Jump to content
  • Novatron
  • Engineer
    Engineer

    Παλαιά 9 στα 10 ακίνητα που αγοράζονται στην Ελλάδα

    Sign in to follow this  

    Τι ακίνητα αγοράζονται σήμερα; Σε ποιες περιοχές και από ποιους; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που κλήθηκε να απαντήσει η πανελλαδική έρευνα της Ένωσης Μεσιτών Πιστοποιημένων Πραγματογνωμόνων Ελλάδας (ΕΠΠΑ).

    Η έρευνα δείχνει ότι πωλούνται κυρίως παλιές κατοικίες ενώ οι αγοραστές είναι επί το πλείστον Έλληνες και προτίμηση στη Βόρεια Ελλάδα δείχνουν Σέρβοι και Γερμανοί.

    Συγκεκριμένα, το 68% των ακινήτων που αγοράστηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2018 έμειναν για καιρό στα «αζήτητα», δηλαδή ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα απούλητα στην αγορά, ενώ άρχισε να εμφανίζεται ένα ποσοστό 32% φρέσκων πωλήσεων (ακίνητα που πουλήθηκαν σε λιγότερο από έξι μήνες από την στιγμή της πρώτης δημοσίευσης).

    «Η αγορά «πήρε μπροστά». Για πάρα πολύ καιρό στην περίοδο της κρίσης υπήρχαν απούλητα ακίνητα» τόνισε ο Νίκος Μανομενίδης, πρόεδρος της Ένωσης Μεσιτών Πιστοποιημένων Πραγματογνωμόνων Ελλάδος (ΕΠΠΑ) παρουσιάζοντας τα στοιχεία.

    Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 138 συναλλαγών αγοραπωλησίας απ΄όλη την Ελλάδα, προκύπτει ότι εξακολουθεί να είναι χαμηλό το επίπεδο χρηματοδότησης, καθώς το 84% των συναλλαγών γίνεται τοις μετρητοίς. Το ποσοστό αυτό ήταν στο 93% στην προηγούμενη έρευνα της ΕΠΠΑ, δηλαδή φαίνεται πως έχει αρχίσει ο δανεισμός από τράπεζες, αλλά προς το παρόν παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

    Το 87,6% των ακινήτων που πουλήθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2018 ήταν παλαιά (από δεύτερο χέρι) και μόλις το 12,4% κατοικήθηκαν για πρώτη φορά από τους αγοραστές, σύμφωνα με έρευνα της ΕΠΠΑ. «Αυτό δείχνει και το πρόβλημα έλλειψης οικοδομικής δραστηριότητας και τον ΦΠΑ 24% που επιβαρύνει δυσβάσταχτα το κόστος αγοράς νεόδμητων ακινήτων» σημείωσε ο κ. Μανομενίδης.
    Το 51,2% των ακινήτων που πουλήθηκαν χρειαζόταν λίγες τεχνικές παρεμβάσεις και το 48,8% εκτεταμένη ανακαίνιση, στοιχείο που δείχνει ότι η κατάσταση του ακινήτου δεν αποτελεί εμπόδιο, καθώς οι τιμές αγοράς είναι κάτω του κόστους κατασκευής. Πάνω από το 70% των συναλλαγών κινείται κάτω από τις 90.000 ευρώ, κάτι που συμπαρασύρει και το μέγεθος των αγορασμένων ακινήτων.
    Ένα άλλο στοιχείο που προκύπτει από την έρευνα, είναι ότι μεγάλο το ποσοστό των αγοραστών είναι ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης. Η ίδια κατηγορία έχει κάνει συναλλαγές άνω των 350.000 ευρώ και αυτό κάνει τις συναλλαγές αυτές πιο απαιτητικές σε επίπεδο παρεχόμενων μεσιτικών υπηρεσιών.

    Έλληνες το 74,2% των αγοραστών

    Με βάση την έρευνα οι Έλληνες αποτελούν το 74,2% των αγοραστών κατοικιών. Μεταξύ των αλλοδαπών, που αγόρασαν ακίνητα σε όλη την επικράτεια, πρώτη εθνικότητα σε συναλλαγές είναι οι Αλβανοί (με ποσοστό 7% επί των συνολικών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων όσων έγιναν από ‘Ελληνες) και ακολουθούν οι Βούλγαροι με 6,3%. Πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις κατά κύριο λόγο για μόνιμους κατοίκους στην Ελλάδα, οι οποίοι αγόρασαν ακίνητα σε μέση τιμή έως 90.000 ευρώ. Η κακή κατάσταση του ακινήτου δεν αποτέλεσε εμπόδιο για την αγορά, εφόσον ήταν καλή η τιμή.

    Γερμανοί και Ελβετοί, Ισραηλινοί αγόρασαν ακίνητα αξίας 351.000 και 650.000 ευρώ που δεν απαιτούσαν ανακαίνιση ή βελτιώσεις. Οι Ισραηλινοί αγόρασαν για εκμετάλλευση, ενώ Γερμανοί και Ελβετοί για εξοχική κατοικία.

    Οι Κινέζοι αξιοποιούν αποκλειστικά το πρόγραμμα «Golden Visa» και αγόρασαν ένα ή περισσότερα ακίνητα συνολικής αξίας 250.000 ευρώ. Άγγλοι και Ελβετοί έδειξαν προτίμηση στην Πελοπόννησο, ενώ Σέρβοι και Γερμανοί στην Βόρεια Ελλάδα.

    Σε ό,τι αφορά τα ακίνητα ιδιοκτησίας τραπεζών, εκτός από τους Έλληνες αγόρασαν Αλβανοί, Βούλγαροι και Γερμανοί. Ελβετοί και Κινέζοι αγοραστές ήταν σε παραγωγική ηλικία 35-55 ετών, ενώ Άγγλοι και Γερμανοί ήταν συνταξιούχοι.

    Όσον αφορά το προφίλ των αγοραστών, το 75% ήταν μεταξύ 30 και 55 ετών και το 21,1% ηλικίας άνω των 55 ετών και το 80,8% έγγαμοι.


    Το ποσοστό αγοράς για επένδυση είναι ιδιαίτερα υψηλό, 31,8% και αυτό αντανακλά την δυναμική της αγοράς. Σε ποσοστό 45,7% ο σκοπός της αγοράς ήταν για να κατοικήσει η οικογένεια και το 10,9% για εξοχική κατοικία. 

    Sign in to follow this  


    User Feedback


    There are no comments to display.



    Create an account or sign in to comment

    You need to be a member in order to leave a comment

    Create an account

    Sign up for a new account in our community. It's easy!

    Register a new account

    Sign in

    Already have an account? Sign in here.

    Sign In Now

  • Similar Content

    • By Engineer
      Η Ελλάδα είναι μία από τις εννέα χώρες του κόσμου παράγουν περισσότερο από το 20% της ηλεκτρικής τους ενέργειας από ηλιακή και αιολική ενέργεια, σύμφωνα με την Έκθεση για την Παγκόσμια Κατάσταση στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών του δικτύου REN21 (GSR), που είδες το φως της δημοσιότητας. Οι χώρες αυτές είναι οι Δανία, Ουρουγουάη, Ιρλανδία, Γερμανία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ονδούρα.
      Συνολικά οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παρέχουν περισσότερο από το ένα τέταρτο (26%) της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά απαιτούνται πιο αποφασιστικές πολιτικές σε όλους τους τομείς τελικής χρήσης προκειμένου να καταστούν βιώσιμα τα ενεργειακά συστήματα, αναφέρεται στην έκθεση.
      "Με τις χώρες να πρέπει να επανέλθουν με πιο φιλόδοξους κλιματικούς στόχους το 2020, αυτή η έκθεση δείχνει ότι υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για την αύξηση της δράσης και τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων με την επέκταση των πλεονεκτημάτων της ενεργειακής μετάβασης σε ολόκληρη την οικονομία", επεσήμανε ο πρόεδρος της REN21, Αρθούρος Ζερβός.
      Από τα στοιχεία προκύπτει ακόμη ότι για τέταρτη συνεχή χρονιά εγκαταστάθηκε περισσότερη ηλεκτρική ισχύς από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε σχέση με το άθροισμα της εγκατεστημένης ισχύος από ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια. Μόνο από την ηλιακή φωτοβολταϊκή ενέργεια το 2018 προστέθηκαν 100 gigawatts (GW), αρκετά για να καλύψουν περισσότερο από το 25% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στη Γαλλία.
      Σύμφωνα με την έκθεση:
      -Ηλιακή και αιολική ενέργεια αποτελούν σήμερα βασική επιλογή στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής. Πάνω από 90 χώρες έχουν εγκαταστήσει περισσότερα από 1 GW ανανεώσιμης ισχύος και 30 χώρες έχουν εγκαταστήσει περισσότερα από 10 GW.
      -Η παγκόσμια αύξηση ανανεώσιμης ενέργειας δεν εξαρτάται πλέον μόνο από μερικές χώρες. Το 2018, η παγκόσμια ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας συνέχισε να σταθεροποιείται συνολικά. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ελαφρώς αυξημένη ενώ οι ετήσιες εγκαταστάσεις και επενδύσεις στη Κίνα μειώθηκαν σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
      -Οι πόλεις γίνονται ολοένα και περισσότερο ισχυροί οδηγοί στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, υιοθετώντας ορισμένους από τους πιο φιλόδοξους στόχους για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παγκοσμίως. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι δεσμεύσεις και οι δράσεις υπερέβησαν τις εθνικές και περιφερειακές πρωτοβουλίες. Περισσότερες από 100 πόλεις (από το Ναϊρόμπι/Κένυα και το Νταρ ες Σαλλάμ/Τανζανία έως το Όκλαντ/Νέα Ζηλανδία, την Στοκχόλμη/Σουηδία και το Σιάτλ/ΗΠΑ) χρησιμοποιούν τουλάχιστον 70% ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ενώ τουλάχιστον 50 πόλεις έχουν θέσει σε εφαρμογή στόχους για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που καλύπτουν ηλεκτρισμό, θέρμανση/ψύξη και μεταφορές.
      - Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παρέχουν μόνο το 10% της ενέργειας που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση και την ψύξη και λίγο περισσότερο από το 3% για τις μεταφορές. Αυτή η ανισορροπία μεταξύ των τομέων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανεπαρκή ή ασταθή πολιτική στήριξη.

      View full είδηση
    • By Engineer
      Η Ελλάδα είναι μία από τις εννέα χώρες του κόσμου παράγουν περισσότερο από το 20% της ηλεκτρικής τους ενέργειας από ηλιακή και αιολική ενέργεια, σύμφωνα με την Έκθεση για την Παγκόσμια Κατάσταση στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών του δικτύου REN21 (GSR), που είδες το φως της δημοσιότητας. Οι χώρες αυτές είναι οι Δανία, Ουρουγουάη, Ιρλανδία, Γερμανία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ονδούρα.
      Συνολικά οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παρέχουν περισσότερο από το ένα τέταρτο (26%) της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά απαιτούνται πιο αποφασιστικές πολιτικές σε όλους τους τομείς τελικής χρήσης προκειμένου να καταστούν βιώσιμα τα ενεργειακά συστήματα, αναφέρεται στην έκθεση.
      "Με τις χώρες να πρέπει να επανέλθουν με πιο φιλόδοξους κλιματικούς στόχους το 2020, αυτή η έκθεση δείχνει ότι υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για την αύξηση της δράσης και τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων με την επέκταση των πλεονεκτημάτων της ενεργειακής μετάβασης σε ολόκληρη την οικονομία", επεσήμανε ο πρόεδρος της REN21, Αρθούρος Ζερβός.
      Από τα στοιχεία προκύπτει ακόμη ότι για τέταρτη συνεχή χρονιά εγκαταστάθηκε περισσότερη ηλεκτρική ισχύς από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε σχέση με το άθροισμα της εγκατεστημένης ισχύος από ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια. Μόνο από την ηλιακή φωτοβολταϊκή ενέργεια το 2018 προστέθηκαν 100 gigawatts (GW), αρκετά για να καλύψουν περισσότερο από το 25% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στη Γαλλία.
      Σύμφωνα με την έκθεση:
      -Ηλιακή και αιολική ενέργεια αποτελούν σήμερα βασική επιλογή στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής. Πάνω από 90 χώρες έχουν εγκαταστήσει περισσότερα από 1 GW ανανεώσιμης ισχύος και 30 χώρες έχουν εγκαταστήσει περισσότερα από 10 GW.
      -Η παγκόσμια αύξηση ανανεώσιμης ενέργειας δεν εξαρτάται πλέον μόνο από μερικές χώρες. Το 2018, η παγκόσμια ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας συνέχισε να σταθεροποιείται συνολικά. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ελαφρώς αυξημένη ενώ οι ετήσιες εγκαταστάσεις και επενδύσεις στη Κίνα μειώθηκαν σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
      -Οι πόλεις γίνονται ολοένα και περισσότερο ισχυροί οδηγοί στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, υιοθετώντας ορισμένους από τους πιο φιλόδοξους στόχους για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παγκοσμίως. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι δεσμεύσεις και οι δράσεις υπερέβησαν τις εθνικές και περιφερειακές πρωτοβουλίες. Περισσότερες από 100 πόλεις (από το Ναϊρόμπι/Κένυα και το Νταρ ες Σαλλάμ/Τανζανία έως το Όκλαντ/Νέα Ζηλανδία, την Στοκχόλμη/Σουηδία και το Σιάτλ/ΗΠΑ) χρησιμοποιούν τουλάχιστον 70% ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ενώ τουλάχιστον 50 πόλεις έχουν θέσει σε εφαρμογή στόχους για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που καλύπτουν ηλεκτρισμό, θέρμανση/ψύξη και μεταφορές.
      - Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παρέχουν μόνο το 10% της ενέργειας που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση και την ψύξη και λίγο περισσότερο από το 3% για τις μεταφορές. Αυτή η ανισορροπία μεταξύ των τομέων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανεπαρκή ή ασταθή πολιτική στήριξη.
    • By Engineer
      Στην πρώτη θέση στην κατάταξη των δέκα κρατών, όπου το επιχειρείν αποτελεί άθλο, βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Global Business Complexity Index του TMF Group.
      Στην πρώτη θέση στην κατάταξη των δέκα κρατών, όπου το επιχειρείν αποτελεί άθλο, βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Global Business Complexity Index του TMF Group.
      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έρευνα, που υπολογίζει το βαθμό δυσκολίας ίδρυσης μίας επιχείρησης, βάσει του πόσο δύσκολο ή σύνθετο είναι το επιχειρηματικό περιβάλλον σε μία χώρα, η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση.
      Βάσει του δείκτη Global Business Complexity, η συνεχής μεταβολή της νομοθεσίας σε συνδυασμό με τους σύνθετους νόμους για την αγορά εργασίας καθιστούν την Ελλάδα την πιο δύσκολη χώρα ως προς την ίδρυση εταιρείας.
      Την λίστα των δέκα πιο δύσκολων χωρών καταλαμβάνουν η Ινδονησία, η Βραζιλία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Βολιβία, η Σλοβακία, η Γερμανία, η Τουρκία, η Κίνα και το Περού. Στον αντίποδα, το εγχείρημα της ίδρυσης εταιρείας είναι εύκολη υπόθεση στη Δανία, την Ελβετία, το Ισραήλ, την Παραγουάη, την Ταϊλάνδη και το Τζέρσεϊ.

      Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
      Η υφιστάμενη νομοθεσία της Ελλάδας μπορεί να είναι πολύπλοκη, ενώ νέες ρυθμίσεις εισάγονται συνεχώς. Ενίοτε, όπως αναφέρει η έρευνα, πολυάριθμοι νόμοι είναι αλληλοσυγκρουόμενοι και καθίσταται δύσκολο για τις εταιρείες να γνωρίζουν επακριβώς με ποιο νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει να συμμορφωθούν.
      Για παράδειγμα, σύμφωνα πάντα με την έρευνα, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιστροφή ΦΠΑ υπόκειται σε διαφορετική μεταχείριση σε συνάρτηση με τη φορολογική υπηρεσία που διαχειρίζεται το θέμα.
      Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, άτομα που δηλώνουν ίδια μερίσματα φορολογούνται διαφορετικά, με την απόκλιση να αγγίζει και το 10%, με την ελληνική κυβέρνηση να μην παράσχει, πάντοτε, καθοδήγηση. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα αποτελεί δύσκολο προορισμό για τις ξένες επιχειρήσεις.
      Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει η έρευνα, ορισμένα ελληνικά νησιά λειτουργούν ως ανεξάρτητες περιοχές ως προς τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς υπάρχει διαφορετικό φορολογικό καθεστώς.
      Ωστόσο, όπως αναφέρει η έρευνα, η Ελλάδα αποτελεί κράτος πρόνοιας, με τα υποχρεωτικά οφέλη να περιλαμβάνουν επιπλέον απολαβές για τα Χριστούγεννα και το Πάσχα και φορολοελαφρύνσεις για τους έγγαμους με παιδιά. Και παρότι το σύστημα παροχών έχει απλουστευθεί τα τελευταία δύο χρόνια, η νομοθεσία αλλάζει συχνά και εφαρμόζεται αναδρομικά.
      Μπορείτε εδώ να δείτε ολόκληρη την έρευνα.

      View full είδηση
    • By Engineer
      Στην πρώτη θέση στην κατάταξη των δέκα κρατών, όπου το επιχειρείν αποτελεί άθλο, βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Global Business Complexity Index του TMF Group.
      Στην πρώτη θέση στην κατάταξη των δέκα κρατών, όπου το επιχειρείν αποτελεί άθλο, βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Global Business Complexity Index του TMF Group.
      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έρευνα, που υπολογίζει το βαθμό δυσκολίας ίδρυσης μίας επιχείρησης, βάσει του πόσο δύσκολο ή σύνθετο είναι το επιχειρηματικό περιβάλλον σε μία χώρα, η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση.
      Βάσει του δείκτη Global Business Complexity, η συνεχής μεταβολή της νομοθεσίας σε συνδυασμό με τους σύνθετους νόμους για την αγορά εργασίας καθιστούν την Ελλάδα την πιο δύσκολη χώρα ως προς την ίδρυση εταιρείας.
      Την λίστα των δέκα πιο δύσκολων χωρών καταλαμβάνουν η Ινδονησία, η Βραζιλία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Βολιβία, η Σλοβακία, η Γερμανία, η Τουρκία, η Κίνα και το Περού. Στον αντίποδα, το εγχείρημα της ίδρυσης εταιρείας είναι εύκολη υπόθεση στη Δανία, την Ελβετία, το Ισραήλ, την Παραγουάη, την Ταϊλάνδη και το Τζέρσεϊ.

      Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
      Η υφιστάμενη νομοθεσία της Ελλάδας μπορεί να είναι πολύπλοκη, ενώ νέες ρυθμίσεις εισάγονται συνεχώς. Ενίοτε, όπως αναφέρει η έρευνα, πολυάριθμοι νόμοι είναι αλληλοσυγκρουόμενοι και καθίσταται δύσκολο για τις εταιρείες να γνωρίζουν επακριβώς με ποιο νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει να συμμορφωθούν.
      Για παράδειγμα, σύμφωνα πάντα με την έρευνα, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιστροφή ΦΠΑ υπόκειται σε διαφορετική μεταχείριση σε συνάρτηση με τη φορολογική υπηρεσία που διαχειρίζεται το θέμα.
      Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, άτομα που δηλώνουν ίδια μερίσματα φορολογούνται διαφορετικά, με την απόκλιση να αγγίζει και το 10%, με την ελληνική κυβέρνηση να μην παράσχει, πάντοτε, καθοδήγηση. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα αποτελεί δύσκολο προορισμό για τις ξένες επιχειρήσεις.
      Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει η έρευνα, ορισμένα ελληνικά νησιά λειτουργούν ως ανεξάρτητες περιοχές ως προς τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς υπάρχει διαφορετικό φορολογικό καθεστώς.
      Ωστόσο, όπως αναφέρει η έρευνα, η Ελλάδα αποτελεί κράτος πρόνοιας, με τα υποχρεωτικά οφέλη να περιλαμβάνουν επιπλέον απολαβές για τα Χριστούγεννα και το Πάσχα και φορολοελαφρύνσεις για τους έγγαμους με παιδιά. Και παρότι το σύστημα παροχών έχει απλουστευθεί τα τελευταία δύο χρόνια, η νομοθεσία αλλάζει συχνά και εφαρμόζεται αναδρομικά.
      Μπορείτε εδώ να δείτε ολόκληρη την έρευνα.
    • By Engineer
      Την ώρα που η νεολαία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αφυπνίζεται για το μεγάλο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και η αρμόδια Διακυβερνητική Επιστημονική Επιτροπή προειδοποιεί πως η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη πρέπει να μείνει κάτω του 1,5 βαθμού Κελσίου, στην Ελλάδα η συζήτηση για τη διαταραχή του κλίματος της γης παραμένει περιορισμένη.
      Την ίδια ώρα, η χώρα μας βρίσκεται σε μια περιοχή (Μεσόγειος) που σύμφωνα με όλα τα μοντέλα πρόβλεψης αποτελεί hotspot των αρνητικών επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, ενώ οι μέχρι τώρα προσπάθειες για μείωση των εκπομπών των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου υπολείπονται σημαντικά των ευρωπαϊκών επιδόσεων. Ταυτόχρονα, τα μέτρα μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ) μπορούν να έχουν, με τον κατάλληλο δημοκρατικό σχεδιασμό, θετικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό αντίκτυπο. Σε αντίθετη περίπτωση, το κόστος από τα αυξανόμενα δικαιώματα εκπομπής που πρέπει να αγοράζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, με πρώτη τη ΔΕΗ, θα είναι δυσβάστακτο.
      Οι συζητήσεις για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, μονοξείδιο του αζώτου κ.ά.) ξεκίνησαν σε διακρατικό επίπεδο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και κατέληξαν σε μια πρώτη συμφωνία στο Κιότο το 1997 (Πρωτόκολλο του Κιότο). Στο πλαίσιο αυτό τέθηκαν στόχοι για μείωση των εκπομπών την πενταετία 2008-2012, σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Στο πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκαν και συγκεκριμένοι στόχοι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι οποίοι στη συνέχεια ανανεώθηκαν για τα επόμενα έτη. Την περίοδο 1990-2016 η Ε.Ε. μείωσε τα αέρια του θερμοκηπίου κατά 24% σε σχέση με το 1990, ενώ αντίστοιχα η Ελλάδα μόνο κατά 11,1%.
      «Είναι εντυπωσιακή η διαφορά, αλλά πρέπει να καταλάβουμε πώς προήλθε. Κατ’ αρχάς, δεν είχαν όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. τους ίδιους στόχους. Σε άλλες χώρες, με ανεπτυγμένη βιομηχανία, τέθηκε στόχος για μεγάλες μειώσεις. Η Ελλάδα, που ήταν πιο πίσω αναπτυξιακά, δεσμεύθηκε αρχικά για συγκράτηση της ανόδου των εκπομπών, δηλαδή να αυξηθούν λιγότερο από 25% μέχρι τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Μετά θα έπρεπε να ξεκινήσει η μείωση», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Σεβαστιανός Μοιρασγεντής, ερευνητής στο Αστεροσκοπείο Αθηνών.
      Ο κ. Μοιρασγεντής σημειώνει πως στο ζήτημα της διαχείρισης των εκπομπών ΑτΘ από την Ελλάδα υπάρχουν τρεις περίοδοι. «Η πρώτη της μεγέθυνσης μέχρι το 2005, όταν οι εκπομπές έφτασαν περίπου τους 133 εκατ. τόνους ισοδύναμου CO2, από 103,1 εκατ. τόνους το 1990. Από τότε αρχίζει η αποκλιμάκωση και μπαίνουμε στη δεύτερη περίοδο, η οποία επιταχύνεται με την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης. Πολλά εργοστάσια κλείνουν, ενώ μειώνεται και η κατανάλωση ενέργειας κυρίως, καθώς πολλά νοικοκυριά δεν μπορούν να θερμάνουν το σπίτι τους. Πρόκειται για μια τραγική κατάσταση. Ταυτόχρονα, μειώνονται οι εκπομπές κυρίως στην ηλεκτροπαραγωγή, μέσω της σοβαρής ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά και του φυσικού αερίου, που έχει μικρότερες εκπομπές ΑτΘ. Από το 2008 μέχρι και το 2015 η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική μείωση των εκπομπών, ως συνδυαστικό αποτέλεσμα της κρίσης και των παρεμβάσεων», λέει ο κ. Μοιρασγεντής.
      Το ερώτημα είναι τι κάνουμε στην τρίτη περίοδο, η οποία έχει αρχίσει από το 2017, όταν η οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται. Το 2017 υπήρχε αύξηση των εκπομπών στην Ελλάδα κατά 2,9%, όταν στην Ε.Ε. ήταν 0,7%. Από την άλλη, τα προσωρινά στοιχεία για τον ενεργειακό τομέα το 2018 δείχνουν μείωση στην Ελλάδα 3,9%, και στην Ε.Ε. μείωση 2,8%.
      «Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν θα μπορέσει να αναπτυχθεί η ελληνική οικονομία βγαίνοντας από την κρίση, χωρίς αύξηση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, αλλά με τις αναγκαίες μειώσεις», λέει στην «Κ» η κ. Θεοδώρα Αντωνακάκη, επιστημονική γραμματέας της Επιτροπής Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής, που έχει συστήσει η Τράπεζα της Ελλάδος. «Η Ελλάδα είναι πολύ κοντά στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχουν τεθεί μέχρι το 2020, αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι για αναπροσαρμογή των στόχων. Ηδη, η επιστημονική κοινότητα θεωρεί πως χρειάζεται πιο μεγάλη μείωση των εκπομπών. Το ερώτημα είναι τι θα κάνουν οι πολιτικοί», συμπληρώνει η κ. Αντωνακάκη, σημειώνοντας πως το τελευταίο διάστημα οι κεντρικές τράπεζες βάζουν το θέμα της κλιματικής αλλαγής στα κριτήρια χάραξης πολιτικής και διαμόρφωσης χρηματοοικονομικών εργαλείων. «Τεχνολογικές λύσεις υπάρχουν, αλλά πρέπει να προσέχουμε η χρήση τους να οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Για παράδειγμα, οι λαμπτήρες led είναι πολύ πιο αποδοτικοί ενεργειακά. Εάν όμως βάζουμε πολύ περισσότερους σε ένα δήμο δεν έχουμε ενεργειακό όφελος», αναφέρει η κ. Αντωνακάκη.

      Το Εθνικό Σχέδιο
      Και η Ελλάδα, όπως όλες οι χώρες, θα βρεθεί μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις για να αναχαιτιστεί η σημερινή ξέφρενη πορεία διαταραχής του κλίματος. Τον Δεκέμβριο του 2018 το υπουργείο Ενέργειας ανακοίνωσε το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, το οποίο από περιβαλλοντικές οργανώσεις –όπως το WWF και η Greenpeace– χαρακτηρίστηκε ανεπαρκές, καθώς η μείωση των εκπομπών που προβλέπει δεν αντιστοιχεί στον στόχο περιορισμού της θερμοκρασιακής αύξησης στον 1,5 βαθμό Κελσίου. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος απαιτούνται πολύ μεγάλες μειώσεις στα ΑτΘ. «Μείωση εκπομπών κατά 80% στον ενεργειακό τομέα μέχρι το 2050 αποτελεί εθνική υποχρέωση», τονίζει η Ομάδα Ενεργειακού Σχεδιασμού και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Αστεροσκοπείου στην παρέμβασή της στη δημόσια διαβούλευση.
      Μέτρα με οικονομικό και κοινωνικό όφελος
      Η έγκαιρη ανταπόκριση στους κλιματικούς στόχους δεν είναι μόνο περιβαλλοντικά αναγκαία αλλά και οικονομικά απαραίτητη. Για να περιορίσει τη χρήση υδρογονανθράκων και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει θεσπίσει τα δικαιώματα εκπομπών, τα οποία πλέον δεν παρέχονται δωρεάν αλλά αγοράζονται. Μάλιστα, το κόστος τους έχει ανοδική πορεία. Σήμερα, το κόστος αγοράς δικαιώματος εκπομπής ενός τόνου διοξειδίου του άνθρακα (CO2) είναι 22,5 ευρώ, ενώ πριν από μερικά χρόνια ήταν μόλις 5 ευρώ. Το 2017, οι σταθμοί λιγνίτη της ΔΕΗ εξέπεμψαν 22,6 εκατ. τόνους CO2, το 25% του συνόλου στη χώρα μας. Με τις σημερινές τιμές απαιτούνται 508 εκατ. ευρώ τον χρόνο μόνο για αγορά δικαιωμάτων εκπομπών από τη ΔΕΗ.
      «Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο πρόβλημα του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). Δεν μπορεί να υπάρχει στο ενεργειακό πλάνο για τις επόμενες δεκαετίες η καύση λιγνίτη και μάλιστα η δημιουργία νέων σταθμών. Στο μέλλον το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών μπορεί να φτάσει και τα 80 ευρώ/τόνος», τονίζει ο κ. Μοιρασγεντής. «Αρα πρέπει να σχεδιάσουμε ένα ενεργειακό μέλλον χωρίς άνθρακα, με εξοικονόμηση ενέργειας, ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας», συμπληρώνει.
      Η προσπάθεια μείωσης ενεργειακών απαιτήσεων και εκπομπών μπορεί και πρέπει να έχει κοινωνικό προσανατολισμό. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά παλιά σπίτια, που είναι ενεργειακά διάτρητα, χωρίς σωστή μόνωση. Σε πολλά από αυτά ζουν φτωχές οικογένειες που παγώνουν τον χειμώνα και λιώνουν το καλοκαίρι. Οσες οικογένειες μπορούν, δαπανούν μεγάλα ποσά για ενεργοβόρες λύσεις θέρμανσης ή ψύξης. Επίσης, τον χειμώνα παρατηρείται καύση ακατάλληλων υλικών, που δηλητηριάζουν τον αέρα. «Το ΕΣΕΚ προτείνει την ενεργειακή αναβάθμιση 40.000 κατοικιών το έτος, με μια επέκταση του προγράμματος “Εξοικονομώ”. Υπάρχουν δύο προβλήματα εδώ: το πρώτο είναι πως πρέπει να γίνουν ριζικές ανακαινίσεις σπιτιών για ενεργειακή θωράκιση, όχι μπαλώματα χωρίς όφελος εξοικονόμησης. Το δεύτερο είναι πως στο τρέχον πρόγραμμα δεν μπορούν να συμμετέχουν οι πιο φτωχές οικογένειες, δεν μπορούν να βάλουν τη συμμετοχή. Απαιτούνται άλλες λύσεις: Στη Γαλλία, για παράδειγμα, σε ορισμένες περιπτώσεις αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το κράτος με τυποποιημένο και ενιαίο τρόπο τις αναβαθμίσεις των σπιτιών», λέει ο κ. Μοιρασγεντής.

      View full είδηση
×
×
  • Create New...

Important Information

We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue.