταρτη θέση διεθνώς (μετά από Ονδούρα, Ιταλία και Γερμανία) σε ότι αφορά στη συμβολή των φωτοβολταϊκών στη συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
       
      Διασυνδεδεμένα συστήματα
      MWp
      Νέα εγκατεστημένη ισχύς διασυνδεδεμένων φωτοβολταϊκών το 2018
      41
      Συνολική εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών ως και το 2018
      2.665

       Σε ότι αφορά στα συστήματα αυτοπαραγωγής με ενεργειακό συμψηφισμό, το 2018 εγκαταστάθηκαν 7,2 MWp. 
      Έτος
      Αριθμός νέων λειτουργούντων συστημάτων
      αυτοπαραγωγής
      Ισχύς (kWp)
      Μέση ισχύς ανά σύστημα (kWp)
      2015
      116
      1.821,16
      15,7
      2016
      447
      5.686,13
      12,7
      2017
      360
      6.489,50
      18,0
      2018
      348
      7.197,68
      20,7
      Σύνολο
      1.271
      21.194,47
      16,7
       
      * Τα στοιχεία για το 2018 είναι προσωρινά σε ότι αφορά τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (τελευταία ενημέρωση 3/10/2018).
    • Από Engineer
      Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ξεπέρασαν τον άνθρακα ως βασική πηγή ενέργειας της Γερμανίας για πρώτη φορά το 2018, αντιπροσωπεύοντας περισσότερο από το 40% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με το Reuters.
      Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης στοχεύει σε μερίδιο 65% της ενέργειας για τις ανανεώσιμες πηγές έως το 2030, καθώς εγκαταλείπει την πυρηνική ενέργεια μέχρι το 2022 και σχεδιάζει μια ομαλή, σταδιακή κατάργηση του άνθρακα.
      Σύμφωνα με την έρευνα της οργάνωσης εφαρμοσμένων επιστημών Fraunhofer, η ηλιακή, η αιολική, και η υδροηλεκτρική παραγωγή μαζί με την παραγωγή βιομάζας αυξήθηκαν κατά 4,3% το 2018 για την παραγωγή 219 τεραβατώρων. Η καύση άνθρακα είχε μερίδιο 38%, ενώ το μερίδιο της πράσινης ενέργειας αυξήθηκε σε 42,5%, από 38,2% το 2017 και μόλις 19,1% το 2010.
      Το 2019 το ποσοστό αναμένεται να παραμείνει άνω του 40%, καθώς κατασκευάζονται περισσότερες ανανεώσιμες εγκαταστάσεις και τα καιρικά πρότυπα δεν αναμένεται να αλλάξουν δραματικά, αναφέρει η έρευνα.
      Η ηλιακή ενέργεια αυξήθηκε κατά 16% σε 45,7 τεραβατώρες λόγω παρατεταμένης καλοκαιρίας, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς αυξήθηκε κατά 3,2 γιγαβάτ πέρυσι φτάνοντας τα 45,5. Η βιομηχανία αιολικής ενέργειας παρήγαγε 111 τεραβατώρες, αποτελώντας το 20,4% της συνολικής γερμανικής ισχύος.
      Ξεχωριστά, η αιολική ήταν η μεγαλύτερη πηγή ενέργειας μετά την εγχώρια εξόρυξη καυσίμων άνθρακα με 24,1%. Οι μονάδες με εισαγόμενο λιθάνθρακα είχαν ποσοστό 13,9% επί του συνόλου. Η υδροηλεκτρική ενέργεια αντιπροσώπευε μόνο το 3,2% της παραγωγής ενέργειας, η βιομάζα το 8,3%, το φυσικό αέριο το 7,4%, και η πυρηνική ενέργεια το 13,3%, με το υπόλοιπο να προέρχεται από την καύση πετρελαίου και αποβλήτων.
      Η Γερμανία ήταν καθαρός εξαγωγέας ενέργειας το 2018, κυρίως στην Ολλανδία, εισάγοντας παράλληλα μεγάλες ποσότητες από τη Γαλλία.

      View full είδηση
    • Από Engineer
      Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ξεπέρασαν τον άνθρακα ως βασική πηγή ενέργειας της Γερμανίας για πρώτη φορά το 2018, αντιπροσωπεύοντας περισσότερο από το 40% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με το Reuters.
      Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης στοχεύει σε μερίδιο 65% της ενέργειας για τις ανανεώσιμες πηγές έως το 2030, καθώς εγκαταλείπει την πυρηνική ενέργεια μέχρι το 2022 και σχεδιάζει μια ομαλή, σταδιακή κατάργηση του άνθρακα.
      Σύμφωνα με την έρευνα της οργάνωσης εφαρμοσμένων επιστημών Fraunhofer, η ηλιακή, η αιολική, και η υδροηλεκτρική παραγωγή μαζί με την παραγωγή βιομάζας αυξήθηκαν κατά 4,3% το 2018 για την παραγωγή 219 τεραβατώρων. Η καύση άνθρακα είχε μερίδιο 38%, ενώ το μερίδιο της πράσινης ενέργειας αυξήθηκε σε 42,5%, από 38,2% το 2017 και μόλις 19,1% το 2010.
      Το 2019 το ποσοστό αναμένεται να παραμείνει άνω του 40%, καθώς κατασκευάζονται περισσότερες ανανεώσιμες εγκαταστάσεις και τα καιρικά πρότυπα δεν αναμένεται να αλλάξουν δραματικά, αναφέρει η έρευνα.
      Η ηλιακή ενέργεια αυξήθηκε κατά 16% σε 45,7 τεραβατώρες λόγω παρατεταμένης καλοκαιρίας, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς αυξήθηκε κατά 3,2 γιγαβάτ πέρυσι φτάνοντας τα 45,5. Η βιομηχανία αιολικής ενέργειας παρήγαγε 111 τεραβατώρες, αποτελώντας το 20,4% της συνολικής γερμανικής ισχύος.
      Ξεχωριστά, η αιολική ήταν η μεγαλύτερη πηγή ενέργειας μετά την εγχώρια εξόρυξη καυσίμων άνθρακα με 24,1%. Οι μονάδες με εισαγόμενο λιθάνθρακα είχαν ποσοστό 13,9% επί του συνόλου. Η υδροηλεκτρική ενέργεια αντιπροσώπευε μόνο το 3,2% της παραγωγής ενέργειας, η βιομάζα το 8,3%, το φυσικό αέριο το 7,4%, και η πυρηνική ενέργεια το 13,3%, με το υπόλοιπο να προέρχεται από την καύση πετρελαίου και αποβλήτων.
      Η Γερμανία ήταν καθαρός εξαγωγέας ενέργειας το 2018, κυρίως στην Ολλανδία, εισάγοντας παράλληλα μεγάλες ποσότητες από τη Γαλλία.
    • Από Engineer
      Σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ισπανία, η Ιταλία και άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης, αλλά και η Τουρκία, θα αντιμετωπίσουν αυξημένες ελλείψεις νερού.
      Σε αυτή την έρευνα, πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στους υδάτινους πόρους της Ευρώπης, εστιάζοντας στις επιπτώσεις της θέρμανσης των 2 ° C. Οι προβολές του κλίματος από το 1981 έως το 2002 διεξήχθησαν μέσω ενός κατανεμημένου υδρολογικού μοντέλου, υποθέτοντας τη συνεχή χρήση της γης και τη ζήτηση νερού.
      Η έρευνα εκτιμά ότι ενώ από τη μία θα υπάρχουν αυξημένες πλημμύρες, από την άλλη θα επιδεινώνεται η λειψυδρία, ιδίως τα καλοκαίρια. Οι συνέπειες αποδίδονται κατά κύριο λόγο στην κλιματική αλλαγή (σε ποσοστό 80% ως 90%) και δευτερευόντως σε άλλους παράγοντες, όπως η χρήση της γης και του νερού (10% ως 20%).

      Οι ερευνητές προβλέπουν σημαντικές μειώσεις στην αναπλήρωση του υδροφόρου ορίζοντα. Ιδίως για την Ελλάδα, προβλέπεται μια ετήσια απώλεια της τάξης των 810 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού, την Ισπανία και την Πορτογαλία, κάτι που σημαίνει μειωμένη διαθεσιμότητα νερού για άρδευση γεωργικών καλλιεργειών, άρα και μειωμένη διαθεσιμότητα τροφίμων.
      Η αυξανόμενη ξηρασία στον Ευρωπαϊκό Νότο θα οδηγήσει σε ολοένα μεγαλύτερη έλλειψη νερού και σε μειωμένα υδάτινα αποθέματα για τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια σε μεσογειακές χώρες όπως η Ελλάδα. Αυτό θα έχει ως συνέπεια, εκτός από τη γεωργία και τα τρόφιμα, να επηρεασθούν αρνητικάεπίσης οι τομείς της παραγωγής ενέργειας και των μεταφορών.
      Για την Ελλάδα -σε περίπτωση ανόδου της θερμοκρασίας κατά δύο βαθμούς- αναμένεται μια ετήσια μείωση της τάξης του 2% στην εισροή υδάτων στα υδροηλεκτρικά εργοστάσια, ενώ αντίθετα για τη βόρεια Ευρώπη προβλέπεται μια αύξηση περίπου κατά 13%. Αν όμως η άνοδος της θερμοκρασίας είναι μεγαλύτερη, έως το τέλος του αιώνα η μείωση στα υδροηλεκτρικά εργοστάσια μπορεί να φθάσει το 10%.
      Η Ελλάδα και η Κύπρος είναι οι δύο χώρες που -με μια άνοδο της θερμοκρασίας κατά δύο βαθμούς- προβλέπεται να έχουν την μεγαλύτερη πίεση στη διαθεσιμότητα του νερού, καθώς προβλέπεται μια αύξηση περίπου κατά 100% στην αναλογία ζήτησης νερού προς διαθεσιμότητά του (water demand-availability ratio-WEI), δηλαδή θα έχουν την μεγαλύτερη ανισορροπία ζήτησης-προσφοράς νερού στην Ευρώπη.
      Οι επιστήμονες έκαναν εκτιμήσεις σε βάθος 30 ετών με βάση αφενός ένα αισιόδοξο σενάριο, (να επιτευχθεί ο στόχος της Συμφωνίας των Παρισίων το 2015 για άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας λιγότερο από δύο βαθμούς Κελσίου) και αφετέρου ένα απαισιόδοξο σενάριο, (η άνοδος της θερμοκρασίας θα ξεπεράσει τους δύο βαθμούς και μπορεί να φθάσει ακόμη και τους τέσσερις). Αν και στην πρώτη πιο αισιόδοξη περίπτωσηοι συνέπειες αναμένονται λιγότερο σοβαρές, παρόλα αυτά, πάλι προβλέπονται περισσότερες πλημμύρες και μεγαλύτερη λειψυδρία.
      Συνολικά στις μεσογειακές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο αριθμός των ανθρώπων που προβλέπεται να επηρεασθούν από την έλλειψη νερού έως το τέλος του αιώνα μας, αν ισχύσει το αισιόδοξο σενάριο, θα αυξηθεί από 85 εκατομμύρια σήμερα, σε 104 εκατομμύρια.
      Οι χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης θα έχουν στο μέλλον μεγαλύτερα αποθέματα νερού κάθε χρόνο, αλλά και περισσότερες πλημμύρες σε σχέση με τις χώρες της Νότιας Ευρώπης. Η μελέτη προτείνει να ληφθούν περισσότερα προληπτικά μέτρα, ιδίως στη Νότια Ευρώπη, όπως καλύτερη διαχείριση του νερού για άρδευση, φύτεμα περισσότερων καλλιεργειών ανθεκτικών στην ξηρασία, αύξηση του τιμολογίου για αγροτική και βιομηχανική χρήση του νερού, ανάπτυξη νέων τεχνολογιών ψύξης στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής (ώστε να καταναλώνουν λιγότερο νερό) κ.α.

      Η μελέτη προειδοποιεί ότι «αν η ζήτηση νερού παραμείνει στα σημερινά επίπεδα και χωρίς σημαντικές προσπάθειες για εξοικονόμηση νερού, η άνοδος της θερμοκρασίαςκαι η μείωση των βροχοπτώσεων λόγω κλιματικής αλλαγής στη Μεσόγειο θα προκαλέσει ακραίες αυξήσεις στη λειψυδρία. Οι άνθρωποι που ήδη έχουν επηρεασθεί υπό τις παρούσες κλιματικές συνθήκες, στο μέλλον θα έλθουν αντιμέτωποι με πολύ πιο σοβαρή έλλειψη νερού από ό,τι τώρα».
      Και δεύτερη μελέτη επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα
      Μια δεύτερη διεθνής έρευνα, με επικεφαλής τον καθηγητή Ασίς Σάρμα του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας της Αυστραλίας, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά (Nature Geoscience, Geophysical Research Letters, Scientific Reports, Water Resources Research), επιβεβαιώνει το παράδοξο: τα αποθέματα νερού συρρικνώνονται, ενώ η κλιματική αλλαγή προκαλεί πιο έντονες βροχοπτώσεις και πλημμύρες. Η αιτία είναι ότι η άνοδος της θερμοκρασίας οδηγεί σε μεγαλύτερη ξηρασία του εδάφους, ιδίως σε περιοχές ήδη ξηρές.
      Η μελέτη – η πιο εκτεταμένη διεθνής ανάλυση για τις βροχές και τις ροές των ποταμών μέχρι σήμερα– έλαβε υπόψη της στοιχεία από χιλιάδες σταθμούς παρατήρησης σε 160 χώρες. «Αυτό που δεν περιμέναμε, είναι ότι, παρά τις έξτρα βροχές παντού στον κόσμο, τα μεγάλα ποτάμια σταδιακά στερεύουν. Λιγότερο νερό στα ποτάμια μας σημαίνει λιγότερο νερό στις πόλεις και στα αγροκτήματα. Και πιο ξηρό έδαφος σημαίνει πως οι αγρότες θα χρειάζονται περισσότερο νερό για να μεγαλώσουν τις ίδιες καλλιέργειες. Είναι τρομερά ανησυχητικό ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει παντού στον κόσμο».
      Οι επιστήμονες έχουν υπολογίσει ότι για κάθε 100 σταγόνες βροχής που πέφτουν στη γη, μόνο οι 36 μετατρέπονται σε «μπλε νερό», δηλαδή εισέρχονται στις λίμνες, στα ποτάμια και στον υδροφόρο ορίζοντα, συνεπώς μπορούν να αξιοποιηθούν για τις ανθρώπινες ανάγκες. Τα υπόλοιπα δύο τρίτα της βροχής γίνονται «πράσινο νερό», δηλαδή κατακρατούνται ως υγρασία από το έδαφος.
      Όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία του πλανήτη, τόσο περισσότερο νερό εξατμίζεται από το έδαφος, το οποίο έτσι απορροφά μεγαλύτερη ποσότητα της βροχής, με αποτέλεσμα να απομένει όλο και λιγότερο «μπλε νερό» για ανθρώπινη χρήση.
      «Το πρόβλημα είναι διπλό», τόνισε ο Σάρμα. «Από τη μία ολοένα λιγότερο νερό καταλήγει εκεί όπου μπορούμε να το αποθηκεύσουμε για κατοπινή χρήση. Από την άλλη, οι βροχές γίνονται πιο έντονες, κατακλύζοντας τα συστήματα απορροής στις πόλεις και οδηγώντας σε συχνότερες και πιο έντονες πλημμύρες σε αστικές περιοχές».
      Οι ερευνητές προτείνουν νέες πολιτικές για το νερό, όπως λιγότερο εντατική χρήση του στη γεωργία, αλλά και υποδομές για την αποθήκευση του νερού των αστικών πλημμυρών, ώστε να μη πηγαίνει χαμένο. Το Τόκιο, που κάποτε πλημμύριζε κάθε χρόνο, πρωτοπορεί σε αυτό τον τομέα, καθώς έχει δημιουργήσει μια μεγάλη υπόγεια δεξαμενή, όπου συσσωρεύονται τα νερά των πλημμυρών και αργότερα αξιοποιούνται. Σήμερα πια η ιαπωνική πρωτεύουσα δεν πλήττεται από πλημμυρικά φαινόμενα, ενώ παράλληλα έχει περισσότερο διαθέσιμο νερό.
      Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση: https://ec.europa.eu/jrc/en/publication/impact-changing-climate-land-use-and-water-usage-europe-s-water-resources-model-simulation-study
      Σχετικά Άρθρα:
      ΟΗΕ: Η Ελλάδα στις 18 πιο τρωτές περιοχές του πλανήτη Θαλάσσιος οργανισμός δίνει τη λύση για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας λειψυδρίας Πηγές: ΑΠΕ-ΜΠΕ, ec.europa.eu

      View full είδηση
×

Σημαντικό

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώνουμε το περιεχόμενο του website μας. Μπορείτε να τροποποιήσετε τις ρυθμίσεις των cookie, ή να δώσετε τη συγκατάθεσή σας για την χρήση τους.