Μετάβαση στο περιεχόμενο
  • Novatron
  • Engineer
    Engineer

    Στο 55% από 40% ανεβάζει τον στόχο μείωσης των εκπομπών CO2 μέχρι το 2030 το Ευρωκοινοβούλιο με νέα απόφασή του

    Σε ψηφοφορία που πραγματοποιήθηκε σήμερα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ του να αυξηθεί ο στόχος μείωσης των εκπομπών άνθρακα μέχρι το 2030, από 40% που είναι σήμερα σε 55% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990.

    Ειδικότερα, το Ευρωκοινοβούλιο, στην ανακοίνωσή του, υπογραμμίζει πως ο στόχος μηδενικών εκπομπών άνθρακα πρέπει να επιτευχθεί το αργότερο μέχρι το 2050. Η ψηφοφορία των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αφορούσε μια μη δεσμευτική απόφαση επί της στρατηγικής της ΕΕ για το Κλίμα, η οποία παρουσιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον περασμένο Νοέμβριο.

    Σε αυτό το σχέδιο στρατηγικής για το Κλίμα, η Κομισιόν είχε παρουσιάσει οκτώ σενάρια μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στην πορεία προς το 2050. Ωστόσο, μόνο σε δύο εξ’ αυτών υπήρχε πρόβλεψη μηδενισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2050, σύμφωνα με όσα αναφέρουν ευρωβουλευτές.

    Τέλος, σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα στο διεθνή τύπο, οι ευρωπαίοι ηγέτες θα επιδιώξουν να καταλήξουν σε συμφωνία για τον στόχο περιορισμού των εκπομπών στην ειδική διάσκεψη της ΕΕ που θα πραγματοποιηθεί τον Μάιο στη Ρουμανία, πριν την Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Κλίμα τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.



    Σχόλια Μελών


    Δεν υπάρχουν σχόλια για προβολή.



    Δημιουργήστε ένα λογαριασμό ή συνδεθείτε προκειμένου να αφήσετε κάποιο σχόλιο

    Πρέπει να είστε μέλος για να μπορέσετε να αφήσετε κάποιο σχόλιο

    Δημιουργία λογαριασμού

    Κάντε μια δωρεάν εγγραφή στην κοινότητά μας. Είναι εύκολο!

    Εγγραφή νέου λογαριασμού

    Σύνδεση

    Εάν έχετε ήδη λογαριασμό; Συνδεθείτε εδώ.

    Συνδεθείτε τώρα

  • Παρόμοιο Περιεχόμενο

    • Από Engineer
      Με ετήσιες μειώσεις 2% του ελληνικού ΑΕΠ ως το 2050 και ποσοστιαία υποχώρηση κατά 3%-6% για την περίοδο έως και το 2100, «απειλεί» η κλιματική αλλαγή τη χώρα μας, ενώ σωρευτικά «η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στην Ελλάδα, μπορεί να οδηγήσει σε απώλειες ύψους 701 δισ. ευρώ μέχρι το 2100», επισήμανε μιλώντας στο ΑΜΠΕ ο καθηγητής Οικονομικών του Περιβάλλοντος Ευτύχιος Σαρτζετάκης, διευθυντής του Εργαστηρίου Οικονομικών και Διαχείρισης της Βιώσιμης Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
      Λέγοντας ότι εν έτει 2019 ελάχιστα έχουν γίνει από αυτά που απαιτούνται προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην χώρα μας, και παρά το γεγονός ότι από το 2011 έχει εκδοθεί η μελέτη με τίτλο «Οι περιβαλλοντικές, Οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα», ο κ. Σαρτζετάκης υπογράμμισε την ανάγκη εκπόνησης μελετών στρατηγικής προσαρμογής για την κλιματική αλλαγή σε επίπεδο περιφερειών.
      «Επιβάλλεται να επιδιώξουμε επενδύσεις προσαρμογής εν μέσω της κλιματικής αλλαγής», υπογράμμισε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε: «Ο μικρός στρατηγικός σχεδιασμός που έγινε από εμάς τους επιστήμονες εθελοντικά, δεν αρκεί σε καμία περίπτωση».
      Η προαναφερόμενη μελέτη έγινε υπό την αιγίδα της Τραπέζης της Ελλάδος, η οποία συνέστησε τη διεπιστημονική Επιτροπή για τη Μελέτη των Επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ).
      Στην ΕΜΕΚΑ, όπως εξήγησε ο κ. Σαρτζετάκης, οικονομολόγοι του περιβάλλοντος και της ενέργειας, σε συνεργασία με κλιματολόγους, φυσικούς, βιολόγους, μηχανικούς και κοινωνικούς επιστήμονες, εκπονούν μελέτες που αξιολογούν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ελληνική οικονομία, αναλύουν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα, και προτείνουν τρόπους προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας προς βιώσιμα μοντέλα ανάπτυξης.
      Κατά τον κ. Σαρτζερτάκη, στην Ελλάδα πρέπει άμεσα να «επιδιώξουμε επενδύσεις προσαρμογής για την κλιματική αλλαγή». Επισημαίνοντας δε ότι η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να προσαρμοστεί στις ανάγκες μετριασμού και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, ο ίδιος τόνισε ότι «όπως κάθε μεγάλη αλλαγή εμπεριέχει κινδύνους, προσφέρει όμως και ευκαιρίες».
      Στο πλαίσιο αυτό, ο ίδιος επισήμανε ότι όσον αφορά τον μετριασμό, «ήδη γίνονται κάποια, όχι αρκετά, βήματα για την μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλού άνθρακα. Τα βήματα αυτά είναι μονομερείς δράσεις σε εθνικό ή ακόμη και περιφερειακό επίπεδο. Απαιτούνται άμεσα ταχύτατες μειώσεις των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου», τόνισε.
      Όσον αφορά την προσαρμογή, κατά τον κ. Σαρτζετάκη, οι επενδύσεις σε αντιπλημμυρικά έργα, αλλαγή στις καλλιέργειες, μεταβολές σε κλάδους όπως ο τουρισμός, «προσφέρουν και οικονομικές ευκαιρίες, τα οφέλη των οποίων θα πρέπει με κατάλληλο σχεδιασμό να διευρυνθούν και να διαχυθούν στην κοινωνία».
      Στο πλαίσιο αυτό επισήμανε ότι θα πρέπει να ληφθούν μέτρα «ώστε οι επενδύσεις στον μετριασμό και την προσαρμογή να λειτουργήσουν προς όφελος της ανάπτυξης (όχι της μεγέθυνσης μόνον), δημιουργώντας ευκαιρίες και οφέλη για το σύνολο της κοινωνίας και ιδιαίτερα των πλέον ευπαθών ομάδων».
      Για να επιτευχθούν τα προαναφερόμενα και να μειωθούν οι μειώσεις εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) με την απαιτούμενη ταχύτητα, σύμφωνα με τον κ. Σαρτζετάκη «θα πρέπει να αυξηθεί το κόστος των δραστηριοτήτων που εκπέμπουν CO2».
      Εξήγησε ότι ένα από τα βασικά θέματα των οικονομικών της κλιματικής αλλαγής «αφορά στον προσδιορισμό του πλήρους κόστους ενός τόνου άνθρακα (προφανώς μεγαλύτερο από το ιδιωτικό κόστος, όπως προσδιορίζεται από την ελεύθερη αγορά)».
      Κατά τον ίδιο, το πρόβλημα είναι πόσο είναι το επιπλέον αυτό κόστος, το οποίο θα μπορούσε να επιβληθεί μέσω πολιτικών, ώστε να «διορθώσει» τις αγορές. Το κόστος αυτό ονομάζεται κοινωνικό κόστος άνθρακα (social cost of carbon SCC) και για τον προσδιορισμό τους όπως εξήγησε, χρησιμοποιούνται εξαιρετικά περίπλοκα υποδείγματα (Integrated Assessment Models) που ενσωματώνουν κλιματικές και οικονομικές παραμέτρους.
      Μια πραγματική εκτίμηση του κόστους του άνθρακα μας προσφέρει η τιμή των αδειών εκπομπής CO2 που διαμορφώνεται στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ –ΕΕ, EU-ETS).
      «Η τιμή των αδειών παρέμεινε γύρω στα 7 ευρώ/τόνο μέχρι το τέλος της δεύτερης φάσης, ενώ μετά το τέλος του 2017 αυξήθηκε απότομα, φτάνοντας τα 20 ευρώ/τόνο προς τα τέλη του 2018» σημείωσε ο ίδιος, προσθέτοντας ότι «η ταχεία αυτή αύξηση οφείλεται εν μέρει στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά κυρίως στις προσαρμογές που γίνονται εν αναμονή της μείωσης του αριθμού των αδειών, που θα προκληθεί από το Market Stability Reserve κατά την περίοδο 2019-2023».
      Στο πλαίσιο αυτό, ο ίδιος επισήμανε ότι η «πλειοψηφία των αναλυτών εκτιμά ότι η αύξηση των τιμών θα συνεχιστεί, με σημαντικές επιπτώσεις στην τιμή της ενέργειας σε όλες τις χώρες της ΕΕ, αλλά κυρίως σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η παραγωγή ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας, που αντιπροσωπεύει σχεδόν το 60% των εκπομπών CO2 της χώρας, έχει πολύ υψηλή ένταση εκπομπών (σχεδόν τριπλάσια από τη μέση της ΕΕ των 28 κρατών-μελών). Η τιμή των αδειών προβλέπεται να φτάσει τα 40-60 ευρώ /τόνο μέχρι το 2023, ενώ υπάρχουν προβλέψεις για έως και 100 ευρώ/ τόνο».
      Υπογραμμίζεται ότι ο κ. Σαρτζετάκης θα είναι ομιλητής στο 2ο αγροτικό συνέδριο που διοργανώνει αύριο στη Θεσσαλονίκη ο Σύνδεσμος Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΑΣΟΕΕ) και στην τοποθέτησή του θα αναφερθεί και στην έκθεση της διακυβερνητικής επιτροπής για την αλλαγή κλίματος, που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο.
      Μεταξύ άλλων, στη διάρκεια της τοποθέτησής του, ο ίδιος θα θέσει επί τάπητος τους «τεράστιους κινδύνους» που ενέχει η κλιματική αλλαγή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί τα τελευταία χρόνια.

      View full είδηση
    • Από Engineer
      Με ετήσιες μειώσεις 2% του ελληνικού ΑΕΠ ως το 2050 και ποσοστιαία υποχώρηση κατά 3%-6% για την περίοδο έως και το 2100, «απειλεί» η κλιματική αλλαγή τη χώρα μας, ενώ σωρευτικά «η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στην Ελλάδα, μπορεί να οδηγήσει σε απώλειες ύψους 701 δισ. ευρώ μέχρι το 2100», επισήμανε μιλώντας στο ΑΜΠΕ ο καθηγητής Οικονομικών του Περιβάλλοντος Ευτύχιος Σαρτζετάκης, διευθυντής του Εργαστηρίου Οικονομικών και Διαχείρισης της Βιώσιμης Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
      Λέγοντας ότι εν έτει 2019 ελάχιστα έχουν γίνει από αυτά που απαιτούνται προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην χώρα μας, και παρά το γεγονός ότι από το 2011 έχει εκδοθεί η μελέτη με τίτλο «Οι περιβαλλοντικές, Οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα», ο κ. Σαρτζετάκης υπογράμμισε την ανάγκη εκπόνησης μελετών στρατηγικής προσαρμογής για την κλιματική αλλαγή σε επίπεδο περιφερειών.
      «Επιβάλλεται να επιδιώξουμε επενδύσεις προσαρμογής εν μέσω της κλιματικής αλλαγής», υπογράμμισε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε: «Ο μικρός στρατηγικός σχεδιασμός που έγινε από εμάς τους επιστήμονες εθελοντικά, δεν αρκεί σε καμία περίπτωση».
      Η προαναφερόμενη μελέτη έγινε υπό την αιγίδα της Τραπέζης της Ελλάδος, η οποία συνέστησε τη διεπιστημονική Επιτροπή για τη Μελέτη των Επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ).
      Στην ΕΜΕΚΑ, όπως εξήγησε ο κ. Σαρτζετάκης, οικονομολόγοι του περιβάλλοντος και της ενέργειας, σε συνεργασία με κλιματολόγους, φυσικούς, βιολόγους, μηχανικούς και κοινωνικούς επιστήμονες, εκπονούν μελέτες που αξιολογούν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ελληνική οικονομία, αναλύουν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα, και προτείνουν τρόπους προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας προς βιώσιμα μοντέλα ανάπτυξης.
      Κατά τον κ. Σαρτζερτάκη, στην Ελλάδα πρέπει άμεσα να «επιδιώξουμε επενδύσεις προσαρμογής για την κλιματική αλλαγή». Επισημαίνοντας δε ότι η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να προσαρμοστεί στις ανάγκες μετριασμού και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, ο ίδιος τόνισε ότι «όπως κάθε μεγάλη αλλαγή εμπεριέχει κινδύνους, προσφέρει όμως και ευκαιρίες».
      Στο πλαίσιο αυτό, ο ίδιος επισήμανε ότι όσον αφορά τον μετριασμό, «ήδη γίνονται κάποια, όχι αρκετά, βήματα για την μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλού άνθρακα. Τα βήματα αυτά είναι μονομερείς δράσεις σε εθνικό ή ακόμη και περιφερειακό επίπεδο. Απαιτούνται άμεσα ταχύτατες μειώσεις των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου», τόνισε.
      Όσον αφορά την προσαρμογή, κατά τον κ. Σαρτζετάκη, οι επενδύσεις σε αντιπλημμυρικά έργα, αλλαγή στις καλλιέργειες, μεταβολές σε κλάδους όπως ο τουρισμός, «προσφέρουν και οικονομικές ευκαιρίες, τα οφέλη των οποίων θα πρέπει με κατάλληλο σχεδιασμό να διευρυνθούν και να διαχυθούν στην κοινωνία».
      Στο πλαίσιο αυτό επισήμανε ότι θα πρέπει να ληφθούν μέτρα «ώστε οι επενδύσεις στον μετριασμό και την προσαρμογή να λειτουργήσουν προς όφελος της ανάπτυξης (όχι της μεγέθυνσης μόνον), δημιουργώντας ευκαιρίες και οφέλη για το σύνολο της κοινωνίας και ιδιαίτερα των πλέον ευπαθών ομάδων».
      Για να επιτευχθούν τα προαναφερόμενα και να μειωθούν οι μειώσεις εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) με την απαιτούμενη ταχύτητα, σύμφωνα με τον κ. Σαρτζετάκη «θα πρέπει να αυξηθεί το κόστος των δραστηριοτήτων που εκπέμπουν CO2».
      Εξήγησε ότι ένα από τα βασικά θέματα των οικονομικών της κλιματικής αλλαγής «αφορά στον προσδιορισμό του πλήρους κόστους ενός τόνου άνθρακα (προφανώς μεγαλύτερο από το ιδιωτικό κόστος, όπως προσδιορίζεται από την ελεύθερη αγορά)».
      Κατά τον ίδιο, το πρόβλημα είναι πόσο είναι το επιπλέον αυτό κόστος, το οποίο θα μπορούσε να επιβληθεί μέσω πολιτικών, ώστε να «διορθώσει» τις αγορές. Το κόστος αυτό ονομάζεται κοινωνικό κόστος άνθρακα (social cost of carbon SCC) και για τον προσδιορισμό τους όπως εξήγησε, χρησιμοποιούνται εξαιρετικά περίπλοκα υποδείγματα (Integrated Assessment Models) που ενσωματώνουν κλιματικές και οικονομικές παραμέτρους.
      Μια πραγματική εκτίμηση του κόστους του άνθρακα μας προσφέρει η τιμή των αδειών εκπομπής CO2 που διαμορφώνεται στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ –ΕΕ, EU-ETS).
      «Η τιμή των αδειών παρέμεινε γύρω στα 7 ευρώ/τόνο μέχρι το τέλος της δεύτερης φάσης, ενώ μετά το τέλος του 2017 αυξήθηκε απότομα, φτάνοντας τα 20 ευρώ/τόνο προς τα τέλη του 2018» σημείωσε ο ίδιος, προσθέτοντας ότι «η ταχεία αυτή αύξηση οφείλεται εν μέρει στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά κυρίως στις προσαρμογές που γίνονται εν αναμονή της μείωσης του αριθμού των αδειών, που θα προκληθεί από το Market Stability Reserve κατά την περίοδο 2019-2023».
      Στο πλαίσιο αυτό, ο ίδιος επισήμανε ότι η «πλειοψηφία των αναλυτών εκτιμά ότι η αύξηση των τιμών θα συνεχιστεί, με σημαντικές επιπτώσεις στην τιμή της ενέργειας σε όλες τις χώρες της ΕΕ, αλλά κυρίως σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η παραγωγή ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας, που αντιπροσωπεύει σχεδόν το 60% των εκπομπών CO2 της χώρας, έχει πολύ υψηλή ένταση εκπομπών (σχεδόν τριπλάσια από τη μέση της ΕΕ των 28 κρατών-μελών). Η τιμή των αδειών προβλέπεται να φτάσει τα 40-60 ευρώ /τόνο μέχρι το 2023, ενώ υπάρχουν προβλέψεις για έως και 100 ευρώ/ τόνο».
      Υπογραμμίζεται ότι ο κ. Σαρτζετάκης θα είναι ομιλητής στο 2ο αγροτικό συνέδριο που διοργανώνει αύριο στη Θεσσαλονίκη ο Σύνδεσμος Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΑΣΟΕΕ) και στην τοποθέτησή του θα αναφερθεί και στην έκθεση της διακυβερνητικής επιτροπής για την αλλαγή κλίματος, που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο.
      Μεταξύ άλλων, στη διάρκεια της τοποθέτησής του, ο ίδιος θα θέσει επί τάπητος τους «τεράστιους κινδύνους» που ενέχει η κλιματική αλλαγή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί τα τελευταία χρόνια.
    • Από Homer
      Ξεκινάω με κανονική πίεση νερού στον λέβητα στα 1,5 bars στη πράσινη περιοχή του πιεσόμετρου. Μετά ανάβω τον θερμοστάτη να κάψει και σε λίγη ώρα αρχίζει να τρέχει ζεστό νερό από το μαύρο σωληνάκι που συνδέεται με την βαλβίδα ασφαλείας (φώτο 1). Η πίεση όταν δουλεύει ο λέβητας φτάνει στο κόκκινο στο 3bars περίπου (με θερμοκρασία καλοριφέρ στο 73 περίπου σε πολύ κρύα μέρα) και τότε αρχίζει να τρέχει το νερό από τον μαύρο σωλήνα. Όταν κλείσω τον θερμοστάτη και αρχίζουν να κρυώνουν τα νερά στον λέβητα η πίεση πέφτει κι άλλο και έχω σφάλμα Ε1 χαμηλής πίεσης οπότε ο λέβητας δεν δουλεύει και θέλει αναγόμωση με νερό. Τί να φταίει. Μήπως το δοχείο διαστολής; Επίσης έχω παραμελήσει την συντήρηση του...
      Κατά 90% δεν θα μπορέσω να το φτιάξω ακόμα και αν με βοηθήσετε αλλά ίσως έτσι να πω κάτι χρήσιμο στον τεχνικό που θα έρθει να το δει (και να κάνει και την συντήρηση του!)
      Το μαύρο σωληνάκι με τί άλλο συνδέεται αριστερά εκτός από την βαλβίδα ασφαλείας πίεσης νερού;
      Στην δεύτερη φώτο έπαιξα με τον στογγυλό διακόπτη που ρυθμίζει την μεγίστη θερμοκρασία νερού καλοριφέρ (έφτανε μέχρι 73C) μέσω καμυπών αντιστάθμισης αλλά πάλι τα ίδια, αποτέλεσμα δεν είδα.
      Ο λέβητας είναι συμπύκνωσης, 4,5 χρονών.
      Απ' όσο ξέρω μπορεί να μπει νερό στο δοχείο διαστολής στο τμήμα που πρέπει να έχει μόνο πιεσμένο αέρα και να προκαλέσει έτσι αύξηση πίεσης και ενεργοποίηση της βαλβίδας ασφαλείας. Αυτό νομίζω φαίνεται με το να βγάζει νερό η βαλβίδα του δοχείου διαστολής όταν αδιάζουμε τον αέρα οπότε είναι για πέταμα.
      Ευχαριστώ.


    • Από Engineer
      Οι υπουργοί από δέκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να χαράξει μια «αξιόπιστη και λεπτομερή» πορεία προς το μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών ως το 2050, πριν την έναρξη της κεντρικής στρατηγικής κλιματικής αλλαγής που θα λάβει χώρα την επόμενη εβδομάδα.
      Οι Υπουργοί Ενέργειας και Περιβάλλοντος της Δανίας, της Φινλανδίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου, της Ολλανδίας, της Πορτογαλίας, της Σλοβενίας, της Ισπανίας και της Σουηδίας υπέγραψαν κοινή επιστολή προς τον Επίτροπο Μιγκέλ Αρίας Κανιέτε, ζητώντας σαφή κατεύθυνση προς την επίτευξη αυτού του στόχου.
      Σύμφωνα με τους νέους ενεργειακούς κανόνες της ΕΕ και τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Μάρτιο, η Επιτροπή πρέπει να παρουσιάσει μέχρι το τέλος του 2018 μια κλιματική στρατηγική που θα δείξει πώς μπορεί η Ευρώπη να επιτύχει τους στόχους της συμφωνίας του Παρισίου.
      Στις 28 Νοεμβρίου, το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ θα παρουσιάσει τη στρατηγική του για το 2050, και η ευρωπαϊκή νομοθεσία το υποχρεώνει να περιλαμβάνει στα οκτώ πιθανά σχέδια τουλάχιστον μία οδό προς μηδενικές εκπομπές, καθώς και ένα σχέδιο που θα επιτρέψει στην ευρωπαϊκή οικονομία να συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις της Συμφωνίας του Παρισιού για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης. Τα κράτη μέλη θα επιλέξουν τελικά το σχέδιο που προτιμούν.
      Στην κοινή τους επιστολή, η οποία δημοσιεύθηκε από τον ιστοχώρο πληροφόρησης για την ΕΕ, Euractiv, τα δέκα κράτη μέλη, τα οποία αντιπροσωπεύουν το 51% του πληθυσμού της ΕΕ, «ενθαρρύνουν την Επιτροπή να καθορίσει μία σαφή κατεύθυνση προς τις μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2050» και επιμένουν ότι αυτό πρέπει να παρουσιαστεί με «αξιόπιστο και λεπτομερή τρόπο».
      Η επιστολή ακολουθεί ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο προέτρεψε την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι η στρατηγική θα περιλαμβάνει μια επιλογή μηδενικών εκπομπών για το 2050.
      Ωστόσο, δεν είναι ακόμα σαφές εάν η Επιτροπή θα προτείνει πράγματι ένα από τα σχέδια ρητά στα κράτη μέλη ή αν θα αφήσει το ζήτημα εξ ολοκλήρου στη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου.

      View full είδηση
    • Από Engineer
      Οι υπουργοί από δέκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να χαράξει μια «αξιόπιστη και λεπτομερή» πορεία προς το μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών ως το 2050, πριν την έναρξη της κεντρικής στρατηγικής κλιματικής αλλαγής που θα λάβει χώρα την επόμενη εβδομάδα.
      Οι Υπουργοί Ενέργειας και Περιβάλλοντος της Δανίας, της Φινλανδίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου, της Ολλανδίας, της Πορτογαλίας, της Σλοβενίας, της Ισπανίας και της Σουηδίας υπέγραψαν κοινή επιστολή προς τον Επίτροπο Μιγκέλ Αρίας Κανιέτε, ζητώντας σαφή κατεύθυνση προς την επίτευξη αυτού του στόχου.
      Σύμφωνα με τους νέους ενεργειακούς κανόνες της ΕΕ και τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Μάρτιο, η Επιτροπή πρέπει να παρουσιάσει μέχρι το τέλος του 2018 μια κλιματική στρατηγική που θα δείξει πώς μπορεί η Ευρώπη να επιτύχει τους στόχους της συμφωνίας του Παρισίου.
      Στις 28 Νοεμβρίου, το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ θα παρουσιάσει τη στρατηγική του για το 2050, και η ευρωπαϊκή νομοθεσία το υποχρεώνει να περιλαμβάνει στα οκτώ πιθανά σχέδια τουλάχιστον μία οδό προς μηδενικές εκπομπές, καθώς και ένα σχέδιο που θα επιτρέψει στην ευρωπαϊκή οικονομία να συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις της Συμφωνίας του Παρισιού για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης. Τα κράτη μέλη θα επιλέξουν τελικά το σχέδιο που προτιμούν.
      Στην κοινή τους επιστολή, η οποία δημοσιεύθηκε από τον ιστοχώρο πληροφόρησης για την ΕΕ, Euractiv, τα δέκα κράτη μέλη, τα οποία αντιπροσωπεύουν το 51% του πληθυσμού της ΕΕ, «ενθαρρύνουν την Επιτροπή να καθορίσει μία σαφή κατεύθυνση προς τις μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2050» και επιμένουν ότι αυτό πρέπει να παρουσιαστεί με «αξιόπιστο και λεπτομερή τρόπο».
      Η επιστολή ακολουθεί ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο προέτρεψε την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι η στρατηγική θα περιλαμβάνει μια επιλογή μηδενικών εκπομπών για το 2050.
      Ωστόσο, δεν είναι ακόμα σαφές εάν η Επιτροπή θα προτείνει πράγματι ένα από τα σχέδια ρητά στα κράτη μέλη ή αν θα αφήσει το ζήτημα εξ ολοκλήρου στη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου.
×

Σημαντικό

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώνουμε το περιεχόμενο του website μας. Μπορείτε να τροποποιήσετε τις ρυθμίσεις των cookie, ή να δώσετε τη συγκατάθεσή σας για την χρήση τους.