Μετάβαση στο περιεχόμενο
  • Novatron
  • Engineer
    Engineer

    Σοκ από την έκθεση του IPCC για την κλιματική αλλαγή

    Καμπανάκι κινδύνου για την αύξηση της θερμοκρασίας της Γης σήμαναν οι σημαντικότεροι ειδικοί επί των κλιματικών αλλαγών βάζοντας το όριο στους 1,5 βαθμούς Κελσίου και όχι στους 2 βαθμούς Κελσίου όπως είχε κάνει η σύνοδος των Παρισίων (COP21) πριν από δύο χρόνια.

    Σύμφωνα με τους ειδικούς από τη διακυβερνητική επιτροπή του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή που εξέτασαν περισσότερες από 6.000 μελέτες, ο μισός βαθμός Κελσίου θα προκαλέσει τεράστια διαφορά.

    Στο σενάριο της αύξησης των 1,5 βαθμών Κελσίου οι άνθρωποι που θα κινδυνεύσουν από έλλειψη νερού θα μειωθούν κατά 50% σε σχέση με το σενάριο που συμφωνήθηκε στη γαλλική πρωτεύουσα το 2016. Αντίθετα στους 2 βαθμούς Κελσίου τα επεισόδια καύσωνα, όπως συνέβη το φετινό καλοκαίρι, θα γίνουν ακόμα πιο ακραία και συχνά προκαλώντας αύξηση στους θανάτους που σχετίζονται με τη ζέστη αλλά και περισσότερες δασικές πυρκαγιές.

    Η μεγαλύτερη διαφορά, σύμφωνα με τους ειδικούς θα προκύψει στη φύση καθώς ο πληθυσμός των εντόμων που διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στη γονιμοποίηση φυτών θα μειωθεί στο μισό αν η θερμοκρασία αυξηθεί κατά 2 βαθμούς Κελσίου. Αντίστοιχα το 99% των κοραλλιών θα βρεθεί σε κίνδυνο στο ίδιο σενάριο ενώ αν επιτευχθεί ο στόχος των 1,5 βαθμών Κελσίου το ποσοστό εκείνων που μπορεί να σωθούν αυξάνεται στο 10%.

    Η διαφορά του μισού βαθμού Κελσίου θα σημάνει τον επηρεασμό 10 εκατομμυρίων περισσότερων ανθρώπων από την αύξηση της στάθμης της θάλασσας μέχρι το 2100.

    Η ίδια διαφορά θα προκαλέσει το θάνατο 3 εκατομμυρίων τόνων αλιευμάτων, αριθμός που θα φτάσει το 1,5 εκατομμύριο αν η θερμοκρασία αυξηθεί 1,5 βαθμούς Κελσίου.

    Παράλληλα τα καλοκαίρια χωρίς πάγο στην Αρκτική, που θερμαίνεται με ρυθμό δύο ή τρεις φορές μεγαλύτερο από τον υπόλοιπο πλανήτη, θα εμφανίζονται μια φορά στα 100 χρόνια αν η θερμοκρασία αυξηθεί κατά 1,5 βαθμό Κελσίου και μια φορά τη δεκαετία αν η αύξηση φτάσει στους 2 βαθμούς Κελσίου.

    «Αυτό που διαπιστώσαμε είναι ότι πρέπει να δράσουμε τώρα. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη κραυγή κινδύνου από την επιστημονική κοινότητα και ελπίζω ότι θα υπάρξει κινητοποίηση» δήλωσε η συμπρόεδρος της ομάδας των επιστημόνων που υπογράφει τη σχετική έκκληση, Ντέμπρα Ρόμπερτς.

    Δείτε τη σύνοψη της μελέτης και ολόκληρο το κείμενο, ΕΔΩ και ΕΔΩ.

    Ο Guardian έχει συνεχή ενημέρωση για το θέμα με ενδιαφέρουσες δηλώσεις



    Σχόλια Μελών


    Δεν υπάρχουν σχόλια για προβολή.



    Δημιουργήστε ένα λογαριασμό ή συνδεθείτε προκειμένου να αφήσετε κάποιο σχόλιο

    Πρέπει να είστε μέλος για να μπορέσετε να αφήσετε κάποιο σχόλιο

    Δημιουργία λογαριασμού

    Κάντε μια δωρεάν εγγραφή στην κοινότητά μας. Είναι εύκολο!

    Εγγραφή νέου λογαριασμού

    Σύνδεση

    Εάν έχετε ήδη λογαριασμό; Συνδεθείτε εδώ.

    Συνδεθείτε τώρα

  • Παρόμοιο Περιεχόμενο

    • Από Engineer
      Tο ελληνικό ΑΕΠ μπορεί να μειώνεται σε ετήσια βάση κατά 2% μέχρι το 2050 και ακόμη περισσότερο μέχρι το 2100 εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, ενώ το συνολικό κόστος για την ελληνική οικονομία, σωρευτικά μέχρι το 2100, είναι δυνατόν να φθάσει τα 701 δισ. ευρώ. Αυτό υπογράμμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας το βράδυ της Δευτέρας σε συνέδριο του Economist για τη βιώσιμη ανάπτυξη, στην Αθήνα.
      Σύμφωνα με τη σχετική ανάλυση, συμπλήρωσε ο κ. Στουρνάρας, η οποία ποσοτικοποιεί και κατατάσσει τους αναμενόμενους κλιματικούς κινδύνους για την ελληνική επικράτεια, η γεωργία είναι ο τομέας που αναμένεται να πληγεί περισσότερο από την κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα, ενώ οι επιπτώσεις στον τουρισμό και τα παράκτια συστήματα θα επηρεάσουν σημαντικά το εισόδημα των νοικοκυριών και την οικονομία συνολικά. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ο τομέας των υδάτινων αποθεμάτων, από τα οποία εξαρτάται τόσο η γεωργία όσο και η ύδρευση.
      Ο ίδιος υπενθύμισε ότι τελευταία δέκα χρόνια η Τράπεζα της Ελλάδος συμμετέχει ενεργά στην έρευνα, τον εμπεριστατωμένο διάλογο και την παροχή επιστημονικής τεκμηρίωσης μέσω των δράσεων της διεπιστημονικής Επιτροπής για τη Μελέτη των Επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ). Στην ΕΜΕΚΑ, οικονομολόγοι του περιβάλλοντος και της ενέργειας, σε συνεργασία με κλιματολόγους, φυσικούς, βιολόγους, μηχανικούς και κοινωνικούς επιστήμονες, εκπονούν μελέτες που αξιολογούν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ελληνική οικονομία, αναλύουν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα, και προτείνουν τρόπους προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας προς βιώσιμα μοντέλα ανάπτυξης.
      Το μέχρι σήμερα έργο της ΕΜΕΚΑ έχει υπογραμμίσει τη σημασία ύπαρξης μιας συγκεκριμένης πολιτικής προσαρμογής, αναγκαίας ως μέτρου περιορισμού των ζημιών από την κλιματική αλλαγή. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο Μνημονίου Συνεργασίας που υπογράφηκε με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και την Ακαδημία Αθηνών, σχεδίασε την Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή, και τώρα σχεδιάζει την εξειδίκευση της εφαρμογής της.

      View full είδηση
    • Από Engineer
      Tο ελληνικό ΑΕΠ μπορεί να μειώνεται σε ετήσια βάση κατά 2% μέχρι το 2050 και ακόμη περισσότερο μέχρι το 2100 εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, ενώ το συνολικό κόστος για την ελληνική οικονομία, σωρευτικά μέχρι το 2100, είναι δυνατόν να φθάσει τα 701 δισ. ευρώ. Αυτό υπογράμμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας το βράδυ της Δευτέρας σε συνέδριο του Economist για τη βιώσιμη ανάπτυξη, στην Αθήνα.
      Σύμφωνα με τη σχετική ανάλυση, συμπλήρωσε ο κ. Στουρνάρας, η οποία ποσοτικοποιεί και κατατάσσει τους αναμενόμενους κλιματικούς κινδύνους για την ελληνική επικράτεια, η γεωργία είναι ο τομέας που αναμένεται να πληγεί περισσότερο από την κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα, ενώ οι επιπτώσεις στον τουρισμό και τα παράκτια συστήματα θα επηρεάσουν σημαντικά το εισόδημα των νοικοκυριών και την οικονομία συνολικά. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ο τομέας των υδάτινων αποθεμάτων, από τα οποία εξαρτάται τόσο η γεωργία όσο και η ύδρευση.
      Ο ίδιος υπενθύμισε ότι τελευταία δέκα χρόνια η Τράπεζα της Ελλάδος συμμετέχει ενεργά στην έρευνα, τον εμπεριστατωμένο διάλογο και την παροχή επιστημονικής τεκμηρίωσης μέσω των δράσεων της διεπιστημονικής Επιτροπής για τη Μελέτη των Επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ). Στην ΕΜΕΚΑ, οικονομολόγοι του περιβάλλοντος και της ενέργειας, σε συνεργασία με κλιματολόγους, φυσικούς, βιολόγους, μηχανικούς και κοινωνικούς επιστήμονες, εκπονούν μελέτες που αξιολογούν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ελληνική οικονομία, αναλύουν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα, και προτείνουν τρόπους προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας προς βιώσιμα μοντέλα ανάπτυξης.
      Το μέχρι σήμερα έργο της ΕΜΕΚΑ έχει υπογραμμίσει τη σημασία ύπαρξης μιας συγκεκριμένης πολιτικής προσαρμογής, αναγκαίας ως μέτρου περιορισμού των ζημιών από την κλιματική αλλαγή. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο Μνημονίου Συνεργασίας που υπογράφηκε με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και την Ακαδημία Αθηνών, σχεδίασε την Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή, και τώρα σχεδιάζει την εξειδίκευση της εφαρμογής της.
    • Από Engineer
      Χαμηλές «πτήσεις» καταγράφει η Ελλάδα στην υιοθέτηση και δημοσιοποίηση πληροφοριών και δεδομένων για την εφαρμογή εθνικών πολιτικών με στόχο την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
      Όπως επισημαίνει σε έκθεση της η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος (ΕΕΑ), το 2017 τα κράτη-μέλη της ΕΕ ανακοίνωσαν 1.513 πολιτικές και μέτρα για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής (αύξηση κατά 9%, σε σχέση με την αντίστοιχη επίδοση του 2015).
      Η Ελλάδα κατατάσσεται προτελευταία στη σχετική λίστα ισοβαθμώντας με την Κύπρο με 17 νέες πολιτικές και μέτρα, που ξεκίνησαν να εφαρμόζονται το 2017 στην μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής.
      Χειρότερη επίδοση έχει μόνο η Αυστρία με 15 πολιτικές, ενώ στην κορυφή της λίστας βρίσκεται το Βέλγιο με 115 πολιτικές και ακολουθεί η Γαλλία με 114 και στην 3η θέση ισοβαθμούν η Αγγλία, η Ισπανία, η Σλοβενία και το Λουξεμβούργο με 75 η κάθε μία.
      Ο μέσος όρος της Ε.Ε., από τον οποίο απέχει πολύ η Ελλάδα, είναι 54 πολιτικές και μέτρα, τα οποία μπορούν να εκτείνονται από την εξοικονόμηση ενέργειας μέχρι την γεωργία, την βιομηχανία, τις μεταφορές, την διαχείριση απορριμμάτων κ.ά..
      Σύμφωνα με την ΕΕΑ, παρόλη την κινητικότητα για τα θέματα της κλιματικής αλλαγής στο κοινοτικό και στο διεθνές επίπεδο, τα κράτη-μέλη γενικά υιοθέτησαν σχετικά λίγα νέα μέτρα μεταξύ των ετών 2015 και 2017, προκειμένου να «πιάσουν» τους στόχους για το κλίμα του έτους 2030.
      Τα κράτη-μέλη δημοσιοποιούν πληροφορίες για την περιβαλλοντική τους πολιτική, η οποία έχει σχέση κυρίως με εποπτικά και οικονομικά «εργαλεία» μέτρησης των επιδόσεων τους για την κλιματική αλλαγή, για την ενεργειακή αποτελεσματικότητα (με έμφαση στα κτήρια), για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και για τις εκπομπές των ρύπων από τα οχήματα.
      Αντίθετα, δεν ανακοινώνουν επαρκώς ποσοτικές πληροφορίες για τις εθνικές πολιτικές και μέτρα, που αφορούν στα αποτελέσματα και στα κόστη των δράσεων τους για το περιβάλλον, ενώ είναι ιδιαίτερα φειδωλά και σε στοιχεία μείωσης εκπομπών αερίων, τα οποία είναι υπεύθυνα για το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
      Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι τα κράτη-μέλη σε μεγάλο βαθμό στερούνται εθνικών πρωτοβουλιών για το περιβάλλον, αφού το 74% των σχετικών πολιτικών τους είναι εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών.
      Number of PaMs reported with ex post or ex ante emission savings= Αριθμός πολιτικών και μέτρων με εκ των υστέρων ή εκ των προτέρων εκτιμήσεις για εξοικονόμηση εκπομπών
      Σκούρο Μπλε= Συνολικές πολιτικές
      Ανοιχτό Γαλάζιο= Συνολικές πολιτικές με εκ των προτέρων εκτιμήσεις
      Κίτρινο=Συνολικές πολιτικές με εκ των υστέρων εκτιμήσεις

      View full είδηση
×

Σημαντικό

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώνουμε το περιεχόμενο του website μας. Μπορείτε να τροποποιήσετε τις ρυθμίσεις των cookie, ή να δώσετε τη συγκατάθεσή σας για την χρήση τους.