Jump to content
  • Novatron
  • Engineer
    Engineer

    Αύξηση έως 70% στα φορολογικά έσοδα από μεταβιβάσεις ακινήτων το 2018

    Sign in to follow this  

    Στα επίπεδα του 2015 επιστρέφουν ξανά τα έσοδα από μεταβιβάσεις ακινήτων, τάση που δείχνει ανάκαμψη της κτηματαγοράς. Απέχει όμως πολύ από τα επίπεδα του 2013 και η αύξηση προκύπτει κατά βάση τεχνητά, λόγω της σύγκρισης που γίνεται μετά την μεγάλη «βουτιά» της κτηματαγοράς στη διετία 2014-2015. Η απομάκρυνση από την «μαύρη τριετία» 2015-2017 και τον κίνδυνο άτακτης χρεωκοπίας, αλλά και η μόδα του Airbnb, έδωσαν «το φιλί της ζωής» στην αγορά ακινήτων, αν και απέχει πολύ από τις προσδοκίες για … «ανάσταση».

    Πάντως τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού και της διακύμανσης των φορολογικών εσόδων του κράτους (τα οποία δημοσιοποιούν το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και η ΑΑΔΕ αντίστοιχα) δείχνουν ρυθμούς αύξησης έως και 70% προς τα τέλη του 2018, στα έσοδα από μεταβιβάσεις οικοδομών.

    Στο ενδεκάμηνο η αύξηση των εσόδων της συγκεκριμένης κατηγορίας ήταν 32,2% αλλά το Οκτώβριο οι φόροι μεταβίβασης «έτρεχαν» με ρυθμό 70,64% ( έσοδα 21,86 εκατ. ευρώ έναντι 12,81 εκατ. ευρώ τον Οκτώβριο του 2017) και τον Νοέμβριο με 62,43% ( 23,39 εκατ. ευρώ έναντι 14,4 εκατ. ευρώ).

    Σε απόλυτους αριθμούς πάντως, τα κρατικά έσοδα από μεταβιβάσεις δεν προκαλούν ίλιγγο, ούτε ενθουσιασμό: στο 12μηνο Ιανουαρίου Δεκεμβρίου φέτος εισπράχθηκαν συνολικά από μεταβιβάσεις κεφαλαίων 356 εκατομμύρια ευρώ. Εμφανίζουν 30% αύξηση σε σχέση με τα 273 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2017.

    Ωστόσο το 2013 είχαν εισπραχθεί συνολικά από μεταβιβάσεις 503 εκατομμύρια ευρώ. Το 2014, δεδομένης της πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητος έπεσαν σχεδόν 40% στα 277 εκατ. ευρώ. Το 2015 αυξήθηκαν κατά 9% στα 310 εκατ.ευρώ, λόγω της ευφορίας του α΄εξαμήνου. Οι προσδοκίες όμως διαψεύστηκαν και το 2016 τα έσοδα από μεταβιβάσεις κατρακύλησαν στα 232 εκατ. ευρώ μόλις. Από την πτώση στα «τάρταρα», ξεκινά μια νέα προσπάθεια ανάκαμψης, στα 273 εκατ. ευρώ το 2017 και στα 356 εκατ. ευρώ το 2018.

    Δηλαδή αυξήθηκαν μεν κατά 30% αλλά παρά και την διάδοση των πωλήσεων λόγω Airbnb σε ξένους, τα έσοδα από μεταβιβάσεις επέστρεψαν στο 2014-2015 αλλά απέχουν πολύ από εκείνες του 2013.

    Sign in to follow this  


    User Feedback


    There are no comments to display.



    Create an account or sign in to comment

    You need to be a member in order to leave a comment

    Create an account

    Sign up for a new account in our community. It's easy!

    Register a new account

    Sign in

    Already have an account? Sign in here.

    Sign In Now

  • Similar Content

    • By Engineer
      Από τους πλέον επιβαρυμένους στην Ευρώπη είναι οι Ελληνες ιδιοκτήτες ακινήτων, σύμφωνα με μελέτη του Tax Foundation που εξετάζει το εύρος των φορολογικών επιβαρύνσεων στην ιδιοκτησία και την αναλογία τους στο σύνολο των φορολογικών εσόδων.   Λίγες μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές και ενώ η συζήτηση για τη φορολογία και την υπερφορολόγηση έχει φουντώσει, η μελέτη του Tax Foundation (με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ) δείχνει ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και παγκοσμίως το ποσοστό συμμετοχής των φόρων επί της ιδιοκτησίας στο σύνολο των εσόδων είναι ιδιαίτερα χαμηλό.   Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι στην Ευρώπη η φορολογία επί της ιδιοκτησίας αντιπροσωπεύει το 4,6% των φορολογικών εσόδων. Ωστόσο σε τέσσερις χώρες της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, τα πράγματα είναι διαφορετικά.   Συγκεκριμένα, στην πρώτη θέση βρίσκεται το Ηνωμένο Βασίλειο, με τη φορολογία επί της ιδιοκτησίας να διαμορφώνεται στο 12,6% των φορολογικών εσόδων, στη δεύτερη θέση το Λουξεμβούργο με 9,6%, στην τρίτη θέση βρίσκεται η Γαλλία με 9,5% και στην τέταρτη είναι η Ελλάδα με 8,1%.   Στον αντίποδα η Εσθονία, η οποία εισπράττει μόλις 0,7% από την ακίνητη περιουσία των πολιτών της, ενώ Αυστρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Τσεχία κινούνται στο 1,3-1,4%.   Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα πάντα βρισκόταν σε υψηλότερα ή στα ίδια επίπεδα φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας στην Ευρώπη σε σχέση με τον μέσο όρο. Το 2007 οι φόροι στην ιδιοκτησία ανέρχονται στο 5,3% του συνόλου των φορολογικών εσόδων (5,5% ο μ.ό. του ΟΟΣΑ), με το ποσοστό να αυξάνεται ραγδαία στα χρόνια των μνημονίων. Σημειώνεται ότι η αρχή έγινε με το ΕΕΤΗΔΕ, ακολούθησε το ΕΤΑΚ για να φθάσουμε στον σκληρό ΕΝΦΙΑ και τον συμπληρωματικό φόρο που επιβάλλεται σε όσους έχουν ακίνητη περιουσία άνω των 250.000 ευρώ. Από το 5,3% του 2007, το 2013 εκτινάχθηκε στο 8,9%, δηλαδή η συμμετοχή των φόρων επί των ακινήτων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων αυξήθηκε κατά 68%. Το 2014 το ποσοστό περιορίσθηκε στο 8% μετά τις μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ που είχαν θεσμοθετηθεί επί κυβερνήσεως Σαμαρά, για να αυξηθούν και πάλι το 2015 στο 8,4%, ενώ το 2017 υποχώρησε ελαφρώς στο 8,1%.     Το κυβερνών κόμμα προχώρησε στη μεσοσταθμική μείωση κατά 10% του φετινού ΕΝΦΙΑ με τον βεβαιωθέντα φόρο να περιορίζεται από τα 3,1 δισ. ευρώ στα 2,9 δισ. ευρώ, ενώ η Ν.Δ. έχει υποσχεθεί τη σταδιακή μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% στα επόμενα δύο χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι ο φόρος θα περιορισθεί κατά 900 εκατ. ευρώ και θα προσεγγίσει τα 2 δισ. ευρώ.   Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, οι φόροι από το 2010 μέχρι και το 2015 αυξήθηκαν κατά 600% και πλέον, ενώ την ίδια στιγμή τα εισοδήματα από ακίνητα μειώθηκαν κατά 32%. Σύμφωνα με στοιχεία:   • Το 2010 το Δημόσιο εισέπραξε από τη φορολόγηση των ακινήτων 487 εκατ. ευρώ, ενώ το δηλoύμενο εισόδημα από ακίνητα ανερχόταν στα 8,87 δισ. ευρώ.   • Το 2011 οι φόροι των ακινήτων έφθασαν το 1,17 δισ. ευρώ, ενώ το δηλούμενο εισόδημα τα 7,98 δισ. ευρώ (1.584.059 φορολογούμενοι είχαν εισοδήματα από ακίνητα).   • Το 2012 οι φόροι των ακινήτων διαμορφώθηκαν στα 2,75 δισ. ευρώ, ενώ το εισόδημα από ακίνητα στα 6,8 δισ. ευρώ.   • Το 2013 οι φόροι των ακινήτων αυξήθηκαν περαιτέρω και διαμορφώθηκαν στα 2,991 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να μειώνεται στα 6,22 δισ. ευρώ.   • Το 2014 οι φόροι των ακινήτων έσπασαν το φράγμα των 3 δισ. ευρώ και συγκεκριμένα εισπράχθηκαν 3,474 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να περιορίζεται στα 6,08 δισ. ευρώ.   • Το 2015 οι φόροι στα ακίνητα ανήλθαν στα 3,18 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να υποχωρεί στα 6,05 δισ. ευρώ.   • Το 2016 οι φόροι στα ακίνητα ανήλθαν στα 3,53 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα να περιορίζεται και να φθάνει τα 6,1 δισ. ευρώ.   • Το 2017 οι φόροι στα ακίνητα διαμορφώθηκαν στα ίδια επίπεδα, με το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα να περιορίζεται και να φθάνει τα 6,19 δισ. ευρώ.
      View full είδηση
    • By Engineer
      Από τους πλέον επιβαρυμένους στην Ευρώπη είναι οι Ελληνες ιδιοκτήτες ακινήτων, σύμφωνα με μελέτη του Tax Foundation που εξετάζει το εύρος των φορολογικών επιβαρύνσεων στην ιδιοκτησία και την αναλογία τους στο σύνολο των φορολογικών εσόδων.   Λίγες μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές και ενώ η συζήτηση για τη φορολογία και την υπερφορολόγηση έχει φουντώσει, η μελέτη του Tax Foundation (με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ) δείχνει ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και παγκοσμίως το ποσοστό συμμετοχής των φόρων επί της ιδιοκτησίας στο σύνολο των εσόδων είναι ιδιαίτερα χαμηλό.   Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι στην Ευρώπη η φορολογία επί της ιδιοκτησίας αντιπροσωπεύει το 4,6% των φορολογικών εσόδων. Ωστόσο σε τέσσερις χώρες της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, τα πράγματα είναι διαφορετικά.   Συγκεκριμένα, στην πρώτη θέση βρίσκεται το Ηνωμένο Βασίλειο, με τη φορολογία επί της ιδιοκτησίας να διαμορφώνεται στο 12,6% των φορολογικών εσόδων, στη δεύτερη θέση το Λουξεμβούργο με 9,6%, στην τρίτη θέση βρίσκεται η Γαλλία με 9,5% και στην τέταρτη είναι η Ελλάδα με 8,1%.   Στον αντίποδα η Εσθονία, η οποία εισπράττει μόλις 0,7% από την ακίνητη περιουσία των πολιτών της, ενώ Αυστρία, Λιθουανία, Σλοβακία, Τσεχία κινούνται στο 1,3-1,4%.   Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα πάντα βρισκόταν σε υψηλότερα ή στα ίδια επίπεδα φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας στην Ευρώπη σε σχέση με τον μέσο όρο. Το 2007 οι φόροι στην ιδιοκτησία ανέρχονται στο 5,3% του συνόλου των φορολογικών εσόδων (5,5% ο μ.ό. του ΟΟΣΑ), με το ποσοστό να αυξάνεται ραγδαία στα χρόνια των μνημονίων. Σημειώνεται ότι η αρχή έγινε με το ΕΕΤΗΔΕ, ακολούθησε το ΕΤΑΚ για να φθάσουμε στον σκληρό ΕΝΦΙΑ και τον συμπληρωματικό φόρο που επιβάλλεται σε όσους έχουν ακίνητη περιουσία άνω των 250.000 ευρώ. Από το 5,3% του 2007, το 2013 εκτινάχθηκε στο 8,9%, δηλαδή η συμμετοχή των φόρων επί των ακινήτων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων αυξήθηκε κατά 68%. Το 2014 το ποσοστό περιορίσθηκε στο 8% μετά τις μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ που είχαν θεσμοθετηθεί επί κυβερνήσεως Σαμαρά, για να αυξηθούν και πάλι το 2015 στο 8,4%, ενώ το 2017 υποχώρησε ελαφρώς στο 8,1%.     Το κυβερνών κόμμα προχώρησε στη μεσοσταθμική μείωση κατά 10% του φετινού ΕΝΦΙΑ με τον βεβαιωθέντα φόρο να περιορίζεται από τα 3,1 δισ. ευρώ στα 2,9 δισ. ευρώ, ενώ η Ν.Δ. έχει υποσχεθεί τη σταδιακή μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% στα επόμενα δύο χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι ο φόρος θα περιορισθεί κατά 900 εκατ. ευρώ και θα προσεγγίσει τα 2 δισ. ευρώ.   Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, οι φόροι από το 2010 μέχρι και το 2015 αυξήθηκαν κατά 600% και πλέον, ενώ την ίδια στιγμή τα εισοδήματα από ακίνητα μειώθηκαν κατά 32%. Σύμφωνα με στοιχεία:   • Το 2010 το Δημόσιο εισέπραξε από τη φορολόγηση των ακινήτων 487 εκατ. ευρώ, ενώ το δηλoύμενο εισόδημα από ακίνητα ανερχόταν στα 8,87 δισ. ευρώ.   • Το 2011 οι φόροι των ακινήτων έφθασαν το 1,17 δισ. ευρώ, ενώ το δηλούμενο εισόδημα τα 7,98 δισ. ευρώ (1.584.059 φορολογούμενοι είχαν εισοδήματα από ακίνητα).   • Το 2012 οι φόροι των ακινήτων διαμορφώθηκαν στα 2,75 δισ. ευρώ, ενώ το εισόδημα από ακίνητα στα 6,8 δισ. ευρώ.   • Το 2013 οι φόροι των ακινήτων αυξήθηκαν περαιτέρω και διαμορφώθηκαν στα 2,991 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να μειώνεται στα 6,22 δισ. ευρώ.   • Το 2014 οι φόροι των ακινήτων έσπασαν το φράγμα των 3 δισ. ευρώ και συγκεκριμένα εισπράχθηκαν 3,474 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να περιορίζεται στα 6,08 δισ. ευρώ.   • Το 2015 οι φόροι στα ακίνητα ανήλθαν στα 3,18 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να υποχωρεί στα 6,05 δισ. ευρώ.   • Το 2016 οι φόροι στα ακίνητα ανήλθαν στα 3,53 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα να περιορίζεται και να φθάνει τα 6,1 δισ. ευρώ.   • Το 2017 οι φόροι στα ακίνητα διαμορφώθηκαν στα ίδια επίπεδα, με το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα να περιορίζεται και να φθάνει τα 6,19 δισ. ευρώ.
    • By Engineer
      Οι περισσότερες συναλλαγές στην αγορά κατοικίας αφορούν διαμερίσματα που προορίζονται για βραχυχρόνια μίσθωση, σύμφωνα με τα στοιχεία της E-Real Estates. Παλαιότερα ακίνητα που έχουν ανακαινιστεί στο στόχαστρο.
      Μόνο δύο στους δέκα αγοραστές διαμερισμάτων επενδύουν για να καλύψουν στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ η πλειοψηφία των αγορών, ποσοστό περί το 80%, αφορά σε κατοικίες που προορίζονται για εκμετάλλευση.
      Σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργάστηκε το Πανελλαδικό Δίκτυο Κτηματομεσιτών E-Real Estates, στο πρώτο τρίμηνο του νέου έτους υπήρξε κινητικότητα στην αγορά, αλλά δεν έγιναν πολλές συναλλαγές, κυρίως επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμα ακίνητα στις περιοχές που αναζητούν, με κόστος αγοράς έως 600-700 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (τ.μ.).
      Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται ακίνητα από 85 έως 110 τ.μ. καθώς μόνο ένας στους δέκα αγοραστές επένδυσε σε διαμέρισμα άνω των 120 τετραγωνικών μέτρων. Η αγορά επηρεάζεται τόσο από τους ρυθμούς χορήγησης νέων στεγαστικών δανείων, αλλά και το γεγονός πως πλέον οι αγοραστές πρέπει να καλύψουν με δικά τους κεφάλαια το 25% του κόστους αγοράς κατοικίας.
      Ο πρόεδρος του Δικτύου Κτηματομεσιτών E-Real Estates Θέμης Μπάκας υποστηρίζει πως το ενδιαφέρον όσων αγοράζουν διαμερίσματα για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες επικεντρώνεται σε τρεις πόλους.
      Στα Νότια Προάστια ( Άγιος Δημήτριος, Άλιμος, Αργυρούπολη, Βύρωνας, Γλυφάδα, Δάφνη, Ζωγράφου, Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη, Καισαριανή, Π. Φάληρο, Υμηττός), οι ενδιαφερόμενοι ψάχνουν κατοικίες από 85 τ.μ. έως 110 τ.μ. με δύο υπνοδωμάτια, αξίας έως 150.000 ευρώ. Επιλέγουν περιοχές που το κόστος αγοράς είναι από 1.300 €/τ.μ. έως 1.700 €/τ.μ. και προτιμούν παλαιά ακίνητα που έχουν ανακαινιστεί.
      Ο δεύτερος πόλος είναι το κέντρο Αθήνας (Ν. Κόσμος, Κυψέλη, Αμπελόκηποι, Άνω Πατήσια, Ιλίσια, Πολύγωνο, Γκάζι, Γκύζη, Γουδή, Ελληνορώσων, Παγκράτι, Εξάρχεια, Πλ. Αττικής, Αγιος Ελευθέριος, Νεάπολη, Σεπόλια). Και εδώ στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται ακίνητα από 85 τ.μ. έως 110 τ.μ. με δύο υπνοδωμάτια, αξίας έως 130.000 ευρώ για ακίνητα κατασκευής μετά το 2000, με το κόστος ανά τετραγωνικό μέτρο να ξεκινάει από 1.200 €/τ.μ. έως 1.500 €/τ.μ. «Το διαθέσιμο κεφάλαιο μειώνεται στις 80.000 ευρώ για ακίνητα που χρήζουν ανακαίνισης, με το κόστος αγοράς ανά τετραγωνικό μέτρο να ξεκινάει από 727 €/τ.μ. έως 940 €/τ.μ.», εξηγεί ο κ. Μπάκας.
      Στα Βόρεια Προάστια (Αγία Παρασκευή, Βριλήσσια, Γέρακας, Ηράκλειο, Μελίσσια, Πεύκη, Χολαργός, Χαλάνδρι, Παλλήνη), που είναι ο τρίτος πόλος, πάλι το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε κατοικίες 85 τ.μ. έως 110 τ.μ. με δύο υπνοδωμάτια, αξίας έως 150.000 ευρώ. Οι αγοραστές επιλέγουν περιοχές που το κόστος αγοράς είναι από 1.300 €/τ.μ. έως 1.700 €/τ.μ., αν πρόκειται για διαμερίσματα. Δεν είναι λίγοι που επιλέγουν μονοκατοικίες σε περιοχές όπως ο Διόνυσος, η Άνοιξη, ο Άγιος Στέφανος, η Ανθούσα από 150 τ.μ. έως 220 τ.μ. έως 15-20 ετών, αλλά με κόστος που δεν ξεπερνά τις 280.000 ευρώ, αναζητώντας κυρίως τις ευκαιρίες της κτηματαγοράς των Βορείων Προαστίων.
      Οσοι αγοράζουν σήμερα ακίνητα, κυρίως κατοικίες, για επένδυση, αναζητούν διαμερίσματα κυρίως στο κέντρο της Αθήνας καθώς και στις δημοφιλείς περιοχές των Νοτίων Προαστίων για βραχυχρόνια μίσθωση. Στο στόχαστρο βρίσκονται ακίνητα κυρίως 40-60 τ.μ. και δευτερευόντως ακίνητα έως 120 τ.μ., κατά τον κ. Μπάκα. Τα μεγάλα ακίνητα «μπορούν να χωριστούν και να γίνουν 2 διαμερίσματα». Οι αγοραστές επιλέγουν ακίνητα που δεν ξεπερνούν τα 600 €/τ.μ.-700 €/τ.μ. και να χρήζουν ριζικής ανακαίνισης.
      Ο πρόεδρος της E-Real Estates υποστηρίζει πως λιγότερο από 10% ήταν το ποσοστό των Ελλήνων που επέλεξαν επαγγελματικά ακίνητα για επένδυση. Το 75% που επένδυσαν σε επαγγελματικά ακίνητα προτίμησαν μικρά καταστήματα σε εμπορικές πιάτσες, με στόχο το εισόδημα, και σε ποσά έως 200.000 €. Το 15% σε βιομηχανικά ακίνητα και το 10% σε καταστήματα επιφάνειας άνω των 150 τ.μ., κυρίως μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων ή/και πολυεθνικές.
      Τέλος, ελάχιστοι ήταν οι επενδυτές που επέλεξαν να επενδύσουν στην αγροτική γη. Οι μοναδικές επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν, αφορούσαν επιχειρηματίες που στοχεύουν στη Βιομηχανική ή/και Φαρμακευτική Κάνναβη.
      Φώτης Κόλλιας
      [email protected]

      View full είδηση
    • By Engineer
      Οι περισσότερες συναλλαγές στην αγορά κατοικίας αφορούν διαμερίσματα που προορίζονται για βραχυχρόνια μίσθωση, σύμφωνα με τα στοιχεία της E-Real Estates. Παλαιότερα ακίνητα που έχουν ανακαινιστεί στο στόχαστρο.
      Μόνο δύο στους δέκα αγοραστές διαμερισμάτων επενδύουν για να καλύψουν στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ η πλειοψηφία των αγορών, ποσοστό περί το 80%, αφορά σε κατοικίες που προορίζονται για εκμετάλλευση.
      Σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργάστηκε το Πανελλαδικό Δίκτυο Κτηματομεσιτών E-Real Estates, στο πρώτο τρίμηνο του νέου έτους υπήρξε κινητικότητα στην αγορά, αλλά δεν έγιναν πολλές συναλλαγές, κυρίως επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμα ακίνητα στις περιοχές που αναζητούν, με κόστος αγοράς έως 600-700 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (τ.μ.).
      Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται ακίνητα από 85 έως 110 τ.μ. καθώς μόνο ένας στους δέκα αγοραστές επένδυσε σε διαμέρισμα άνω των 120 τετραγωνικών μέτρων. Η αγορά επηρεάζεται τόσο από τους ρυθμούς χορήγησης νέων στεγαστικών δανείων, αλλά και το γεγονός πως πλέον οι αγοραστές πρέπει να καλύψουν με δικά τους κεφάλαια το 25% του κόστους αγοράς κατοικίας.
      Ο πρόεδρος του Δικτύου Κτηματομεσιτών E-Real Estates Θέμης Μπάκας υποστηρίζει πως το ενδιαφέρον όσων αγοράζουν διαμερίσματα για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες επικεντρώνεται σε τρεις πόλους.
      Στα Νότια Προάστια ( Άγιος Δημήτριος, Άλιμος, Αργυρούπολη, Βύρωνας, Γλυφάδα, Δάφνη, Ζωγράφου, Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη, Καισαριανή, Π. Φάληρο, Υμηττός), οι ενδιαφερόμενοι ψάχνουν κατοικίες από 85 τ.μ. έως 110 τ.μ. με δύο υπνοδωμάτια, αξίας έως 150.000 ευρώ. Επιλέγουν περιοχές που το κόστος αγοράς είναι από 1.300 €/τ.μ. έως 1.700 €/τ.μ. και προτιμούν παλαιά ακίνητα που έχουν ανακαινιστεί.
      Ο δεύτερος πόλος είναι το κέντρο Αθήνας (Ν. Κόσμος, Κυψέλη, Αμπελόκηποι, Άνω Πατήσια, Ιλίσια, Πολύγωνο, Γκάζι, Γκύζη, Γουδή, Ελληνορώσων, Παγκράτι, Εξάρχεια, Πλ. Αττικής, Αγιος Ελευθέριος, Νεάπολη, Σεπόλια). Και εδώ στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται ακίνητα από 85 τ.μ. έως 110 τ.μ. με δύο υπνοδωμάτια, αξίας έως 130.000 ευρώ για ακίνητα κατασκευής μετά το 2000, με το κόστος ανά τετραγωνικό μέτρο να ξεκινάει από 1.200 €/τ.μ. έως 1.500 €/τ.μ. «Το διαθέσιμο κεφάλαιο μειώνεται στις 80.000 ευρώ για ακίνητα που χρήζουν ανακαίνισης, με το κόστος αγοράς ανά τετραγωνικό μέτρο να ξεκινάει από 727 €/τ.μ. έως 940 €/τ.μ.», εξηγεί ο κ. Μπάκας.
      Στα Βόρεια Προάστια (Αγία Παρασκευή, Βριλήσσια, Γέρακας, Ηράκλειο, Μελίσσια, Πεύκη, Χολαργός, Χαλάνδρι, Παλλήνη), που είναι ο τρίτος πόλος, πάλι το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε κατοικίες 85 τ.μ. έως 110 τ.μ. με δύο υπνοδωμάτια, αξίας έως 150.000 ευρώ. Οι αγοραστές επιλέγουν περιοχές που το κόστος αγοράς είναι από 1.300 €/τ.μ. έως 1.700 €/τ.μ., αν πρόκειται για διαμερίσματα. Δεν είναι λίγοι που επιλέγουν μονοκατοικίες σε περιοχές όπως ο Διόνυσος, η Άνοιξη, ο Άγιος Στέφανος, η Ανθούσα από 150 τ.μ. έως 220 τ.μ. έως 15-20 ετών, αλλά με κόστος που δεν ξεπερνά τις 280.000 ευρώ, αναζητώντας κυρίως τις ευκαιρίες της κτηματαγοράς των Βορείων Προαστίων.
      Οσοι αγοράζουν σήμερα ακίνητα, κυρίως κατοικίες, για επένδυση, αναζητούν διαμερίσματα κυρίως στο κέντρο της Αθήνας καθώς και στις δημοφιλείς περιοχές των Νοτίων Προαστίων για βραχυχρόνια μίσθωση. Στο στόχαστρο βρίσκονται ακίνητα κυρίως 40-60 τ.μ. και δευτερευόντως ακίνητα έως 120 τ.μ., κατά τον κ. Μπάκα. Τα μεγάλα ακίνητα «μπορούν να χωριστούν και να γίνουν 2 διαμερίσματα». Οι αγοραστές επιλέγουν ακίνητα που δεν ξεπερνούν τα 600 €/τ.μ.-700 €/τ.μ. και να χρήζουν ριζικής ανακαίνισης.
      Ο πρόεδρος της E-Real Estates υποστηρίζει πως λιγότερο από 10% ήταν το ποσοστό των Ελλήνων που επέλεξαν επαγγελματικά ακίνητα για επένδυση. Το 75% που επένδυσαν σε επαγγελματικά ακίνητα προτίμησαν μικρά καταστήματα σε εμπορικές πιάτσες, με στόχο το εισόδημα, και σε ποσά έως 200.000 €. Το 15% σε βιομηχανικά ακίνητα και το 10% σε καταστήματα επιφάνειας άνω των 150 τ.μ., κυρίως μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων ή/και πολυεθνικές.
      Τέλος, ελάχιστοι ήταν οι επενδυτές που επέλεξαν να επενδύσουν στην αγροτική γη. Οι μοναδικές επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν, αφορούσαν επιχειρηματίες που στοχεύουν στη Βιομηχανική ή/και Φαρμακευτική Κάνναβη.
      Φώτης Κόλλιας
      [email protected]
    • By Engineer
      Τις 370.000 έφθασαν οι δηλώσεις νέων αυθαιρέτων στο ενάμιση έτος ισχύος της τελευταίας ρύθμισης για τη νομιμοποίησή τους. Πολλοί, όμως, είναι ακόμα επιφυλακτικοί, καθώς το ένα τρίτο των δηλώσεων βρίσκεται ακόμα στο πρώτο «προκαταρκτικό» στάδιο, ενώ μόλις περί τις 35.000 ολοκλήρωσαν τη διαδικασία. Ο ρυθμός υποβολής νέων δηλώσεων παραμένει σταθερά στις 450-550 την ημέρα, με μεγάλες «αιχμές» γύρω από τις προθεσμίες λήξης των εκπτώσεων. Τα έσοδα από τους τρεις τελευταίους νόμους για τα αυθαίρετα ξεπέρασαν τα 2,3 δισ. ευρώ.
      Σύμφωνα με νέα στοιχεία του Τεχνικού Επιμελητηρίου, από τον Νοέμβριο του 2017 (οπότε θεσπίστηκε ο 3ος κατά σειράν νόμος για τα αυθαίρετα, ν. 4497) μέχρι τα μέσα Μαρτίου του 2019 είχαν υποβληθεί 367.000 νέες δηλώσεις. Από αυτές, όμως, περίπου το ένα τρίτο (128.000) βρισκόταν στο προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας, δεν είχαν δηλαδή καταβάλει το παράβολο. Μικρός (περίπου 35.000) ήταν ο αριθμός όσων αποπλήρωσαν απευθείας το πρόστιμο και ολοκλήρωσαν τη νομιμοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής ή χρήσης τους.
      Οι ρυθμοί δήλωσης αυθαιρέτων, πάντως, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλοι, καθώς σταδιακά ο αριθμός όσων έχουν την οικονομική δυνατότητα να νομιμοποιήσουν τις πολεοδομικές παρανομίες τους αρχίζει να εξαντλείται. Για παράδειγμα, πέντε μήνες νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 2018 το σύνολο των δηλώσεων ήταν 303.000, δηλαδή μόλις 67.000 λιγότερες. Σύμφωνα πάντα με στοιχεία του ΤΕΕ, από τις 6 Νοεμβρίου του 2017 που ξεκίνησε η ισχύς του ν.4495, γίνονται καθημερινά 450-550 πληρωμές παραβόλων (η πληρωμή παραβόλου «σφραγίζει» την έναρξη της διαδικασίας νομιμοποίησης).

      Αυξομειώσεις
      Ανά διαστήματα, ωστόσο, παρουσιάζονται σημαντικές, αλλά όχι... ανεξήγητες αυξήσεις. Για παράδειγμα τον Μάρτιο του 2018 ο μέσος όρος πληρωμής παραβόλων σταδιακά αυξήθηκε στα 900-1.000 την ημέρα, φθάνοντας στις 3 Απριλίου τις 3.000. Αιτία ήταν η λήξη, στις 9 Απριλίου, της δυνατότητας αποπληρωμής του προστίμου με έκπτωση 20%. Από την επόμενη ημέρα οι ρυθμοί ξαναπέφτουν (έως και τις 200 πληρωμές/ημέρα στα μέσα Αυγούστου). Η προθεσμία της έκπτωσης του 20% παρατάθηκε μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου και έτσι η υποβολή δηλώσεων σταδιακά κορυφώθηκε και πάλι, φθάνοντας στο «ρεκόρ» των 7.800 παραβόλων σε μια ημέρα (στις 30 Οκτωβρίου). Εκτοτε (και μέχρι τις 12 Μαρτίου, οπότε εκδόθηκαν τα στοιχεία του ΤΕΕ) ο ρυθμός πληρωμής παραβόλων επανήλθε στα 400-500 την ημέρα. Συνολικά: μέχρι τα μέσα Μαρτίου, οι δηλώσεις και στους τρεις τελευταίους νόμους για τα αυθαίρετα (4014/11, 4178/13 και 4495/17) έφθασαν συνολικά το 1,37 εκατ. Τα έσοδα ξεπέρασαν τα 2,3 δισ. ευρώ: 1 δισ. ευρώ από τη ρύθμιση του 2011, 1 δισ. ευρώ από τη ρύθμιση του 2013 και 257 εκατ. ευρώ από τη ρύθμιση του 2017.
      Υπενθυμίζεται ότι σε λίγες ημέρες, στις 10 Μαΐου λήγει η παράταση που έδωσε το υπουργείο Περιβάλλοντος στην έκπτωση 10% σε όσους δηλώσουν ένα νέο αυθαίρετο. Από τις 11 Μαΐου και μέχρι τις 8 Οκτωβρίου 2019, οι ενδιαφερόμενοι θα πληρώνουν πρόστιμο προσαυξημένο κατά 10%. Στη συνέχεια και μέχρι τη λήξη της ισχύος της ρύθμισης στις 8 Νοεμβρίου 2019, το πρόστιμο θα αυξάνεται κατά 20%.
      Οι εκπτώσεις (20% και 10%) των πρώτων μηνών είχαν ως στόχο να επιταχύνουν τους ρυθμούς των δηλώσεων, ωστόσο έχουν παραταθεί ήδη αρκετές φορές δημιουργώντας έτσι την πεποίθηση ότι των παρατάσεων... ουκ έστιν τέλος.

      View full είδηση
×
×
  • Create New...

Important Information

We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue.