Jump to content
  • Buildinghow
    HoloBIM Structural



  • Με αφορμή τη φετινή επέτειο των 250 χρόνων από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, ο αρχιτέκτονας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάνος Δραγώνας, επιλέγει έντεκα κατοικίες, σχεδιασμένες, βέβαια, από αρχιτέκτονες για να μας αφηγηθεί την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.

    Τι μπορεί να μας πει η ιστορία μιας μεγάλης χώρας όπως η Αμερική μέσα από τα σπίτια της;

    Μπορεί μια κατοικία να πάρει θέση για τη δημοκρατία; Να εκφράσει μια ιδέα για την ελευθερία ή την πρόοδο; Να αποτυπώσει την αισιοδοξία μιας κοινωνίας απέναντι στην τεχνολογία ή, αντίθετα, την αμφιβολία της απέναντι στις μεγάλες βεβαιότητες της εποχής της; Και τι συμβαίνει όταν οι υποσχέσεις μιας εποχής αρχίζουν να μετατρέπονται σε αντιφάσεις ή τα οράματα του μέλλοντος σε ερωτήματα για το παρόν;

    Διακόσια πενήντα χρόνια μετά την αμερικανική ανεξαρτησία, θα επιχειρήσουμε μια περιήγηση σε μερικά από τα πιο εμβληματικά σπίτια της αμερικανικής αρχιτεκτονικής. Κάποιες φορές οι τοίχοι, τα παράθυρα και οι στέγες αφηγούνται πολύ περισσότερα από όσα αρχικά μοιάζουν διατεθειμένα να αποκαλύψουν.

    Monticello-mills-drawing-600x400.jpeg

    Σχέδιο της δυτικής εισόδου του Monticello από τον Ρόμπερτ Μιλς. © Ιστορική Εταιρεία της Μασαχουσέτης. Πηγή: Monticello.Org.

    «… architecture is my delight, and putting up, and pulling down, one of my favourite amusements». Η ρήση αποδίδεται στον Τζέφερσον αλλά για την πηγή της μπορείτε να διαβάσετε εδώ

    Το Monticello, η κατοικία του Thomas Jefferson κοντά στο Charlottesville της Virginia, κατασκευάστηκε σταδιακά μεταξύ 1768 και 1809 και σχεδιάστηκε από τον ίδιο τον χρήστη του.

     Πρόκειται ίσως για το πρώτο μεγάλο αρχιτεκτονικό μανιφέστο της αμερικανικής δημοκρατίας.

    Αν και ο Jefferson δεν ήταν ο ίδιος αρχιτέκτονας, μελέτησε συστηματικά την αρχιτεκτονική θεωρία και ιδιαίτερα το έργο του Andrea Palladio. Το Monticello αντλεί άμεσα από την παράδοση της παλλαδιανής βίλας και ιδιαίτερα από τη Villa Rotonda: η τοποθέτηση στην κορυφή του λόφου, ο συμμετρικός όγκος, η κεντρική αίθουσα και η στενή σχέση με το τοπίο παραπέμπουν ευθέως στο ιταλικό πρότυπο.

    Η επιλογή αυτή δεν υπήρξε μόνο αισθητική. Για τον Jefferson, η νέα δημοκρατία δεν μπορούσε να στεγαστεί σε αρχιτεκτονικές μορφές που παρέπεμπαν σε βασιλείς και αριστοκρατίες. Ο κλασικισμός συμβόλιζε τον ορθό λόγο, την αναλογία, τη συμμετρία και την πολιτική αρετή των δημοκρατικών πολιτειών της αρχαιότητας. Η αυστηρή γεωμετρική οργάνωση του Monticello αντανακλά έτσι την ιδέα μιας πολιτείας βασισμένης στην ισορροπία και τη συνταγματική τάξη, ενώ η επιλογή της αγροτικής βίλας αντί του παλατιού εκφράζει το ιδεώδες του ανεξάρτητου πολίτη και μικροϊδιοκτήτη γεωργού που βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτικής σκέψης του Jefferson.

    Νέακατασκευών

    Υπάρχει βέβαια μια βαθιά αντίφαση στον πυρήνα του έργου. Το Monticello υπήρξε μια φυτεία που λειτουργούσε χάρη στην εργασία εκατοντάδων σκλαβωμένων ανθρώπων. Η κατοικία που συμβολίζει τη γέννηση της αμερικανικής δημοκρατίας οικοδομήθηκε ταυτόχρονα πάνω στην άρνηση της ελευθερίας ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της.

    • Το Monticello απεικονίζεται και στο επίσημο νόμισμα των 5 cents (nickel) 
    • Ο Τόμας Τζέφερσον θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους γαστρίμαργους και οινόφιλους της αμερικανικής ιστορίας. Το 2011, ο γαστρογράφος «Αθήναιος» είχε γράψει στη LIFO ένα κείμενο για τη σχέση του Τζέφερσον με τη Γαστρονομία. Μην παραλείψετε λοιπόν να ρίξετε μια ματιά στον λαχανόκηπο και στον οπωρώνα του Monticello καθώς κι αυτοί ήταν σχεδιασμένοι, προσεκτικά, από τον ιδιοκτήτη του.

    2.-Thoreu-Cabin--768x540.jpg

    Αντίγραφο της καλύβας του Henry David Thoreau στο κρατικό καταφύγιο Walden Pond στο Concord της Μασαχουσέτης. Η αρχική καλύβα διαλύθηκε μετά την αποχώρηση του Thoreau.

    «A man can never say of any landscape that he has exhausted it», Henry David Thoreau, Ημερολόγιο, 19 Απριλίου 1850.

    Η καλύβα που έχτισε ο Henry David Thoreau στις όχθες της λίμνης Walden στη Μασαχουσέτη το καλοκαίρι του 1845 ήταν ένα εξαιρετικά απλό ξύλινο κτίσμα, διαστάσεων περίπου 3 επί 4,5 μέτρα και συνολικής επιφάνειας μόλις 14 τετραγωνικών μέτρων. 

    Κατασκευάστηκε σε ένα μικρό ξέφωτο μέσα στο δάσος, χρησιμοποιώντας υλικά από μια παλαιότερη αγροτική καλύβα που είχε αποσυναρμολογηθεί στην περιοχή.
    Ο ίδιος ο Thoreau κατέγραψε με σχολαστικότητα ακόμη και το συνολικό κόστος της κατασκευής: 28,12 δολάρια και μισό σεντ.

    Το εσωτερικό της κατοικίας ήταν σχεδόν μοναστικό στην απλότητά του. Περιλάμβανε ένα κρεβάτι, ένα γραφείο, ένα τραπέζι, ένα τζάκι και τρεις καρέκλες, «μία για τη μοναξιά, δύο για τη φιλία και τρεις για την κοινωνία», όπως έγραφε ο ίδιος.

    Η καλύβα δεν κατασκευάστηκε ως καταφύγιο απομόνωσης ούτε ως άρνηση της κοινωνίας. Η κατοίκηση στη Walden υπήρξε κυρίως ένα πείραμα: πόσα από όσα θεωρούσε απαραίτητα η αμερικανική κοινωνία του 19ου αιώνα ήταν πραγματικά αναγκαία; Θα μπορούσε ένας άνθρωπος να ζήσει με λιγότερα αγαθά, λιγότερη εργασία και λιγότερες οικονομικές εξαρτήσεις, αποκτώντας έτσι περισσότερο χρόνο και ελευθερία;

    Υπό αυτή την έννοια, η καλύβα της Walden αποτελεί ίσως την πιο καθαρή αρχιτεκτονική έκφραση ενός από τους κεντρικούς αμερικανικούς μύθους: του ανεξάρτητου ατόμου που αναζητά την ελευθερία μέσα από την αυτάρκεια και τη στενή σχέση με τη φύση. Από τις ξύλινες καμπίνες της αμερικανικής υπαίθρου μέχρι τα off-grid καταφύγια, η σκιά της εξακολουθεί να πλανάται πάνω από την αμερικανική κατοικία.

    • Διαβάστε: Henry David Thoreau, Walden or Life in the Woods. Gutenberg Project.
     
    3.-Robie-House-_large-768x552.jpg
     
    Robie House. Φωτογραφία: Photo by Tom Rossiter. Πανεπιστήμιο του Σικάγο.

    Το Robie House κατασκευάστηκε το 1909 στο Σικάγο και σχεδιάστηκε από τον Frank Lloyd Wright. Θεωρείται το σημαντικότερο ίσως παράδειγμα του Prairie Style και ένα από τα πιο σημαντικά σπίτια του 20ού αιώνα.

    Οι μεγάλες οριζόντιες γραμμές, οι τολμηροί πρόβολοι και η συνεχής ροή των εσωτερικών χώρων συνθέτουν μια αρχιτεκτονική που μοιάζει να αναπτύσσεται παράλληλα με τον ορίζοντα των αμερικανικών πεδιάδων. Σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή κατοικία του 19ου αιώνα, όπου τα δωμάτια οργανώνονταν ως μια ακολουθία διακριτών χώρων, το Robie House αντιμετωπίζει το σπίτι ως ένα συνεχές πεδίο κίνησης, θέας και ζωής. 

    Το έργο επιχειρεί να απαντήσει σε ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα: πώς μπορεί να μοιάζει μια αρχιτεκτονική που γεννήθηκε στην Αμερική και δεν αποτελεί απλώς συνέχεια των ευρωπαϊκών προτύπων; Για τον Wright, η απάντηση βρισκόταν στο ίδιο το αμερικανικό τοπίο – στις αχανείς πεδιάδες της Μεσοδυτικής Αμερικής, στον ανοιχτό ορίζοντα και στην απουσία του ιστορικού βάρους των ευρωπαϊκών πόλεων. Το σπίτι δεν κοιτά προς την Ευρώπη αλλά προς τον αμερικανικό ορίζοντα.

    Όπως η αμερικανική λογοτεχνία, η μουσική και η τέχνη των αρχών του 20ού αιώνα, έτσι και το Robie House σηματοδοτεί τη στιγμή κατά την οποία η αμερικανική κουλτούρα παύει να αναζητά νομιμοποίηση στην Ευρώπη και αρχίζει να διαμορφώνει τη δική της φωνή.

     
    4.-Farnsworth-House.jpg
     
    Farnsworth House. Πηγή.

    Το Farnsworth House κατασκευάστηκε μεταξύ 1945 και 1951 κοντά στο Plano του Illinois, και σχεδιάστηκε από τον Ludwig Mies van der Rohe για τη γιατρό Edith Farnsworth. Δύο οριζόντιες λευκές πλάκες, λεπτοί χαλύβδινοι στύλοι και ένα συνεχές γυάλινο περίβλημα συνθέτουν ένα από τα πιο εμβληματικά σπίτια του 20ού αιώνα και ίσως την καθαρότερη έκφραση του αρχιτεκτονικού λεξιλογίου του Mies.

    Το σπίτι μοιάζει λιγότερο με κτίριο και περισσότερο με ένα περίπτερο μέσα στο τοπίο. Οι παραδοσιακοί τοίχοι εξαφανίζονται, το εσωτερικό οργανώνεται ως ένας ενιαίος χώρος και η φύση εισχωρεί οπτικά στην καθημερινή ζωή των κατοίκων. Αν το Robie House κοιτούσε προς τον αμερικανικό ορίζοντα, το Farnsworth House μοιάζει σχεδόν να διαλύεται μέσα σε αυτόν.

    Το έργο σηματοδοτεί επίσης μια ευρύτερη πολιτισμική μετατόπιση. Μέσα από τον πόλεμο και την άνοδο του ναζισμού, η ευρωπαϊκή πρωτοπορία μεταφέρεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και μαζί της μεταφέρεται και το κέντρο βάρους της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Η Αμερική δεν αποτελεί πλέον την περιφέρεια που αναζητά πρότυπα στην Ευρώπη αλλά το νέο σπίτι του μοντερνισμού.

    Υπάρχει όμως και μια σκιά στην ιστορία του έργου. Η σχέση ανάμεσα στον Mies και την Edith Farnsworth κατέληξε σε βαθιά σύγκρουση και τελικά στα δικαστήρια, καθώς η ιδιοκτήτρια θεωρούσε ότι το σπίτι ήταν δύσκολο να κατοικηθεί και υπερβολικά υποταγμένο στην αρχιτεκτονική ιδέα που το γέννησε. Το Farnsworth House έγινε έτσι ένα από τα πιο διάσημα παραδείγματα της έντασης ανάμεσα στην αρχιτεκτονική τελειότητα και την καθημερινή ζωή.


    Pop Culture Alert!
    Στην ταινία «Batman v. Superman» του Zack Snyder (τη μίσησαν οι κριτικοί, τη λάτρεψε το κοινό), το Wayne Manor που είναι βέβαια το σπίτι του Batman, «κατά κόσμον» Bruce Wayne, καίγεται. Μετακομίζει λοιπόν σε ένα νέο σπίτι που αντλεί έμπνευση από τα δύο αριστουργήματα του μοντερνισμού, το Farnsworth House και το Glass House που παρουσιάζουμε παρακάτω.

    5.-Glass-House-Philip-Johnson-768x576.jp

    The Glass House, Philip Johnson. Πηγή.

    Το Glass House κατασκευάστηκε το 1949 στο New Canaan του Connecticut και σχεδιάστηκε από τον Philip Johnson ως δική του κατοικία. Ένα απόλυτα συμμετρικό γυάλινο περίπτερο, αποτελούμενο σχεδόν αποκλειστικά από γυαλί και χάλυβα, αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σπίτια του 20ού αιώνα και την αμερικανική απάντηση στο Farnsworth House του Mies van der Rohe.

    Οι εξωτερικοί τοίχοι έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Το τοπίο γίνεται το φόντο της καθημερινής ζωής, ενώ ο μόνος πραγματικά κλειστός χώρος του σπιτιού είναι ένας κυλινδρικός πυρήνας από τούβλο που στεγάζει το λουτρό και το τζάκι. Το σπίτι μοιάζει λιγότερο με καταφύγιο και περισσότερο με περίπτερο ή σκηνή μέσα στο τοπίο.

    Σε αντίθεση όμως με το Farnsworth House, όπου η φύση παραμένει άγρια και σχεδόν ανεξέλεγκτη, εδώ το τοπίο είναι προσεκτικά σχεδιασμένο και σκηνοθετημένο. Το Glass House δεν κατοικεί τη φύση· την παρατηρεί.

    Το σπίτι γίνεται έτσι μια διερεύνηση των ορίων ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Η ζωή του κατοίκου εκτίθεται διαρκώς στο βλέμμα των άλλων, ενώ η ίδια η κατοίκηση μετατρέπεται σε μια μορφή παράστασης. Πολύ πριν από τα κοινωνικά δίκτυα και την κουλτούρα της διαρκούς έκθεσης του εαυτού, το Glass House προτείνει μια ζωή σχεδόν ολοκληρωτικά ορατή.

    06-Eames-House-Case-Study-House-No-8-Pac

    Case Study House No. 8 (Eames House), Pacific Palisades, Los Angeles, California, 1949. Charles and Ray Eames. Φωτογραφία: Gunnar Klack / Wikimedia Commons (CC BY-SA 4.0).

    του Los Angeles και σχεδιάστηκε από τους Charles και Ray Eames ως κατοικία και εργαστήριο για τους ίδιους. Αποτελεί το διασημότερο ίσως παράδειγμα του προγράμματος Case Study Houses, μέσω του οποίου το περιοδικό Arts & Architecture επιχείρησε να επανεφεύρει την αμερικανική κατοικία της μεταπολεμικής εποχής.

    Κατασκευασμένο από τυποποιημένα βιομηχανικά στοιχεία, χαλύβδινο σκελετό και προκατασκευασμένα πάνελ, το σπίτι μοιάζει περισσότερο με προϊόν συναρμολόγησης παρά με συμβατική οικοδομή. Η αισιοδοξία της βιομηχανικής παραγωγής διαπερνά κάθε πτυχή του έργου.

    Όπως το αυτοκίνητο και οι οικιακές συσκευές μεταμόρφωσαν την καθημερινότητα της αμερικανικής μεσαίας τάξης, έτσι και η κατοικία φαινόταν πλέον δυνατόν να παραχθεί ταχύτερα, οικονομικότερα και για περισσότερους ανθρώπους. Το σπίτι των Eames εκφράζει ίσως καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο έργο την πεποίθηση ότι η τεχνολογία και η βιομηχανία μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια καλύτερη ζωή.

    Το σπίτι που σχεδιάστηκε ως πρότυπο για μια νέα εποχή μαζικής παραγωγής δεν αναπαράχθηκε βέβαια ποτέ. Παραμένει μοναδικό, περισσότερο πρότυπο και έμπνευση παρά προϊόν μαζικής παραγωγής, και ίσως ακριβώς γι’ αυτό εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο αγαπημένα σπίτια του 20ού αιώνα.

    07-Chemosphere_2012-768x512.jpg

    Chemosphere (Malin House), Los Angeles, California, 1960–1961. John Lautner. Φωτογραφία: ikkoskinen / Wikimedia Commons (CC BY 2.0).

    Το Chemosphere κατασκευάστηκε το 1960 στους λόφους του Los Angeles και σχεδιάστηκε από τον John Lautner για τον μηχανικό της αεροδιαστημικής βιομηχανίας Leonard Malin. Ένα οκταγωνικό σπίτι που αιωρείται πάνω σε έναν και μόνο πυλώνα, σε μια απότομη πλαγιά με κλίση σχεδόν 45 μοιρών, έγινε γρήγορα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα.

    Το σπίτι μοιάζει λιγότερο με κατοικία και περισσότερο με διαστημική κάψουλα που προσγειώθηκε στους λόφους της Καλιφόρνιας. Η τεχνολογία δεν χρησιμοποιείται απλώς για να επιλύσει ένα κατασκευαστικό πρόβλημα αλλά για να υπερβεί τους περιορισμούς του εδάφους, της βαρύτητας και τελικά της ίδιας της φύσης.

    Το Chemosphere συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο σπίτι την αισιοδοξία της αμερικανικής διαστημικής εποχής. Χτίζεται την ίδια στιγμή που η νότια Καλιφόρνια εξελίσσεται στο κέντρο της αεροδιαστημικής βιομηχανίας και λίγα μόλις χρόνια πριν από την προσελήνωση. Όπως το Eames House εξέφρασε την πίστη στη βιομηχανία, έτσι το Chemosphere εκφράζει την πεποίθηση ότι η τεχνολογία μπορεί να λύσει κάθε πρόβλημα και να ανοίξει νέους κόσμους.

    Το σπίτι αυτό δεν εκφράζει τόσο το μέλλον όσο τον τρόπο με τον οποίο η Αμερική του 1960 φανταζόταν το μέλλον. Ίσως γι’ αυτό η εμφάνισή του στην ταινία Body Double του Brian De Palma, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, αποκτά σχεδόν συμβολικό χαρακτήρα. Στην ταινία, το Chemosphere λειτουργεί ως ένα απομονωμένο παρατηρητήριο πάνω από την πόλη, από όπου ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί τη ζωή των άλλων να εκτυλίσσεται σαν θέαμα. Η αισιοδοξία της διαστημικής εποχής έχει πλέον δώσει τη θέση της στην απομόνωση, την ηδονοβλεψία και την κυριαρχία της εικόνας.

    • Δείτε στο YouTube το ντοκιμαντέρ του συγγραφέα και κινηματογραφιστή Murray Grigor που το έργο του περιστρέφεται γύρω από την Αρχιτεκτονική  «Infinite Space: The Architecture of John Lautner». Μιλάει και ο ίδιος ο Lautner και εξηγεί την Αρχιτεκτονική ως αναπόσπαστο κομμάτι του φυσικού περιβάλλοντος. 

    08-VVenturi_House_Highsmith-768x450.jpg

    Vanna Venturi House in Chestnut Hill, built in 1989 by architect Robert Venturi.

    Το Vanna Venturi House κατασκευάστηκε μεταξύ 1962 και 1964 στη Φιλαδέλφεια και σχεδιάστηκε από τον Robert Venturi για τη μητέρα του, Vanna Venturi. Παρά το μικρό του μέγεθος, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα σπίτια του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα και σημείο εκκίνησης του αρχιτεκτονικού μεταμοντερνισμού.

    Το σπίτι μοιάζει εκ πρώτης όψεως με το αρχέτυπο παιδικό σχέδιο μιας κατοικίας: μια στέγη, μια καμινάδα, ένα αέτωμα, ένα παράθυρο στο κέντρο της πρόσοψης. Ωστόσο, τίποτε δεν βρίσκεται ακριβώς εκεί που θα περίμενε κανείς να βρίσκεται. Η συμμετρία διαταράσσεται, η κλίμακα γίνεται αμφίσημη και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία μοιάζουν ταυτόχρονα οικεία και παράξενα.

    Με το έργο αυτό ο Venturi αμφισβητεί τις βεβαιότητες του μοντερνισμού και επαναφέρει την ιστορία, τη μνήμη και την αντίφαση στο επίκεντρο της αρχιτεκτονικής σκέψης. Το σπίτι αποτελεί την υλοποίηση των ιδεών που λίγο αργότερα θα διατυπώσει στο βιβλίο Complexity and Contradiction in Architecture και σηματοδοτεί τη μετάβαση από την καθαρότητα των μεγάλων αφηγήσεων στην αποδοχή της πολυπλοκότητας.

    Η δεκαετία του 1960 είναι η στιγμή κατά την οποία η αμερικανική κοινωνία αρχίζει να αμφισβητεί τις μεγάλες βεβαιότητες – πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά. Ο μεταμοντερνισμός δεν αποτελεί μόνο ένα αρχιτεκτονικό φαινόμενο αλλά μέρος μιας ευρύτερης πολιτισμικής μετάβασης από τη βεβαιότητα στην αμφιβολία.

    Ίσως όχι τυχαία, το εμβληματικό αυτό έργο δεν σχεδιάστηκε για έναν βιομήχανο ή έναν συλλέκτη τέχνης αλλά για τη μητέρα του αρχιτέκτονα. Μετά από μισό αιώνα αρχιτεκτονικής που αναζητούσε το μέλλον, ο Venturi τόλμησε να κοιτάξει ξανά προς το παρελθόν. Και η αισιοδοξία δίνει τη θέση της στην πολυπλοκότητα.

    • Δείτε ένα σύντομο βίντεο από το PBS για το Vanna Venturi House όπου μιλάει και ο ίδιος ο αρχιτέκτονας. 

    09-06_HOUSEVI_IMAGE6-768x432.jpg

    House VI (Frank Residence), Cornwall, Connecticut, 1972–1975. Peter Eisenman. Image courtesy of Eisenman Architects.

    Αν το Vanna Venturi House επανέφερε την ιστορία, τη μνήμη και το αρχέτυπο του σπιτιού στην αρχιτεκτονική συζήτηση, το House VI του Peter Eisenman επιχείρησε σχεδόν το αντίθετο. Κατασκευασμένο για ένα ζευγάρι το 1975 στο Connecticut, το σπίτι αντιμετωπίζει την κατοικία όχι ως σύμβολο ή πολιτισμικό αντικείμενο αλλά ως θεωρητικό πείραμα.

    Το House VI δεν προκύπτει από λειτουργικές ανάγκες ούτε από την αναζήτηση μιας αναγνωρίσιμης μορφής. Αναπτύσσεται μέσα από μια ακολουθία γεωμετρικών μετασχηματισμών, σαν ένα τρισδιάστατο διάγραμμα που αποκτά σταδιακά υλική υπόσταση. Το αποτέλεσμα είναι ένα σπίτι όπου οι τομές, οι άξονες και οι γεωμετρικές πράξεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την κατοίκηση. Ένα υποστύλωμα διαπερνά το τραπέζι της τραπεζαρίας, μια σκάλα δεν οδηγεί πουθενά και ορισμένα στοιχεία μοιάζουν να ανήκουν περισσότερο σε ένα κείμενο παρά σε ένα σπίτι. Περιμένουν να διαβαστούν και όχι να χρησιμοποιηθούν.

    Η δεκαετία του 1970 είναι όμως και μια περίοδος πολιτισμικής αναδιάταξης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αισιοδοξία της μεταπολεμικής περιόδου έχει πλέον τραυματιστεί από το Βιετνάμ και το Watergate, ενώ η πίστη ότι η τεχνολογία και η οικονομική ανάπτυξη μπορούν να επιλύσουν κάθε πρόβλημα αρχίζει να εξασθενεί. Την ίδια στιγμή, η θεωρία, η γλωσσολογία, ο στρουκτουραλισμός και ο μετά-στρουκτουραλισμός αποκτούν πρωτοφανή επιρροή στα αμερικανικά πανεπιστήμια.

    Μέσα σε αυτό το κλίμα, το House VI μπορεί να διαβαστεί ως κάτι περισσότερο από ένα αρχιτεκτονικό πείραμα. Αντικατοπτρίζει μια εποχή κατά την οποία η αμερικανική κουλτούρα παύει να αναζητά νέες βεβαιότητες και στρέφεται προς την ανάλυση των ίδιων των μηχανισμών παραγωγής του νοήματος. Αν ο μοντερνισμός αντιμετώπισε το σπίτι ως μηχανή κατοίκησης, ο Eisenman το αντιμετώπισε ως μηχανή σκέψης.

    10-Ex-of-In-House-SHA-1032-scaled-1-768x

    Ex of In House, Rhinebeck, New York, 2016. Steven Holl. Image courtesy of Steven Holl Architects.

    Το Ex of In House ολοκληρώθηκε το 2016 στο Rhinebeck της Νέας Υόρκης και σχεδιάστηκε από τον Steven Holl ως προσωπική κατοικία και εργαστήριο. Το όνομά του προέρχεται από τη βασική ιδέα της σύνθεσης: το «IN» αντιστοιχεί στους θερμαινόμενους εσωτερικούς χώρους, ενώ το «EX» στους ενδιάμεσους και υπαίθριους χώρους που διεισδύουν διαρκώς στο εσωτερικό του σπιτιού.

    Σε αντίθεση με την παραδοσιακή κατοικία, το σπίτι δεν οργανώνεται γύρω από ένα σαφές όριο ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Οι χώροι διαμορφώνουν μια διαβάθμιση θερμοκρασιών, φωτισμών και εμπειριών, όπου το κτίριο λειτουργεί περισσότερο ως μικροκλίμα παρά ως κλειστό αντικείμενο.

    Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με τη φαινομενολογική παράδοση της αρχιτεκτονικής και με το ενδιαφέρον για το σώμα, τις αισθήσεις και τη βιωμένη εμπειρία του χώρου. Το φως, η σκιά, η θερμοκρασία, ο αέρας και η κίνηση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τη μορφή του ίδιου του κτιρίου. Η αρχιτεκτονική παύει να είναι αντικείμενο προς παρατήρηση και γίνεται ξανά εμπειρία προς βίωση.

    Το σπίτι εκφράζει επίσης μια βαθύτερη μετατόπιση της σύγχρονης αμερικανικής κουλτούρας. Μετά από έναν αιώνα κατά τον οποίο η αρχιτεκτονική αναζήτησε την πρόοδο στη βιομηχανία, την τεχνολογία ή τη θεωρία, η κλιματική κρίση και η περιβαλλοντική αβεβαιότητα επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα της σχέσης μας με τον φυσικό κόσμο.

    Αν το Chemosphere εξέφραζε την πίστη ότι η τεχνολογία μπορεί να υπερβεί τη φύση, το Ex of In House μοιάζει να αναρωτιέται πώς μπορούμε να μάθουμε ξανά να ζούμε μέσα σε αυτήν. Η αρχιτεκτονική δεν υπόσχεται πλέον μια νέα ουτοπία· αναζητά έναν διαφορετικό τρόπο να κατοικήσουμε το παρόν.

    11-37453691f527073e07873cde75425293104f2

    Slow House, North Haven, Long Island, New York, 1989–1991 (μη υλοποιημένο έργο). Elizabeth Diller and Ricardo Scofidio. Image courtesy of Diller Scofidio + Renfro.

    Το τελευταίο σπίτι αυτής της διαδρομής δεν κατασκευάστηκε ποτέ. 

    Το Slow House σχεδιάστηκε το 1989 από τους Elizabeth Diller και Ricardo Scofidio για ένα οικόπεδο στο Long Island με θέα στον Ατλαντικό Ωκεανό. Η κατοικία οργανωνόταν γύρω από μια αργή, σχεδόν τελετουργική πορεία προς ένα μεγάλο παράθυρο που πλαισίωνε τη θέα προς τη θάλασσα. Στο τέλος της διαδρομής όμως ο επισκέπτης ανακάλυπτε ότι δίπλα στο παράθυρο υπήρχε μια οθόνη η οποία αναπαρήγαγε ακριβώς την ίδια εικόνα.

    Το ερώτημα που έθετε το έργο ήταν ταυτόχρονα απλό και ανησυχητικό: ποια είναι πλέον η σχέση μας με την πραγματικότητα όταν η εικόνα της πραγματικότητας είναι παντού διαθέσιμη;

    Με έναν παράδοξο τρόπο, το Slow House μοιάζει να συνομιλεί με πολλά από τα σπίτια που προηγήθηκαν. Αν το Glass House διερευνούσε τα όρια ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, αν το Chemosphere μετατρεπόταν στο Body Double σε μηχανή παρατήρησης και αν το Ex of In House επιχειρούσε να αποκαταστήσει μια άμεση σχέση με το περιβάλλον, το έργο των Diller και Scofidio αναρωτιέται αν μια τέτοια άμεση σχέση εξακολουθεί να είναι δυνατή.

    Από το Monticello μέχρι το Ex of In House, η αμερικανική κατοικία υπήρξε διαδοχικά η μορφή της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της τεχνολογίας, της προόδου, της αμφιβολίας και της οικολογικής συνείδησης. Το Slow House κλείνει αυτή την αφήγηση με έναν διαφορετικό τρόπο: όχι προτείνοντας μια νέα ουτοπία, αλλά αμφισβητώντας την ίδια την εμπειρία του κόσμου πάνω στην οποία στηρίχθηκαν όλες οι προηγούμενες. Διακόσια πενήντα χρόνια μετά την κατοικία του Jefferson, το σημαντικότερο ίσως ερώτημα δεν είναι πλέον πώς θα κατοικήσουμε τον κόσμο, αλλά αν εξακολουθούμε να τον κατοικούμε άμεσα.


    Πηγή: https://factnews.gr/polis-poleis/ipa250-oi-11-katoikies-pou-egrapsan-istoria/


    Michanikos.gr Google News
    Engineer
    • Upvote 2

    User Feedback

    Recommended Comments

    There are no comments to display.



    Create an account or sign in to comment

    You need to be a member in order to leave a comment

    Create an account

    Sign up for a new account in our community. It's easy!

    Register a new account

    Sign in

    Already have an account? Sign in here.

    Sign In Now

×
×
  • Create New...

Important Information

We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue.