Jump to content

roka

Members
  • Content Count

    127
  • Joined

  • Last visited

Community Reputation

5 Ουδέτερη

1 Follower

About roka

  • Rank
    Παλιό Μέλος

Profile Information

  • Φύλο
    Γυναίκα
  • Επάγγελμα
    Μηχανικός
  • Ειδικότητα
    Διπλ. Αρχιτέκτων Μηχανικός
  1. Ο συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου πέθανε πριν λίγες μέρες, στις 18 Ιουνίου2010, σε ηλικία 88 χρονών. Και μόνο επειδή ήταν ένα κάποιο είδος εν δυνάμει συναδέλφου μας, (εργοδηγός τεχνικού λυκείου), ίσως και να του οφείλουμε μια-δυο κουβέντες εδώ στο φόρουμ. Εντάξει, προσπάθεια χιούμορ έκανα: Το μέγεθος του ανθρώπου αποκλείει τέτοιου είδους συνειρμούς και συμβάσεις. Ζοζέ ντε Σόζα λοιπόν λεγόταν, κι αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα. Σαραμάγκου στα πορτογαλικά, σύμφωνα με τη μόνιμη μεταφράστριά του Αθηνά Ψυλλιά σημαίνει ραπανάκι, κι αυτό ήταν το παρατσούκλι της οικογένειας του συγγραφέα στον τόπο καταγωγής του, που ήταν «το φτωχό και άξεστο χωριό Αζινιάγκα ανάμεσα στον Αλμόντα και τον Τάγο, …δυο μολυσμένα και δύσοσμα ποτάμια …με άτυχους μπάκακες και εξαίσιες σαύρες», ένα χωριό που έδινε πολλά παρατσούκλια, κάποια μάλιστα τελείως άπρεπα και αισχρά, που έκαναν απευθείας αναφορές σε γεννητικά όργανα, ή έστω σε κάποια χειρότερα ζαρζαβατικά, πχ αγγούρια. Τυχερός-πολύ τυχερός στάθηκα, λέει ο ίδιος για το επώνυμό του, που του το είχε προσθέσει για να κάνει πλάκα ένας μεθυσμένος υπάλληλος του ληξιαρχείου, γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε παρά μόνο εφτά χρόνια αργότερα, όταν χρειάστηκε να πάρει πιστοποιητικό γέννησης για να γραφτεί στο δημοτικό. Τότε, ο "αυστηρός, καχύποπτος, αγροίκος" αστυνομικός πατέρας του, που σιχαινόταν το επίμαχο παρατσούκλι, «αλλά και για να μην ακούγεται το από πού κι ως πού ένας Ζοζέ ντε Σόζα σκέτο, έχει ενα γιο Ζοζέ ντε Σόζα Σαραμάγκου» πρόσθεσε και στο δικό του όνομα τη λέξη Σαραμάγκου… «και ίσως αυτή να είναι η μόνη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητος που ένας γιός δίνει το όνομα στον πατέρα»… Με τον οποίο πατέρα συμπεραίνεται πως δεν είχε ζεστή σχέση, ούτε και μ΄ αυτόν, αλλά ούτε και με το ευρύτερο ψυχρό και άχαρο σόι του, ο οποίος πατέρας επιπροσθέτως κακομεταχειριζόταν και λίγο τη μητέρα του, που ο Ζ.Σ. φαίνεται να υπεραγαπούσε… «ίσως επειδή υπήρξα κατάπληκτος και τρομαγμένος μάρτυρας μερικών τέτοιων θλιβερών σκηνών οικιακής ζωής, ποτέ μου δε σήκωσα χέρι σε γυναίκα, ήταν για μένα σαν εμβόλιο». Ένα επίσης καθοριστικό της ζωής του γεγονός, παρότι χωρίς σχετική ανάμνηση, ή ίσως με μια μοναδική και «ενδεχομένως ψευδή (?) ανάμνηση», είναι ο θάνατος του κατά δυο χρόνια μεγαλύτερου αδελφού του Φρανσίσκο, το 1924, όταν ο ίδιος ήταν μόλις δυο χρονών. Προσεγγίζοντας την «ίσως» ανάμνηση και τα «γιατί» του θανάτου του αδελφού του, γράφει: «Η ιστορία του Φρανσίσκο δε σταματά εδώ. Πιστεύω πως το μυθιστόρημα Όλα τα ονόματα, δεν θα υπήρχε στη σημερινή του υπόσταση αν εγώ το 1996 δεν είχα εντρυφήσει στα μητρώα των ληξιαρχείων…» Παντρεύτηκε για πρώτη φορά το 1944 (στα 22 του) κι απ΄το γάμο του αυτόν με την Ίλντα Ρεις απέκτησε την κόρη του Βιολάντε. Χώρισε το 1970, για να συζήσει με τη συγγραφέα Ιζαμπέλ ντα Νόμπρεγκα, απ την οποία επίσης χώρισε το 1986 για να παντρευτεί την Ισπανίδα δημοσιογράφο Πιλάρ ντελ Ρίο, τον «μεγάλο έρωτα της ζωής του που άργησε τόσο να γεννηθεί κι άλλο τόσο να έρθει», και που μαζί της έζησε ως το τέλος της ζωής του σ΄ ένα νησί στα Κανάρια. Στην προσωπική του ζωή ο Σαραμάγκου καταλαβαίνω από τα γραφτά του πως υπήρξε χαρακτήρας κτητικός και χειμαρρώδης, προοδευτικός και δίκαιος, αινιγματικός και αποφασιστικός, αυτοκριτικός και εξαιρετικά αυτοσαρκαστικός, ίσως μερικές φορές και πικρόχολος και ρεβανσιστής, που μπόρεσε όμως και μετασχημάτισε την όποια αρνητική ενέργεια ώστε να αγγίξει την απόλυτη υπέρβαση. Για κάποιο λόγο που δεν μπορώ ίσως να δικαιολογήσω με επάρκεια θα υποστήριζα ακόμα πως εγείρει μια σειρά αιρετικών ερωτημάτων. Για παράδειγμα, Πιστεύετε στη ζωή πριν το θάνατο? Ονειρεύεστε να είστε χρήσιμος? και, Σίγουρα ο Θεός φτιάχνει τα σύννεφα ανάλογα με τη δίψα? Τιμήθηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1998, και ο ίδιος έδωσε τον κεντρικό άξονα του μυθιστορήματος του «περί τυφλότητος» (το οποίο ας σημειώσω εδώ πως έχει την τεχνική ιδιαιτερότητα να μην ονοματοδοτεί τους ήρωές του, τους οποίους αποκαλεί μόνο έμμεσα, «ο γιατρός», «η γυναίκα του γιατρού», «η γυναίκα με τα μαύρα γυαλιά», «ο γερος με τη μαύρη καλύπτρα», «ο πλαστός Σαμαρείτης», «η γυναίκα που είχε πει όπου πας εσύ θα έρθω και γω», μια συγγραφική απόφαση κατεξοχήν συμβολικής σημασίας, αλλά ας μην πλατειάσω άλλο τώρα σ΄ αυτό): Ο δρόμος για τον αυτοσεβασμό είναι ο σεβασμός. Όμως, δεν είναι το τι αλλά το πώς του κεντρικού αυτού άξονα τον οποίο περιγράφει που του χαρίζει το ιδιαίτερό του στίγμα. Δηλαδή, ο τρόπος της συγγραφικής του σκέψης, η αυτοδίδακτη μαγεία του ρυθμού της αφήγησης του, η βαθιά γνώση των ψυχολογικών παραμέτρων , η αβίαστη ροή και στόχευση του ιστορήματος. Το τελικό του κατόρθωμα, συνίσταται στην αντιστροφή των ρόλων, σ΄ ένα είδος μηχανισμού προβολής του συναισθήματος: νιώθεις πως δεν τον διαβάζεις εσύ, όσο κυρίως σε διαβάζει αυτός. Αντιγράφω απ΄ το πρώτο του ποίημα και την αυτοβιογραφία του. «Από το μπερδεμένο κουβάρι της μνήμης, από το σκοτάδι των τυφλών κόμπων, τραβώ μια κλωστή που μοιάζει αδέσποτη/………./είναι ποταμός/……./εκεί, τρεις παλάμες θα θάψω τη βέργα μου μέχρι τη ζωντανή πέτρα/θα πέσει η μεγάλη πρωτόπλαστη σιωπή όταν τα χέρια θα ενωθούν με τα χέρια/ ύστερα θα τα ξέρω όλα». Κανείς δεν τα ξέρει όλα, κανείς ποτέ δεν θα τα μάθει όλα, είναι όμως κάποιες φορές που είμαστε ικανοί να πιστέψουμε πως γίνεται, ίσως γιατί εκείνη τη στιγμή τίποτε άλλο δεν μπορεί να χωρέσει στην ψυχή, στη συνείδηση, στο νου, …σ΄ αυτό τελοσπάντων που μας κάνει ανθρώπους.
  2. Εαν η οικ άδεια ανακλήθηκε ως μερικώς ελαττωματική διοικητική πράξη θα πρέπει να εντοπίσεις το τμήμα της εκείνο που κρίθηκε παράνομο. Γνώμη μου είναι να μην καταφύγεις σε ερμηνείες, αφού μπορείς να ζητήσεις τις πράξεις ανάκλησης. Γιατί πέρα απ΄ το νομοτεχνικό κομμάτι νομίζω πως στην εκτίμηση (εμπορική αξία) πρέπει να ληφθεί υπόψη και η πραγματική δυνατότητα διαίρεσης/απεμπλοκής του νόμιμου κομματιού απ΄ το παράνομο.
  3. Η λογοτεχνία είναι δρόμος που συγκινεί και κινεί την εσωτερική αναζήτηση. Στη βάση αυτή δέχομαι καταρχήν πως η συνάντηση του νου με την λογοτεχνία είναι μια καθαρά ιδιωτική υπόθεση. Μοναχική. Επειδή ανασύρει προβληματισμούς για τη ζωή και το θάνατο, και για τα ανθρώπινα πάθη, και για υπαρξιακές καταστάσεις, και για ηθικά διλήμματα, και άρα έχει να κάνει με την εσωτερικότητα της ροπής μας για αυτογνωσία. Σε δεύτερη ανάλυση όμως εύκολα μπορεί να πει κανείς πως η καθαρή βάση όλων των παραπάνω σχετικών προβληματισμών είναι η αναζήτηση της εσωτερικής μας αλήθειας. Και η αναζήτηση αυτή δεν μπορεί να έχει κανένα νόημα αν δεν συνοδεύεται συνειδητά ή ασυνείδητα από κριτική και συγκριτική απόδειξη των θέσεων πάνω στις οποίες θεμελιώνουμε το κύρος της κάθε αλήθειας μας. Εννοώ δηλαδή, πως ακόμα και τις στιγμές που ανεμίζουμε σε κατ΄ ιδίαν συζητήσεις την παντιέρα της βεβαιότητας, πόσο πραγματικά μέσα μας πιστεύουμε ότι εμείς και μόνο κατέχουμε και εκφράζουμε την απόλυτη και αυθεντική άποψη έναντι όλων των άλλων; Πόσο είμαστε βέβαιοι ότι μια άμεση κριτική στη διάρκεια μιας συζήτησης, ή μια έμμεση κριτική στη διάρκεια της αναγνωσης ενός μυθιστορήματος για παράδειγμα, αποκλείεται να μας οδηγήσει στην αναίρεση μιας άποψης, ή στην ανάδειξη κάποιων λογικών αντιφάσεων, ή στον εντοπισμό ενός σφάλματός μας κλπ; Έχω τη γνώμη ότι η ζύμωση που γίνεται στη διάρκεια της κριτικής και της αντικριτικής ενός λογοτεχνικού κειμένου μπορεί να υπερβεί και τους προβληματισμούς του ίδιου του κειμένου (και ναι, Camelot, γιατί οχι και του συγγραφέα?) αλλά και τη μοναχική συνάντηση του αναγνώστη μαζί του. Ακόμα και μια ελλιπώς τεκμηριωμένη ή μερική κριτική έχει κάθε προϋπόθεση να αποτελέσει ιδανική αφετηρία μιας παραγωγικής και ουσιαστικής συζήτησης. Προνόμιο που δεν διατηρούν φυσικά οι κακόβουλες και κακόπιστες, ή και ειρωνικές καμιά φορά, κριτικές προσεγγίσεις. Σε ότι με αφορά, αποθαρρύνομαι να συμμετέχω περισσότερο στο νήμα αυτό επειδή η προσπάθεια για αναλυτική προσέγγιση των κειμένων φοβάμαι ότι μάλλον κινδυνεύει να εκτιμηθεί σαν μια αναντίρρητη επιδεικτική παρουσίαση παρά σαν μια πρόσκληση για αντίλογο όπως πραγματικά είναι. Και το φόβο μου αυτό τον βασίζω σε κάποιες κατά καιρούς ανάλογες τοποθετήσεις, όπως πχ η πρόσφατη του astranalysis. Αυτό όμως τελικά συμβάλλει στο να αποθαρρύνεται ένας χρήσιμος διάλογος, έτσι δεν είναι; Διότι, εν πάση περιπτώσει, το δραστικό ζητούμενο είναι οι τίτλοι ή η σκέψη πίσω απ΄ τους τίτλους; Πολλοί συνάδελφοι έχουν αποδειχθεί πολύ ικανοί και στο χειρισμό του λόγου (που είναι το μέσον) και στην αναλυτική σκέψη (που είναι ο στόχος). Και όλοι μας νομίζω πως μπορούμε να βρούμε δυο-τρεις ώρες ελεύθερο χρόνο μες στη βδομάδα. Κι αυτός είναι ο μόνος λόγος που επίσης νομίζω πως σε λάθος μεριά αναζητάμε το πρόβλημα.
  4. Camelot και Μαρτίνες / προκλήσεις και προσκλήσεις, ή Ώρα να ξεκινήσει ένας νεος κύκλος προβληματισμού και συζήτησης / -χαθήκαμε πια Ο αργός θάνατος της Λουσιάνα Μπ. Έχει ήδη ειπωθεί πως το έργο του κάθε συγγραφέα είναι ένα έργο εν προόδω. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ανεξάρτητα από τον αυτοτελή σκοπό κάθε επιμέρους έργου που πρέπει να ανιχνευθεί, υπάρχει και το ζήτημα της ανάγνωσης του ίδιου αυτού έργου στα πλαίσια του νοητικού στίγματος που δίνει η συνολική συγγραφική πνευματική οργάνωση του δημιουργού του. Θα έλεγα δε, πως ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ζήτημα το οποίο εγείρεται αυτή τη στιγμή (που σ΄ αυτό εστιάζω με αυτή μου την τοποθέτηση) είναι το κατά πόσο η προσέγγιση ενός λογοτεχνικού έργου αναπροσαρμόζεται (και σε ποιο βαθμό), ανάλογα με το εάν η ανάγνωσή του γίνεται αυτοτελώς, ή σε συνάρτηση με τα προηγούμενα έργα του ιδιου συγγραφέα. Ο Μαρτίνες, (τον οποίο ομολογώ δεν είχα γνωρίσει ώσπου να μου τον συστήσει η τόση μεγάλη θέρμη του Camelot και του Ιovo) επανέρχεται για τρίτη φορά στο θέμα «ερμηνεία» επαναλαμβάνοντας όπως και στα δυο προηγούμενα μυθιστορήματα του μια άμεση πρόσκληση στον αναγνώστη για ανάλυση. Εκείνο που με γοητεύει (ακριβέστερη έκφραση: εξιτάρει) στην γραφή του Μαρτίνες είναι τα τόσα πολλά επίπεδα που ο συμβολισμός του δημιουργεί ώστε να αποκομίζω τελικά την εντύπωση ότι μετατρέπεται σε κύριο γρίφο αυτή η ίδια η αναζήτηση του βαθύτερου νοήματος του κειμένου, και οτι ο επιφανειακός γρίφος που αναδεικνύει σε πρώτο πλάνο η πλοκή του μυθιστορήματος λειτουργεί μάλλον ως μέσον (αν όχι και ως αντιπερισπασμός). Αυτή είναι η αποσαφήνιση που έκανα με βάση το συνολικό στίγμα του Μαρτίνες. Αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά ότι πρόκειται για ιδιαίτερα εγκεφαλικό συγγραφέα, και νομίζω ότι έχει οικειοποιηθεί (ή δημιουργήσει; ) μια μέθοδο γραφής κατά την οποία διάφορα επάλληλα επίπεδα πληροφόρησης απευθύνονται σε διάφορα επίπεδα μύησης του αναγνώστη. Κάτι σαν τα layers του autocad ας πούμε, όσο προσθέτεις επίπεδα πληροφόρησης τόσο ολοκληρώνεται η εικόνα του έργου, και τα μεν προφανή και αυτονόητα και βασικά επίπεδα τα αναζητάς και τα ανιχνεύεις, ποτέ όμως δεν ξέρεις αν βρήκες όλα τα layers, ή αν υπάρχουν κι άλλα, που είναι ίσως ανατρεπτικά ή υποστηρικτικά των προηγούμενων, ή αν απλά υποψιάζεσαι πως υπάρχουν. Εν πάση περιπτώσει, το κεντρικό ζήτημα «αναζήτηση ερμηνείας» πιστεύω ότι αναδεικνύεται στο μυθιστόρημα που συζητάμε αυτόματα και μόνο από την αναφορά στο έργο και στο ύφος του Henry James, και με την προσθήκη του καταλύτη της θεωρίας των πιθανοτήτων το ζήτημα αυτό εξειδικεύεται στην άσκηση «αναζήτηση της πιθανότερης ερμηνείας». Και επίσης, ένα από τα κρίσιμα επίπεδα ανάγνωσης περιέχει την πληροφόρηση που χρειάζεται ο αναγνώστης ώστε να αποκρυπτογραφήσει την προσωπικότητα των πρωταγωνιστών με κλειδί τη συγγραφική τους ιδιοσυγκρασία. Ενδεχομένως εδώ υπάρχει και η νύξη για την αποκρυπτογράφηση της προσωπικότητας του ίδιου του Μ με κλειδί τη συγγραφική του ιδιοσυγκρασία, θα τολμούσα να πω: Η προσωπικότητα του δημιουργού ενυπάρχει στο εργο του, δεν διακρίνεται λοιπόν μια σαφής πρόσκληση του Μ προς τον αναγνώστη για κατ ιδίαν συνάντηση; Γιατί ενας συγγραφέας μιλάει άραγε τόσο πολύ για συγγραφείς, fiction και nonfiction στο ίδιο κείμενο; Διαφορετική παραλλαγή του ίδιου μοτίβου ασφαλώς λειτουργεί και στα δυο προηγούμενα μυθιστορήματα που σχολιάσαμε, στον Ροδερέρ και στην ακολουθία. Στην ανάγνωση λοιπόν του «ο αργός θάνατος της Λουσιάνα Μπ» νομίζω ότι κυρίως το κλειδί ερμηνείας παρέχεται από την επεξεργασία του μυθιστορήματος ως έργου εν προοδω. Θα κάνω και ένα βήμα ακόμα. αν θυμάμαι καλά, ο Camelot σε κάποιο απ τα παλιότερα post κάνει αναφορά στη θεωρία του Πιραντέλο για τους τρεις εαυτούς μας, αυτόν που είμαστε, αυτόν που θέλουμε να είμαστε, και αυτόν που αντιλαμβάνονται οι άλλοι ότι είμαστε. Σε συνδυασμό με την άποψη ότι η προσωπικότητα του δημιουργού ενυπάρχει στο εργο του, μπορούμε να διερευνήσουμε την εξής ενδιαφέρουσα αναγωγή: «έργο που είναι», «έργο που θέλει ο δημιουργός του να είναι» και «έργο που οι αναγνώστες του αντιλαμβάνονται ότι είναι». (ή μήπως «έργο που ο κάθε αναγνώστης του αντιλαμβάνεται ότι είναι; ). Πιθανόν να μου χρειαστεί δεύτερη και τρίτη ανάγνωση για να ανατρέψω την τολμηρή άποψη στην οποία τώρα τείνω, οτι ο Μ προκαλεί για ερμηνεία συγγραφικής προσωπικότητας στη βάση του νόμου των πιθανοτήτων που αναλύει, αν και αυτό καθόλου δεν κατατάσσει το νέο του μυθιστόρημα στον τομέα της μαθηματικής λογοτεχνίας, και αυτό νομίζω πως για μένα είναι διαυγές και ξεκάθαρο, (κι ας μη σχολιάσω τώρα το εντελώς ΠΜ σχόλιο του C, τι άλλο παρά μαθηματικά θα ήταν για έναν ευφυή συγγραφέα, κλπ κλπ) ---------------------------- Και κάτι ακόμα για προβληματισμό. Αν δεχτούμε ότι η ίδια η ύπαρξη της έννοιας της πιθανότητας αποτελεί «απόδειξη» ή «κατοχύρωση» του άγνωστου, τότε σ΄ αυτή την περίπτωση έχει ιδιαίτερο νόημα η παρακολούθηση της αντιμετώπισης της από έναν «εγκεφαλικό» συγγραφέα. Πιθανότητα-Άγνωστο. Κάτι παρόμοιο εξελισσόταν και στην ακολουθία ως δίπολο αγωνίας, αν θυμάμαι καλά.
  5. ΤΟΜ ΡΟΜΠΙΝΣ - ΑΓΡΙΕΜΕΝΟΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΑΠΟ ΚΑΥΤΑ ΚΛΙΜΑΤΑ Ο Τομ Ρόμπινς στο μυθιστόρημά του ξεδιπλώνει ένα γρήγορο, χαρισματικό μυαλό. Αποκαλύπτει την ευφυή, οξυδερκή σκέψη του, και την ευρηματική του φαντασία. Έχει εξαιρετικές στιγμές στην ανάπτυξη, στην εξέλιξη και στο χειρισμό του γραπτού του λόγου. Εφευρίσκει αναπάντεχους τρόπους εξόδου από τις μυθιστορηματικές του ενότητες, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη του και διεγείροντας το ενδιαφέρον του για την επόμενη ενότητα. Έντονα χαρακτηριστική του τρόπου γραφής του είναι η τακτική της αποξένωσης, που η εφαρμογή και η διατύπωσή της (κλείνει το μάτι στον αναγνώστη με εξομολογητική και χιουμοριστική διάθεση, -έξοχα δείγματα το τέλος της εισαγωγής (σελ δεκαοκτώ) και η αρχή του α΄κεφ του 4ου μέρους, σελ.509) παραπέμπει στην τεχνική του Ζοζέ Σαραμάγκου. Διαθέτει αίσθηση λεπτής ειρωνείας, και ευρύτητα γνώσης και πνεύματος. Του αρέσει να δηλώνει ακραιφνής ανατρεπτικός, προοδευτικός και αντικομφορμιστής. Αυτά ως προς τα θετικά στοιχεία του συγγραφέα, -γιατί εισέπραξα και κάποια αρνητικά. Θεωρώ για παράδειγμα κάπως άκομψη την πρακτική της προνομιακής αυτομεταχείρισης, ιδιαίτερα αν δεν τηρούνται αυτά που στους άλλους προσάπτονται. Ένα παράδειγμα: Ο Τ.Ρ. δηλώνει απερίφραστα δια του πρωταγωνιστή του Σουίτερς ότι εκτιμάει την περιστασιακή αξία της αισχρολογίας ως ένα «λεκτικό σημείο στίξης» ή ως ένα «αποτελεσματικό μέσο έμφασης», αλλά ότι την περιφρονεί εξίσου αν βλέπει αγροίκους να τη χρησιμοποιούν ως υποκατάστατο ελλιπούς λεξιλογίου, ή νέους ως υποκατάστατο επαναστατικότητας, ή κωμικούς ως υποκατάστατο του χιούμορ.(σελ 582). Ο ίδιος θεωρώ ότι έχει αρκετές στιγμές που δεν την χρησιμοποιεί απολύτως περιστασιακά, κι ότι μάλλον εκτρέπεται σε άσκοπη κατάχρησή της. (αυτό υποκειμενικότατα κρίνοντας, εκτός κι αν δεχτούμε ότι υπάρχει μια κάποιου είδους αντικειμενική αντίληψη για την αισχρολογία, ή μια κατά κάποιο τρόπο ενιαία και κοινή αισθητική για το θέμα). Επίσης, ο Τ.Ρ. θεωρώ ότι επαναλαμβάνει πολλές φορές τα ίδια και τα ίδια ανενδοίαστα, χρησιμοποιώντας απλές παραλλαγές της αρχικής του διατύπωσης, ειδικά όταν περιγράφει τις ιδιοσυγκρασιακές αντιδράσεις του ήρωα –προτύπου του, κι ότι αυτή του η συγγραφική συνήθεια, εκτός του ότι προκαλεί την κόπωση του αναγνώστη, αποκαλύπτει και μια ροπή προς τον πλατειασμό και τη φλυαρία που μάλλον τον αδικεί αφού αφαιρεί και μειώνει την αίγλη της οικονομίας και της πυκνότητας που ούτως ή άλλως μοιάζει να μπορεί αβίαστα να την επιτύχει. Να προσθέσω ακόμα πως πολλές φορές, ένιωσα πως ο συγγραφικός του λόγος τείνει να γίνεται εύπεπτος, κι ότι ίσως κάποιες φορές άγγιξε την υπερβολή η περιγραφή των οριακών καταστάσεων της ιστορίας του. Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά λοιπόν, θα έλεγα τελικά, πως η ανάγνωση των 600 σελίδων του βιβλίου με ταξίδευε απ΄ τα ψηλά στα χαμηλά και πάλι, με πήγαινε και μ΄ έφερνε και πάλι, και πως για το λόγο αυτό εισέπραξα συνολικά μια μάλλον άνιση ιδιαιτερότητα συγγραφής. Σ΄ ότι αφορά τώρα το ΑΓΡΙΕΜΕΝΟΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΑΠΟ ΚΑΥΤΑ ΚΛΙΜΑΤΑ καθαυτό ως μυθιστόρημα, έχω να πω τα εξής: Ο Τομ Ρόμπινς σε όλο το μήκος και το πλάτος του κειμένου ανάβει κεριά στον Τζοϋς, υποκλινόμενος σ΄ αυτόν και ομολογεί παντοιοτρόπως το θαυμασμό και την επιρροή του. Επισημαίνω τρια ενδεικτικά σημεία: 1. οι συνεχείς, απ΄ την αρχή ως το τέλος, άμεσες και έμμεσες αναφορές στο «ξύπνημα του Φίνεγκαν» με ύφος-σπονδή στον πειραματισμό και στη γλώσσα, 2. «….ο Σταν Γκέμπλερ Ντέιβις έγραφε για τον Τζοϋς, «έζησε ενδιαφέρουσα ζωή, πράγμα που συμβαίνει με τους περισσότερους άντρες που ενδιαφέρονται βαθιά για τις γυναίκες, το ποτό, την υψηλή τέχνη, και τη λειτουργία της ιδιοφυίας τους» (σελ. 497) και 3. «…αν δεν παρατήσεις αυτό το γαμημένο τον Τζεημς Τζόϋς, μια μέρα θα σε παλαβώσει –και να που σε παλάβωσε». (σελ. 543) (Σε αντιστοιχία της συναισθηματικής έντασης που ο Τ.Ρ. επιφυλάσσει στον Τζόϋς θα διάλεγα και μια ερμηνεία που θα έλεγε ότι εκτός των αυτονόητων νοητικών διεργασιών, αυτό ίσως να συμβαίνει και λόγω του συγγενούς περιπετειώδους βίου τους, και πως ίσως μ΄αυτό τον τρόπο, ο Τ.Ρ. αναγνωρίζει στον εαυτό του, ή επιχειρεί να του αναγνωριστεί απ΄ τους άλλους, μια σχετική ψυχοπνευματική συγγένεια, ή υιοθεσία, γεγονός κατά την άποψή μου χαρακτηριστικό μιας εσωτερικότητας που αποζητάει επικρότηση). Αμέσως μετά τον Τζόϋς ο Τομ Ρόμπινς υποκλίνεται στη γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας, και την ασπάζεται ως σύστημα που περικλείει πείρα ζωής, και συγχρόνως διατυπώνει μια κοσμοθεωρία. Σε κάθε γλώσσα, λέει ο Τ.Ρ., μπορείς να εκφράσεις τον εαυτό σου. Να πεις ποιος είσαι. Κι όσο πιο μακριά απ΄ τον πολιτισμό συμβαίνει αυτό, τόσο πιο κοντά στον πυρήνα της ψυχής σου βρίσκεσαι. Και κοντά στον πυρήνα της ψυχής, είναι η ευθυμία που αναγορεύεται σε υπέρτατη αρετή, γιατί αυτή και μόνη, με τη μορφή του γέλιου, διαχωρίζει τη σοβαρότητα απ΄ τη σοβαροφάνεια. Με πολλούς τρόπους, πάλι άμεσους και έμμεσους και οπωσδήποτε ευρηματικούς, ο Τ.Ρ. υμνεί τη γλώσσα, μάλιστα αυτό ακριβώς πιστεύω πως επιχειρεί συμβολικά να εκφράσει όταν ανεμίζει σα σημαία επανάστασης ξανά και ξανά το «προσόν» του πρωταγωνιστή του Σουίτερς να γνωρίζει πως λέγεται «ο θησαυρός μιας κυρίας» σε εβδομήντα μια τουλάχιστον γλώσσες. Τώρα: Πέρα απ΄ τις αναμφισβήτητες αρετές και τα προτερήματα, και τις καλές στιγμές, και τις δεξιότητες, γλωσσικές ή πνευματικές, του μυθιστορήματος ΑΓΡΙΕΜΕΝΟΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΑΠΟ ΚΑΥΤΑ ΚΛΙΜΑΤΑ που συζητάμε, αυτό που ισχύει σε γενικότερη βάση είναι οτι κάθε μυθιστόρημα πρώτα απ΄ όλα απεικονίζει ένα κόσμο, ή σκαρώνει το ίδιο ένα κόσμο, μέσα από φανταστικά γεγονότα και καταστάσεις, και τις φιγούρες των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών του. Κι ότι απ αυτόν τον κόσμο αντλούνται, παίρνονται κομμάτια, χρήσιμα για την παραγωγή και τη δημιουργία των συναισθηματικών διαθέσεων, των διανοητικών διεργασιών και των ψυχοπνευματικών αντιδράσεων του κάθε αναγνώστη. Αυτό συμβαίνει επειδή όλοι οι παραπάνω εφευρημένοι και γεννημένοι απ΄ τον συγγραφέα ανθρώπινοι χαρακτήρες, τα μικρότερα ή τα μεγαλύτερα γνωρίσματά τους, τα πάθη τους, οι επιλογές τους και οι πράξεις τους, αντανακλούν σε μια περιοχή του αναγνώστη που στο κέντρο της, μοιάζει εύκολο αυτός να πει: «Ναι, -έτσι» -ή, «Όχι έτσι» -ή, «Ναι, αυτή ήταν μια δίκαιη έκβαση, που αντιστοιχίζεται στο ανθρώπινο μέτρο, ή στον ανθρώπινο νου, ή στην ανθρώπινη αξία, -ή οτιδήποτε». Και υπάρχουν και οι εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις όπου αυτή η αντανάκλαση δεν εξαντλείται στη συναισθηματική και στις λοιπές ζυμώσεις του κέντρου της περιοχής, αλλά πλαταίνει κι απλώνεται και προς την περιφέρειά της, απηχώντας στα ακραία όριά της τη μύχια ανθρώπινη γνώση, κι ανάγκη, κι ελπίδα, και προσδοκία, προκαλώντας το σχηματισμό και φωτίζοντας στη συνέχεια το περίγραμμα ενός γοητευτικού, εσώτερου, και ιδανικού εαυτού μας. Αυτή λοιπόν την αντανάκλαση, αυτόν τον αντίκτυπο του βιβλίου στον αναγνώστη, τον ονομάζω (ίσως όχι πολύ εύστοχα αλλά δεν έχω σκεφτεί κάτι καλύτερο) «τελολογικό προσανατολισμό» ή «εντελέχεια» ή «σκοπό» του μυθιστορήματος, θέτω ως πυρήνα της κοινωνίας μου με το κείμενο την αναζήτηση και την ποιοτική ανάλυση των παραπάνω αυτών εννοιών, ενώ η απάντηση στο «γιατί» της συγγραφής ενός μυθιστορήματος σ΄ ότι με αφορά αναδύεται ικανοποιητικά μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία. Τα λέω όλα αυτά για να καταλήξω τελικά, πως το ΑΓΡΙΕΜΕΝΟΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΑΠΟ ΚΑΥΤΑ ΚΛΙΜΑΤΑ στις 600 σελίδες του, μου χάρισε αρκετές ευχάριστες έως και χαμογελαστές στιγμές, δεν μου έδωσε ωστόσο κάποια ικανοποιητική απάντηση στην αναζήτηση του παραπάνω «γιατί» της συγγραφής του. Και επειδή για το ίδιο μυθιστόρημα έχουν ήδη διατυπωθεί δυο αντίθετες απ τη δική μου απόψεις, εξαιτίας των οποίων μάλιστα και το αναζήτησα, θα με ενδιέφερε πάρα πολύ να ακούσω οποιαδήποτε άλλη ανάλυση το προσεγγίζει από διαφορετική οπτική γωνιά ή αφετηρία απ΄ αυτήν που εγώ μέχρι στιγμής μπόρεσα να διακρίνω.
  6. Από το εδάφιο ι) της παρ. 1Β του άρθρου 7 του ν.1577/1983 -ΓΟΚ που έχει τίτλο 'συντελεστής δόμησης' δεν προκύπτει οτι ο χώρος της pilotis πρέπει να είναι ενιαίος. Ως κοινόχρηστοι χώροι όμως τα όποια και όσα τμήματα της pilotis υπάρχουν οφείλουν να είναι προσβάσιμα σε όλη τους την έκταση από κάποιο κοινόχρηστο χώρο (πχ ακάλυπτο κλπ). Για την οριοθέτηση Η.Χ. μέσα στο σώμα της pilotis έχω επιφύλαξη διότι στο νόμο γίνεται αναφορά σε ελεύθερο ημιϋπαίθριο χώρο... Άρα συμμαζεύοντας την άποψή μου: Αφήνεις ακάλυπτο το μισό ισόγειο σε όποια διάταξη σου επιτρέπει η αρχιτεκτονική επίλυση έχοντας μόνο υποστηλώματα καθ ολη την έκτασή του, φροντίζοντας όμως παράλληλα όλα τα τμήματα που συνθέτουν αυτό το 50% να είναι ελεύθερα προσβάσιμα.
  7. @ΜΑΚΑΡ Η σύνταξη πραγματογνωμοσύνης με προκαθορισμένο συμπέρασμα είναι ολόκληρη μεθοδολογική επιστήμη. Μία βασική της αρχή, είναι ακριβώς να κάνεις παρερμηνευμένη χρήση όλων των πιθανών δυνατών χαρτιών του αντίδικου, έτσι ώστε να κάψεις και να αποδυναμώσεις όλα τα προφανή μελλοντικά του επιχειρήματα. Τον βάζεις στη θέση της άχαρης άμυνας, να προσπαθεί να ανατρέψει τη δική σου λανθασμένη προσέγγιση. Όπως πχ, μια άλλη βασική αρχή είναι να προκαλείς τυπική αλληλογραφία και να την επικαλείσαι όποτε χρειαστεί για ουσιαστική. Παράδειγμα: Στέλνω στο γραφείο Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ αίτηση να ελέγξει ο ίδιος ο Υπουργός την κατοικία του γείτονά μου που μου «κόβει» τη θέα και που γι αυτό μου τη «σπάει» και θέλω να την καταμηνύσω και που βρίσκεται, ας πούμε, στη Βόρεια Αθήνα. Το γραφείο του Υπουργού έχει την αυτονόητη υποχρέωση να διαβιβάσει άμεσα την αίτησή μου στην πολεοδομία του Βόρειου τομέα «λόγω αρμοδιότητας», και αυτό βέβαια κάνει. Προκαλώ με τον τρόπο αυτόν τη δημιουργία ενός διαβιβαστικού εγγράφου, για το οποίο μπορώ μετά να ισχυριστώ ενόρκως και άνετα, ότι αποτελεί εντολή του γραφείου Υπουργού προς την πολεοδομία, για έλεγχο της επίμαχης οικοδομής και μετά να προσθέσω δραματικά (κοιτώντας την έδρα, γιατί κάτι τέτοια συμβαίνουν συχνά και στις διοικητικές και στις ποινικές αίθουσες των πολεοδομικών αντιδικιών) έδωσε εντολή το γραφείο του ίδιου του Υπουργού, -το φαντάζεσθε? Κι όλο αυτό να περιμένω μετά να το αξιολογήσουν και να το κρίνουν άνθρωποι που σπάνια διαβάζουν με σοβαρότητα τα έγγραφα στις δικογραφίες, και μένουν στον αφρό και στις εντυπώσεις: Πικρή ζαριά.
  8. Να προσθέσω κι εγώ μια γνώμη στις παραπάνω. -Καταρχήν, θεωρώ ότι πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στoν όρο «πραγματογνωμοσύνη» και στον όρο «τεχνική έκθεση», έστω και μόνο για τη σημειολογική βαρύτητα των πραγμάτων. Ο πρώτος όρος νομίζω πως πρέπει να χρησιμοποιείται με οικονομία, επειδή παραπέμπει αυτόματα στη συμβολή και προσπάθεια του συντάκτη (μηχανικού στην περίπτωσή μας) στο έργο απονομής της δικαιοσύνης. Εγχείρημα δύσκολο και επίπονο, όπως και ιδιαίτερα σύνθετο και απαιτητικό, και επ΄ αυτού δε θέλω να επεκταθώ άλλο. -Πραγματογνωμοσύνη ή Τεχνική Έκθεση, για να είναι κατά την άποψή μου αποδεκτή, πρέπει να ικανοποιεί τρία προαπαιτούμενα: 1. Να είναι τυπική. Δλδ, να αναφέρει το σκοπό της (απόδειξη νομιμότητας?, αξίας?, επάρκειας?, παλαιότητας? Τι?), να αναφέρει το πλαίσιο έρευνας (όλα τα υπόψη, αυτοψία, σχέδια, αεροφωτογραφίες κλπ κλπ), και να τεκμηριώνει τα συμπεράσματά της βάσει αυτών των στοιχείων απαρέγκλιτα. 2. Να είναι στοχευμένη. Δλδ, ο δηλωμένος εξαρχής σκοπός της έκθεσης και το τελικό της συμπέρασμα, πρέπει να βρίσκονται σε σύμπτωση. Δίνω ένα σχηματικό παράδειγμα (που δεν είναι αιρετικό). Μου ζητάει πελάτης να αποφανθώ για το σύννομο γειτονικής του οικοδομής προκειμένου να την καταγγείλει σε πολεοδομία και εισαγγελέα. Πάω και βρίσκω τα σχέδια της οικοδομικής άδειας, και ανακαλύπτω ότι έχουν εγκριθεί πολεοδομικά μεγέθη και θέση κτιρίου κλπ «άλλ΄ αντ΄ άλλων», -ας πούμε όλα εκτός ΓΟΚ. Η επίμαχη οικοδομή ωστόσο, έχει τηρήσει όλα τα προβλεπόμενα στην οικοδομική της άδεια, και από πλευράς μεγεθών, και από πλευράς περιτυπώματος και από πλευράς θέσης. Θα απαντήσω λοιπόν ότι η οικοδομή είναι πράγματι σύννομη, γιατί η οικοδομική άδεια που είναι εκτελεστή διοικητική πράξη έχει πράγματι εκτελεστεί ως έχει εγκριθεί, και γιατί θεωρώ ότι σε κάθε άλλη περίπτωση η έκθεσή μου θα είναι λανθασμένη και ανακριβής, και ότι μπορεί να οδηγήσει τον πελάτη μου σε από χέρι χαμένες δικαστικές και οικονομικές περιπέτειες με απρόβλεπτες γι αυτόν συνέπειες. Το αν η οικοδομική άδεια δεν είναι σύννομη, είναι ένα ζήτημα διάφορο αυτού στο οποίο κληθηκα και οφείλω να απαντήσω. 3. Να είναι απρόσωπη. Δλδ, όχι συναισθηματικά φορτισμένη, όχι εμπαθής, όχι εισαγγελική. Όχι κορώνες, όχι σκαμπανεβάσματα, όχι εξάρσεις. Όχι bold, όχι ουρλιαχτά ,όχι ακρότητες. Τα σοβαρά πράγματα, θεωρώ πως πάντα πρέπει να λέγονται με ήσυχο τρόπο. Και οι πραγματογνωμοσύνες, και οι τεχνικές εκθέσεις, οφείλουν να είναι πράγματα σοβαρά.
  9. Νομίζω πως μερικοί συμβολαιογράφοι δεν συντάσσουν πια αυτούσιες πράξεις συνένωσης (παλιότερα το έκαναν) και οτι μερικοί (οι περισσότεροι) υποθηκοφύλακες δεν τις μεταγράφουν ακόμα και αν ο συμβολαιογράφος τις συντάξει. Το επιχείρημα είναι οτι η συνένωση οικοπέδων δεν μπορεί να εκληφθεί ως μεταβιβαστική δικαιοπραξία, άρα η μεταγραφή στερείται αντικειμένου. Επίσης, και στους ορισμούς του ΓΟΚ ως γήπεδο ορίζεται η συνεχόμενη έκταση γης που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο και ανήκει σε έναν ή περισσότερους κυρίους εξ΄ αδιαιρέτου. Ο ορισμός νομίζω πως με καλύπτει αφού έτσι κι αλλιώς δεν αναφέρει τίποτα για περιγραφή σε τίτλους ιδιοκτησίας. Αρα νομίζω οτι η μη ύπαρξη συμβολαιογραφικής πράξης συνένωσης μπορεί και να παρακαμθεί. Το ζόρι της ιστορίας είναι, πώς (υποτίθεται) γνωρίζει η επιτροπή που θα χορηγήσει την εξαίρεση οτι το συνολικό γήπεδο είναι άρτιο και καλύπτει την προαπαίτηση της ΚΥΑ; @Θεοχάρη, γράφαμε συγχρόνως. @Μακαρ, παραπάνω απαντούσα σε σένα. Ευχαριστώ πολύ και τους δυο σας, γιατί αλληλοεπιβεβαιώνεστε και συμφωνείτε οτι όντως μπορεί να υποβληθεί διευκρινιστικό αίτημα του ιδιοκτήτη. Νομίζω πως θα το επιχειρήσω γιατί κι εμένα μου φαίνεται δίκαιο. (Αν και φοβάμαι οτι η πρόθεση είναι να ξεσκαρτάρουν ένα μεγάλο αριθμό αιτήσεων και να μην ασχοληθούν επί της ουσίας)
  10. Υπάρχουν δυο συναπτές γηπεδικές εκτάσεις, εμβαδού Ι=2.900 μ2 & ΙΙ=1.600 μ2, που ανήκουν στον ίδιο ιδιοκτήτη, μη άρτιες, μη οικοδομήσιμες, οι οποίες συνενούμενες πληρούν τους κανόνες αρτιότητας και οικοδομησιμότητας της περιοχής. Ενδιαφέρομαι για εγκατάσταση Φ/Β συστήματος ισχύος >20kW, που σύμφωνα με την ΚΥΑ 06-07-2009 των ΠΕΧΩΔΕ και Ανάπτυξης απαιτεί πλέον αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των γηπέδων εγκατάστασης. Κατά την υποβολή της αίτησης χορήγησης άδειας εξαίρεσης προς την ΡΑΕ, που έχει ημερομηνία 11-9-07 (δεν γίνονται δεκτές νέες αιτήσεις) τα δυο γήπεδα υποβλήθηκαν σε ενιαίο τοπογραφικό διάγραμμα, αλλά περιγράφονται ανεξάρτητα, δλδ γήπεδο Ι=......... γήπεδο ΙΙ=............. και δεν γίνεται καμία αναφορά σε οποιαδήποτε συνένωση, δλδ δεν αναφέρεται οτι το συνολικό γήπεδο Χ έχει εμβαδόν (2.900+1.600) 4.500 μ2, και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. ΕΡΩΤΗΣΗ: Υπάρχει κάποια επιχειρηματολογία για να ισχυριστώ οτι το γήπεδο (γήπεδα) που υποβλήθηκε με την αρχική αίτηση ικανοποιεί τις απαιτήσεις της ΚΥΑ περί αρτιότητας, ή άδικος κόπος? (και η περί του αντιθέτου άποψη μπορεί να βοηθήσει) Ευχαριστώ.
  11. 1.Υποθέτω οτι το θέμα που άνοιξες απασχολεί κι άλλο thread, κι ίσως πρέπει να μεταφερθούμε. 2. Σήμερα ακριβώς έψαχνα αυτό που ρωτάς, κι έχω κι εγώ σχετικές ερωτήσεις που θα τις διατυπώσω συγκεντρωτικά όλες και σύντομα, κυρίως όμως με απασχολεί η ΚΥΑ της 06-07-09 που αναφέρεις. Με αυτήν στην ουσία αναιρείται το δικαίωμα εγκατάστασης Φ/Τ σε μη άρτια μη οικοδομήσιμα γήπεδα (που ήταν πάγια θέση του ΥΠΕΧΩΔΕ). Η ΚΥΑ εξαιρεί όμως τις μικρές μονάδες κάτω των 20kW, που διευκρινίζει οτι μπορούν να εγκατασταθούν οπουδήποτε, και επίσης εξαιρεί τις αδειοδοτημένες μονάδες πριν την υπογραφή της ΚΥΑ (λεει δλδ η ΚΥΑ, σε απλά Ελληνικά, όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε, ή κάποιοι είναι ξύπνιοι και κάποιοι, ΟΧΙ). Έχω κι εγώ την ίδια γνώμη με την πολεοδομία σου, οτι δλδ πριν δημοσιευτεί κάτι σε ΦΕΚ, δεν ισχύει. Παρόλα αυτά, γνωρίζω περίπτωση αδειοδοτημένης πριν τις 06-07 μονάδας σε γήπεδο 3 στρ. που το ΥΠΕΧΩΔΕ τελικά δεν την εγκρίνει, και γίνονται (;;;!!!) διαπραγματεύσεις. Ισχύουν ο Ν3468/06 και ο Ν3299/04
  12. @TheoTDM900 Περίμενε. Με τον καιρό θα ξαναγίνεις κάτω από 25, οπότε αυτό που ρωτάς θα το ρωτάνε σε σένα. @Vaggelis2000 Δεν γνωρίζω ούτε το Αγριεμένοι Ανάπηροι Επιστρέφουν από Καυτά κλίματα ούτε τον Tom Robins, γνωρίζω όμως το holy graal για δύσκολες ώρες. @ Camelot, Αντιγράφω κομμάτι από την #23 απάντηση του sgp: Και κάτι τελευταίο, είναι τόσο ωραία και πυκνή η γραφή του camelot, σε όσες δημοσιεύσεις του έχω διαβάσει, που θεωρώ ότι θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε την πρότασή του (σσ αυτή για τη λέσχη ανάγνωσης ) και στα κείμενά του. Επειδή συμφωνώ με τον sgp ακολουθώ την πρότασή του. [Γιατί, αλλοίμονο αν ανασηκώνουμε τους ώμους αδιάφορα στο μονόλογο εντυπώσεων και δεν προσπαθήσουμε για το διάλογο επί της ουσίας. (η ατάκα «μπορώ τουλάχιστον να προσπαθήσω» στο Ένα Κομμένο Κεφάλι της Murdoch είναι από τις χαρακτηριστικότερες και ουσιαστικότερες του βιβλίου κατά τη γνώμη μου)] Λοιπόν: Όπως και έχουμε ξαναπεί: Στις πολυσήμαντες έννοιες πρέπει απ΄ την αρχή να ξεκαθαρίζουμε το τοπίο με τους ορισμούς. Στην εξίσωση λόγος = αλήθεια = πραγματικότητα εγώ καταλαβαίνω ότι : 1) Την ενδιάμεση έννοια «αλήθεια», δεν την ορίζεις από μόνη της ως μια αξία, αλλά ως μια αξιολογική κρίση. Δλδ δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια, αλλά ανθρώπινη, στοχαστική, σχετική αλήθεια. 2) Αυτήν δε, (δλδ την ιδιοσυστασία και υπόστασή της) την καθορίζει η πρώτη έννοια, ο λόγος, και ειδικότερα ο θεωρητικός λόγος ως διεργασία της έμφυτης νόησης, και ο πρακτικός λόγος ως ηθικός νόμος. Άρα, η πρώτη έννοια της εξίσωσης, ο λόγος, είναι «δύναμη του αρνητικού» επειδή ακριβώς είναι ρυθμιστικός παράγοντας της σχετικής ανθρώπινης αλήθειας ως πλέγματος κανονων και συμβάσεων ανασταλτικών της ανθρώπινης ελευθερης πράξης και βούλησης. Αν μέχρι εδώ συμφωνούμε, τότε συνεχίζω: 3) Την σχετική μας αλήθεια αναθέτουμε να την αναδιαρθρώσει, ανασκευάσει, αναδομήσει κλπ, ο αισιόδοξος γνωσιολογικός προσανατολισμός του ορθού λόγου προς την ορθή κατεύθυνση, που είναι η σύμπτωσή της με την ελεύθερη πράξη μας. Η σύμπτωση δε αυτή, ορίζεται ως η τρίτη έννοια, πραγματικότητα, που είναι και ένα τελικό λυτρωτικό σχήμα. Είναι όπως λες ο θρίαμβος της μονοδιάστατης πραγματικότητας και ο περιορισμός όλων των αντιθέσεων, η εσωτερική μας ισορροπία, η ταύτιση της σχετικής αλήθειας με το core self – κουκούτσι του Μιντ. (Ο οποίος βρίσκω πως πολύ καλά μας τα λεει) Αν σωστά λοιπόν σε καταλαβαίνω, τότε, από το στόμα σου και στου Θεου τ΄ αυτί, γιατί όλο το σκεπτικό είναι μια (ας πούμε) τεκμηριωμένη έλλογη φαντασία (!), που φτεροκοπάει πετώντας, ‘κάνοντας τη σωτηρία εύκολη σαν μια ευχή’!
  13. Διάβασα το μυθιστόρημα Eνα Kομμένο Kεφάλι, το πρώτο απ΄ τα δυο της Iris Murdoch που πρότεινε ο camelot για συζήτηση. Η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι είναι τόσο ιδιότυπο το dna της συγγραφής, που εικάζω με σχεδόν ορατή βεβαιότητα, ότι και τα άλλα κείμενά της Ι.Μ., (-το Μια αρκετά αξιοπρεπής ήττα για παράδειγμα, αλλά και τα υπόλοιπα, όπως το Τhe sea, Τhe sea για το οποίο τιμήθηκε με το booker και το οποίο προτείνει για ανάγνωση ο/η lpal) κινούνται στον ίδιο κεντρικό άξονα. Ο οποίος, κατά τη (μέχρι στιγμής) γνώμη μου που την εξηγώ παρακάτω με λεπτομέρεια, και μοναδικός είναι, και τελολογικά προσανατολισμένος. Όμως, πριν μπω στην ουσία αυτού για το οποίο γράφω, θέλω να σημειώσω κάτι γενικότερο. Έχει σημασία που εύκολα γίνεται αντιληπτή, η έντιμη (με την έννοια της ρητής μετοχής της συνειδητότητας) προσπάθεια ενός αναγνώστη να αναμετρηθεί με ένα λογοτεχνικό κείμενο, να το αποκρυπτογραφήσει, να το κατανοήσει, να το αναδέψει στους χώρους της νοητικής διεργασίας του, να αποκρυσταλλώσει το νόημά του, να το συμπυκνώσει με σαφήνεια και εντέλει να το κοινωνήσει. Η σημασία έγκειται στο γεγονός ότι ο αναγνώστης κατά τη διαδικασία της ανάλυσης βιώνει το κείμενο δημιουργικά. Ιδωμένο κάτω από αυτό το πρίσμα το εγχείρημα της ανάλυσης, απαιτώντας χρόνο, κόπο, και συναισθηματικο-νοητική λειτουργία, αποτελεί μια πιο σύνθετη προσπάθεια συγκρινόμενο με την παθητική ανάγνωση καθαυτή. Πολλές φορές μάλιστα, αποτελεί αυτή την πιο σύνθετη προσπάθεια χωρίς παράλληλα να εξασφαλίζει, (-ή έστω, χωρίς να εξασφαλίζει ικανά) το ποθητό ζητούμενο, που είναι η κοινωνία του κειμένου. Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν, εύλογα αναρωτιέται κανείς, αν έχει νόημα για τον ίδιο τον αναγνώστη αυτή η (ας την ονομάσω ‘κάπως σπάταλη’) διεργασία. Η καίρια ερώτηση είναι: Του παρέχει κάποιο κέρδος; Η απάντηση κατά τη γνώμη μου είναι ναι, ανεπιφύλακτα ναι. Για τον απλό και ευνόητο λόγο οτι οι αυτοματισμοί της κριτικής προσέγγισης κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του κειμένου είναι απλουστευτικοί (βλ. υπεραπλουστευτικοί), ως τελείως μηχανικοί και συμβατικοί, ενώ αντίθετα, η έντιμα επιχειρούμενη κριτική ανάλυση εμπεριέχει την προσπάθεια μεταβολής του ασυνείδητου σε συνειδητό, την προσπάθεια δηλαδή συρρίκνωσης του ασυνείδητου υπέρ της διεύρυνσης του συνειδητού. Και, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση σε σχέση με το σκοπό της ανάλυσης (κοινωνία του κειμένου), στην μεν πρώτη περίπτωση (της απλής δηλ. ανάγνωσης) μιλάμε για μονόλογο εντυπώσεων, ενώ στην δεύτερη μιλάμε για διάλογο επί της ουσίας. Η απόσταση που μεσολαβεί από την ανάγνωση ως την ανάλυση αντιστοιχίζεται στην απόσταση ανάμεσα στην αντανάκλαση και την πραγματικότητα, -ή στην απόσταση ανάμεσα στη φαντασίωση και τη βίωση του έρωτα. Το καταλαβαίνει κάποιος τη στιγμή που θα επιχειρήσει ανάλυση. Θα ανακαλύψει άγνοια εκεί που φαντάστηκε γνώση, θα ανακαλύψει αδυναμία στη διάβαση νοημάτων, θα ανακαλύψει το νοητικό αδιέξοδο εννοιών που υποτίθεται πως έχει ήδη κατακτήσει κατά την ανάγνωση, -και, ναι, τότε, θα καταλάβει. Σκέφτηκα και είπα τα παραπάνω γιατί, στην περίπτωση του μυθιστορήματος Eνα Kομμένο Kεφάλι της Murdoch το οποίο προσπάθησα να προσεγγίσω αναλυτικά, χρειάστηκε πραγματικά να διατρέξω αυτή την απόσταση. Η Ι.Μ. δεν είναι αυτό που κάποιος θα χαρακτήριζε ‘εύκολη’ συγγραφέας. Όμως να κάνω εδώ μια απαραίτητη διευκρίνιση: Η έλλειψη ‘ευκολίας’ δεν εστιάζεται στην δυσχέρεια πρόσληψης του μυθιστορηματικού λόγου της Ι.Μ, -κάθε άλλο. Ο λόγος της είναι στρωτός, ευκρινής, απέριττος και αβίαστος, η συνεχής παράθεση ζωηρών, πυκνών και ευφυών διαλόγων στο κείμενό της του δίνει βαθιές ανάσες κι ευχάριστο όγκο, ενώ η πλοκή της, επειδή ακριβώς πραγματεύεται και αναμοχλεύει την κοσμογονία του έρωτα, (ταυτίζοντας μάλιστα το ερωτικό στοιχείο με το σεξουαλικό ένστικτο αν όχι τη σεξουαλική πράξη), κρατάει σε τέτοια εγρήγορση το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ώστε αυτός φτάνει στο τέλος του βιβλίου πριν καλά-καλά να το συνειδητοποιήσει. Λοιπόν, όχι. Η έλλειψη ‘ευκολίας’ δεν ταυτίζεται με δυσχέρεια της μυθοπλαστικής κατανόησης. Η δυσκολία που εγώ αντιμετώπισα, είχε να κάνει με την αποκρυπτογράφηση της στόχευσης του κειμένου. Επειδή πιστεύω, πως σε κάθε αξιοπρεπή συγγραφική περιπέτεια, ενυπάρχον συστατικό στοιχείο του εγχειρήματος αποτελεί ο τελολογικός προσανατολισμός του κειμένου, η ψυχολογική τελολογία στη δική μας περίπτωση. Διατυπωμένη σε ερώτημα επί του προκείμενου η άποψη αυτή, θέτει το ερώτημα «ποιο σκοπό επιδιώκει η Ι.Μ. με το κείμενο αυτό, -ποιους στόχους επιδιώκει;» Στην αρχική λοιπόν ανάλυση που επιχείρησα, έκανα την υπόθεση ότι το μυθιστόρημα ασχολείται με ένα σύνολο χαρακτήρων, περιγράφοντας εύστοχα τις ψυχικές διεργασίες του κάθε ήρωα-χαρακτήρα (ακριβέστερα: αντιήρωα-χαρακήρα), ώστε να τονίσει τις συναισθηματικο-βουλητικές απύθμενες ιδιαιτερότητες των ανθρώπων, και να υπογραμμίσει τελικά το υποκειμενικό νόημα της ζωής, το ασυνείδητο του ψυχολογικού προσανατολισμού των ατόμων, το αδιάκριτο και αδιάφορο του ‘κανονικού’ (φυσιολογικού) και του παρεκκλίνοντος ερωτισμού ως κυρίαρχου συστατικού στοιχείου του βίου, τις αλληλεπιδράσεις και τις αλληλοεπιρροές του πλέγματος των ανθρωπίνων σχέσεων, και οπωσδήποτε να ανασύρει το φανταστικό πέπλο του έρωτα ώστε να υπενθυμίσει το γεγονός ότι η αλληλοεξιδανίκευση αποτελεί την ακριβώς άλλη εκδοχή της αληλοεξαπάτησης. Σε αυτή την υπόθεση θα παρέμενα μέχρι τέλους, εάν δεν υπήρχε σε δεύτερο νοητικό επίπεδο μια ενστικτώδης ενόχλησή μου, η οποία επέμενε να αμφισβητεί και να ακυρώνει αυτή την πρώτη ανάλυση. Υποστήριζε λοιπόν σθεναρά αυτή μου η ενόχληση, ότι η συνεχής και εν σειρά παράθεση μοναδικά ακραίων περιστατικών - ακραίων καταστάσεων - ακραίων επιλογών - ακραίων χαρακτήρων χωρίς την προσθήκη κάποιου (έστω ελάχιστου) ρεαλιστικού αντίβαρου εναλλακτικής τροπής που θα αποκαθιστούσε την εσωτερική ισορροπία της ιστορίας και συνεπακόλουθα την αξιοπιστία της μυθοπλασίας, συνιστούσε έναν ιδιόμορφο, και θα έλεγα (ίσως υπερβάλλοντας) κάπως γκροτέσκο τρόπο συγγραφής, που απέκλεια να είναι τυχαίος ή αναίτια επιλεγμένος από αυτήν ειδικά τη συγγραφέα. Το λάθος που αργότερα αποφάσισα ότι εξαρχής έκανα, ήταν ότι θεωρούσα αυτονόητη κι αδιαπραγμάτευτη την πρόθεση της Murdoch για το ‘σερβίρισμα’ μιας πειστικής και ρεαλιστικής μυθοπλασίας. Μόλις αποδεσμεύτηκα απ΄ αυτή μου την ιδεοληψία, (και άρα από την αναζήτηση τελολογικού προσανατολισμού του έργου μέσα από τους ήρωες και τη μυθοπλασία), τότε σχεδόν άμεσα μπόρεσα να διακρίνω τον κεντρικό άξονα του έργου, που είναι κατά τη γνώμη μου το αίνιγμα της αυτογνωσίας. Σε όλη την πορεία του μυθιστορήματος, ξετυλίγεται από τη συγγραφέα με τρόπο ευφυή, σαφή και ως το τέλος ανέκκλητο η κατάθεση της αντίληψης μιας σκαιής πραγματικότητας: Ότι ο βαθύτερος εαυτός μας αρέσκεται να κρύβεται στα βάθη του είναι μας, στα βάθη του ασυνειδήτου. Ότι εμείς οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας όχι όπως πραγματικά είναι, αλλά με υποκειμενικά, προσωπικά, μη αμερόληπτα και παραμορφωτικά κριτήρια που αλλοιώνουν την εικόνα μας, έτσι ώστε εμείς οι ίδιοι να αδυνατούμε να αντιληφθούμε τον εαυτό μας, με συνέπεια να αδυνατούμε εν συνεχεία να θέσουμε αυτόνομα τους όρους της ζωής και της ύπαρξής μας, να μην μπορούμε να χαράξουμε την πορεία μας στη ζωή, ούτε και να επιλέξουμε τους σκοπούς μας ή να διαμορφώσουμε τους εαυτούς μας όπως εμείς θέλουμε. Οι άνθρωποι, δυστυχώς, έχουμε εμφανή αδυναμία να εξουδετερώσουμε τους εξωτερικούς παράγοντες που μας σπρώχνουν προς τυχαίες κατευθύνσεις, άλλες απ΄ αυτές της όντως επιλογής μας. Παρά την εντελώς αντίθετη φαινομενική εντύπωση, μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι η Murdoch δεν έχει ως κύριο ενδιαφέρον να ξεψαχνίσει καταστάσεις, συμπεριφορές, συναισθήματα, χαρακτήρες, αλλά ούτε κι ανθρώπους, -και για το λόγο αυτό δείχνει συχνά τόσο συναισθηματικά αποστασιοποιημένη απ τους ήρωες του μυθιστορήματος. Νομίζω αντίθετα, ότι χρησιμοποιεί τους χαρακτήρες της, ειδικότερα δε την ευφυΐα τους, προκειμένου να τους μετατρέψει σε μέσον για να μιλήσει για τη λύτρωση από τα συμπλέγματα και την αλλαγή συμπεριφοράς, που ορίζονται ως τα ανώτερα κέρδη που μπορεί να αποφέρει η αυτογνωσία. Τελικά, η Iris Murdoch στο Eνα Kομμένο Kεφάλι κατέληξα πως εξετάζει την ανελευθερία του ανθρώπου ως απόρροιας της έλλειψης αυτογνωσίας, εξετάζει δηλαδή την τραγική και ρεαλιστική εκείνη κατάσταση, που φέρει τους ανθρώπους υποκείμενους στο νόμο της αιτιότητας, αλλά με έναν τρόπο μοιραίο, κατά τον οποίο η επίδραση της αιτίας στο αποτέλεσμα διαπιστώνεται, εφαρμόζεται και ασκείται εξωτερικά, μονομερώς, ερήμην της βουλήσεως των ατόμων συνολικά, όμως και του καθενός από μας όλους ξεχωριστά έναν προς έναν, -δυστυχώς. Και τότε; «Το σημαντικό», είπε ο Άλντους Χάξλεϊ «δεν είναι οι εμπειρίες που αποκτάς, αλλ' αυτό που φτιάχνεις από τις εμπειρίες αυτές».
  14. @ camelot: Αφού μελετήσω προσεκτικά τα όσα πυκνά λες θα προσπαθήσω να τοποθετηθώ οπωσδήποτε, αλλά, για την ώρα, rip συνάδελφε, -που θα λεγε κι ο TheoTDM900 .
×
×
  • Create New...

Important Information

We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue.