Search the Community
Showing results for tags 'εκπομπή ρύπων'.
-
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πέτυχε μια σημαντική πρόοδο στο κλίμα: οι καθαρές εγχώριες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου το 2024 ήταν κατά 40% χαμηλότερες σε σχέση με το 1990. Μόνο από το 2023 στο 2024 καταγράφηκε νέα μείωση κατά 3%, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που υπέβαλε η ΕΕ στον ΟΗΕ και την ανάλυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (EEA). Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική έχει ήδη φέρει μετρήσιμα αποτελέσματα. Οι μεγαλύτερες μειώσεις προήλθαν από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, τη βιομηχανία, τις κατοικίες και τον τομέα του σιδήρου και χάλυβα. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η αύξηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η σταδιακή απομάκρυνση από πιο ρυπογόνα καύσιμα όπως ο άνθρακας. Είναι ενδεικτικό ότι οι εκπομπές από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας έχουν μειωθεί κατά 58% από το 1990, ενώ η ευρωπαϊκή οικονομία αναπτύχθηκε την ίδια περίοδο κατά περισσότερο από 70%. Με απλά λόγια, η ΕΕ κατάφερε να παράγει περισσότερο πλούτο εκπέμποντας λιγότερα αέρια του θερμοκηπίου. Αυτό είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά μηνύματα της νέας έκθεσης: η οικονομική ανάπτυξη δεν χρειάζεται πλέον να πηγαίνει χέρι-χέρι με την αύξηση των εκπομπών. Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μόνο θετική. Οι εκπομπές από τις οδικές μεταφορές αυξήθηκαν σε σχέση με το 1990, παρά τα πιο αποδοτικά οχήματα και την άνοδο των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, επειδή αυξήθηκε ακόμη περισσότερο η συνολική ζήτηση για μετακινήσεις και μεταφορές. Παράλληλα, τα δάση της Ευρώπης απορροφούν πλέον λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα απ’ ό,τι στο παρελθόν, λόγω γήρανσης, αυξημένων υλοτομιών και επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Η Ευρώπη δείχνει πως η μείωση των εκπομπών είναι εφικτή όταν υπάρχουν πολιτικές, επενδύσεις και σαφείς στόχοι. Όμως η επόμενη φάση θα είναι δυσκολότερη: χρειάζονται βαθύτερες αλλαγές στις μεταφορές, στα κτίρια, στη βιομηχανία και στη διαχείριση της γης, αν η ΕΕ θέλει να πετύχει τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το -40% αφορά τις καθαρές εγχώριες εκπομπές και δεν είναι άμεσα συγκρίσιμο με τον ευρωπαϊκό στόχο του -55% για το 2030, επειδή το πεδίο μέτρησης δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Πηγή: European Environment Agency View full είδηση
-
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πέτυχε μια σημαντική πρόοδο στο κλίμα: οι καθαρές εγχώριες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου το 2024 ήταν κατά 40% χαμηλότερες σε σχέση με το 1990. Μόνο από το 2023 στο 2024 καταγράφηκε νέα μείωση κατά 3%, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που υπέβαλε η ΕΕ στον ΟΗΕ και την ανάλυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (EEA). Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική έχει ήδη φέρει μετρήσιμα αποτελέσματα. Οι μεγαλύτερες μειώσεις προήλθαν από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, τη βιομηχανία, τις κατοικίες και τον τομέα του σιδήρου και χάλυβα. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η αύξηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η σταδιακή απομάκρυνση από πιο ρυπογόνα καύσιμα όπως ο άνθρακας. Είναι ενδεικτικό ότι οι εκπομπές από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας έχουν μειωθεί κατά 58% από το 1990, ενώ η ευρωπαϊκή οικονομία αναπτύχθηκε την ίδια περίοδο κατά περισσότερο από 70%. Με απλά λόγια, η ΕΕ κατάφερε να παράγει περισσότερο πλούτο εκπέμποντας λιγότερα αέρια του θερμοκηπίου. Αυτό είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά μηνύματα της νέας έκθεσης: η οικονομική ανάπτυξη δεν χρειάζεται πλέον να πηγαίνει χέρι-χέρι με την αύξηση των εκπομπών. Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μόνο θετική. Οι εκπομπές από τις οδικές μεταφορές αυξήθηκαν σε σχέση με το 1990, παρά τα πιο αποδοτικά οχήματα και την άνοδο των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, επειδή αυξήθηκε ακόμη περισσότερο η συνολική ζήτηση για μετακινήσεις και μεταφορές. Παράλληλα, τα δάση της Ευρώπης απορροφούν πλέον λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα απ’ ό,τι στο παρελθόν, λόγω γήρανσης, αυξημένων υλοτομιών και επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Η Ευρώπη δείχνει πως η μείωση των εκπομπών είναι εφικτή όταν υπάρχουν πολιτικές, επενδύσεις και σαφείς στόχοι. Όμως η επόμενη φάση θα είναι δυσκολότερη: χρειάζονται βαθύτερες αλλαγές στις μεταφορές, στα κτίρια, στη βιομηχανία και στη διαχείριση της γης, αν η ΕΕ θέλει να πετύχει τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το -40% αφορά τις καθαρές εγχώριες εκπομπές και δεν είναι άμεσα συγκρίσιμο με τον ευρωπαϊκό στόχο του -55% για το 2030, επειδή το πεδίο μέτρησης δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Πηγή: European Environment Agency
-
Τους δύο πρώτους μήνες του 2025 εκπέμφθηκαν 3.43 εκατ. τόνοι από τον τομέα ηλεκτροπαραγωγής, αυξημένοι κατά 41.6% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Στην πρώτη πεντάδα των ρυπαντών βρέθηκαν 2 λιγνιτικοί σταθμοί και 3 σταθμοί ορυκτού αερίου. Οι εκπομπές του τομέα βρίσκονται εκτός της τροχιάς επίτευξης του εκτιμώμενου στόχου συνολικών εκπομπών για το 2025 (10.2 εκατ. τόνοι), με βάση το τελικό αναθεωρημένο ΕΣΕΚ. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα ηλεκτροπαραγωγής (Φεβρουάριος 2025 για το διασυνδεμένο δίκτυο και Ιανουάριος 2025 για τα μη διασυνδεδεμένα νησιά) και αυτά των ετήσιων εκπομπών CO2 από το ΣΕΔΕ (2023), εκτιμώνται οι μηνιαίες εκπομπές από κάθε μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας, ακολουθώντας τη μεθοδολογία και τις παραδοχές που παρουσιάζονται εδώ. Τον Φεβρουάριο 2025 η ένταση άνθρακα[1] ήταν 335 γρ. CO2/kWh, 25% υψηλότερη σε σχέση με τον μέσο όρο του 2024 (269 γρ. CO2/kWh). Η υψηλή ένταση άνθρακα οφείλεται στην αυξημένη χρήση ορυκτών καυσίμων τον Φεβρουάριο και κυρίως ορυκτού αερίου, το οποίο ακολουθεί αυξητική τάση από τον Οκτώβριο 2024. Τον Φεβρουάριο 2025 οι εκπομπές CO2 από τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα ήταν 1.69 εκατ. τόνοι, ελαφρώς μειωμένες από τον προηγούμενο μήνα (1.74 εκατ. τόνοι τον Ιανουάριο). Αθροιστικά για τους δύο πρώτους μήνες του 2025 οι εκπομπές έφτασαν τους 3.43 εκατ. τόνους ξεπερνώντας τις αντίστοιχες των προηγούμενων 4 ετών (2021-2024). Εμφανίστηκαν αυξημένες κατά 41.6% (+1 εκατ. τόνοι) σε σχέση με τους πρώτους δύο μήνες του 2024. Η αύξηση προήλθε και από τα τρία ορυκτά καύσιμα, αλλά κυρίως από το ορυκτό αέριο και τον λιγνίτη, των οποίων η χρήση για ηλεκτροπαραγωγή αυξήθηκε κατά 78% και 24.3% αντίστοιχα. Όσον αφορά τις πηγές, μεγαλύτερη ήταν η αύξηση εκπομπών από το ορυκτό αέριο (+0.8 εκατ. τόνοι ή + 78.1%). Ακολούθησε σε αύξηση ο λιγνίτης με +0.19 εκατ. τόνους (+18%) και τέλος το πετρέλαιο στα μη διασυνδεδεμένα νησιά με πολύ μικρή αύξηση (+0.02 εκατ. τόνοι ή + 5.9%). Οι εκπομπές των μονάδων ορυκτού αερίου τους πρώτους δύο μήνες του 2025 ξεπέρασαν το 50% των συνολικών εκπομπών (1.82 εκατ. τόνοι ή 53%). Μάλιστα, ήταν οι υψηλότερες εκπομπές των μονάδων αερίου για την αντίστοιχη περίοδο από το 2013. Οι εκπομπές από τη λιγνιτική παραγωγή (1.25 εκατ. τόνοι ή μερίδιο 36.6%) ήταν χαμηλότερες σε σχέση με τις αντίστοιχες εκπομπές των προηγούμενων ετών από το 2013, με εξαίρεση την περσινή χρονιά που ήταν υψηλότερες. Mικρότερο ήταν το μερίδιο των πετρελαϊκών μονάδων στα μη διασυνδεδεμένα νησιά (0.36 εκατ. τόνοι ή 10.5%). Σε ό,τι αφορά τον επιμερισμό των εκπομπών ανά σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, ο λιγνιτικός ατμοηλεκτρικός σταθμός (ΑΗΣ) του Αγίου Δημητρίου βρέθηκε στην 1η θέση τους πρώτους δύο μήνες του 2025, με εκπομπές 0.81 εκατ. τόνους (65% των εκπομπών από τις λιγνιτικές μονάδες). Τον Φεβρουάριο όπως και τον Ιανουάριο, λειτούργησαν τρεις από τις πέντε μονάδες του ΑΗΣ (III-V) με συνολική παραγωγή 516 GWh, αυτές που καλύπτουν την τηλεθέρμανση της πόλης της Κοζάνης. Η Πτολεμαΐδα 5 βρέθηκε στη δεύτερη θέση της κατάταξης εκπέμποντας 0.42 εκατ. τόνους τους πρώτους δύο μήνες του 2025, ενώ ο λιγνιτικός σταθμός Μελίτη Ι, που λειτούργησε μόνο τον Φεβρουάριο εξέπεμψε μόλις 0.02 εκατ. τόνους. Την πρώτη πεντάδα των μεγαλύτερων ρυπαντών συμπλήρωσαν τρεις σταθμοί αερίου, ο Άγιος Νικόλαος ΙΙ (0.31 εκατ. τόνοι), η Μεγαλόπολη V (0.3 εκατ. τόνοι) και το Λαύριο IV-V (0.24 εκατ. τόνοι). Συνολικά, οι εκπομπές από τις μονάδες με καύσιμο το ορυκτό αέριο έφτασαν το 59.2% των εκπομπών από τις θερμικές μονάδες του διασυνδεδεμένου δικτύου της χώρας (λιγνίτης και ορυκτό αέριο μαζί). Στα Μη Διασυνδεμένα Νησιά, τις πρώτες τρεις θέσεις κατείχαν δύο από τους τρεις πετρελαϊκούς σταθμούς που βρίσκονται στην Κρήτη (Αθερινόλακκος, Λινοπεράματα) με εκπομπές 0.08, 0.07 αντίστοιχα, και βρέθηκαν στις θέσεις 13 και 14 της γενικής κατάταξης. Στη 17η θέση βρέθηκε ο σταθμός της Σορώνης στη Ρόδο με 0.03 εκατ. τόνους και πολύ μικρή διαφορά από τον πετρελαϊκό σταθμό στα Χανιά. Εκπομπές τομέα – σύγκριση με ΕΣΕΚ Σύμφωνα με το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που υποβλήθηκε τον Ιανουάριο 2025 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι εκπομπές στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής αναμένεται να μειωθούν σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα στόχος είναι το 2030 οι εκπομπές και από τα τρία καύσιμα να μην ξεπερνούν τους 4 εκατ. τόνους. Αυτό συνιστά μια σημαντική μείωση (-91%) σε σχέση με το 2013, έτος κατά το οποίο οι θερμικές μονάδες άρχισαν να επιβαρύνονται με το κόστος του άνθρακα τον οποίο εξέπεμπαν στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ). Στο τελικό ΕΣΕΚ η εκτίμηση για τις εκπομπές του 2025 είναι 10.2 εκατ. τόνοι, 5.05 εκατ. τόνοι δηλαδή λιγότεροι από το 2024 (15.25 εκατ. τόνοι [2]). Τους δύο πρώτους μήνες του 2025 εκτιμάται πως εκπέμφθηκαν 3.43 εκατ. τόνοι από τον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, το 33.6% δηλαδή του διαθέσιμου προϋπολογισμού άνθρακα για το έτος. Η ποσότητα αυτή είναι σχεδόν διπλάσια από όσο θα χρειαζόταν να εκπεμφθεί τους πρώτους δύο μήνες του έτους, ώστε ο τομέας ηλεκτροπαραγωγής να είναι εντός τροχιάς επίτευξης της εκτίμησης για τις συνολικές εκπομπές του με βάση το ΕΣΕΚ. Ο εναπομένων προϋπολογισμός άνθρακα για τους υπόλοιπους 10 μήνες του 2025 είναι 6.77 εκατ. τόνοι. Μπορείτε να δείτε την εξέλιξη των εκπομπών του τομέα της ηλεκτροπαραγωγής από το 2013 ως σήμερα και να διαβάσετε τις αναλύσεις προηγούμενων μηνών εδώ. [1] Η ένταση άνθρακα ορίζεται ως ο λόγος των εκπομπών από τα τρία καύσιμα (λιγνίτης, αέριο και πετρέλαιο, συμπεριλαμβανομένων και των ΣΗΘΥΑ) ως προς τη συνολική ηλεκτροπαραγωγή της χώρας από το διασυνδεδεμένο δίκτυο και τα μη διασυνδεδεμένα νησιά. [2] Οι εκπομπές του 2024 είναι οι εκτιμώμενες με βάση τις παραδοχές που αναφέρονται εδώ, καθώς ακόμα δεν έχουν δημοσιοποιηθεί τα επίσημα δεδομένα του Ενωσιακού Μητρώου.
-
- ηλεκτροπαραγωγή
- λιγνίτης
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Τους δύο πρώτους μήνες του 2025 εκπέμφθηκαν 3.43 εκατ. τόνοι από τον τομέα ηλεκτροπαραγωγής, αυξημένοι κατά 41.6% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Στην πρώτη πεντάδα των ρυπαντών βρέθηκαν 2 λιγνιτικοί σταθμοί και 3 σταθμοί ορυκτού αερίου. Οι εκπομπές του τομέα βρίσκονται εκτός της τροχιάς επίτευξης του εκτιμώμενου στόχου συνολικών εκπομπών για το 2025 (10.2 εκατ. τόνοι), με βάση το τελικό αναθεωρημένο ΕΣΕΚ. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα ηλεκτροπαραγωγής (Φεβρουάριος 2025 για το διασυνδεμένο δίκτυο και Ιανουάριος 2025 για τα μη διασυνδεδεμένα νησιά) και αυτά των ετήσιων εκπομπών CO2 από το ΣΕΔΕ (2023), εκτιμώνται οι μηνιαίες εκπομπές από κάθε μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας, ακολουθώντας τη μεθοδολογία και τις παραδοχές που παρουσιάζονται εδώ. Τον Φεβρουάριο 2025 η ένταση άνθρακα[1] ήταν 335 γρ. CO2/kWh, 25% υψηλότερη σε σχέση με τον μέσο όρο του 2024 (269 γρ. CO2/kWh). Η υψηλή ένταση άνθρακα οφείλεται στην αυξημένη χρήση ορυκτών καυσίμων τον Φεβρουάριο και κυρίως ορυκτού αερίου, το οποίο ακολουθεί αυξητική τάση από τον Οκτώβριο 2024. Τον Φεβρουάριο 2025 οι εκπομπές CO2 από τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα ήταν 1.69 εκατ. τόνοι, ελαφρώς μειωμένες από τον προηγούμενο μήνα (1.74 εκατ. τόνοι τον Ιανουάριο). Αθροιστικά για τους δύο πρώτους μήνες του 2025 οι εκπομπές έφτασαν τους 3.43 εκατ. τόνους ξεπερνώντας τις αντίστοιχες των προηγούμενων 4 ετών (2021-2024). Εμφανίστηκαν αυξημένες κατά 41.6% (+1 εκατ. τόνοι) σε σχέση με τους πρώτους δύο μήνες του 2024. Η αύξηση προήλθε και από τα τρία ορυκτά καύσιμα, αλλά κυρίως από το ορυκτό αέριο και τον λιγνίτη, των οποίων η χρήση για ηλεκτροπαραγωγή αυξήθηκε κατά 78% και 24.3% αντίστοιχα. Όσον αφορά τις πηγές, μεγαλύτερη ήταν η αύξηση εκπομπών από το ορυκτό αέριο (+0.8 εκατ. τόνοι ή + 78.1%). Ακολούθησε σε αύξηση ο λιγνίτης με +0.19 εκατ. τόνους (+18%) και τέλος το πετρέλαιο στα μη διασυνδεδεμένα νησιά με πολύ μικρή αύξηση (+0.02 εκατ. τόνοι ή + 5.9%). Οι εκπομπές των μονάδων ορυκτού αερίου τους πρώτους δύο μήνες του 2025 ξεπέρασαν το 50% των συνολικών εκπομπών (1.82 εκατ. τόνοι ή 53%). Μάλιστα, ήταν οι υψηλότερες εκπομπές των μονάδων αερίου για την αντίστοιχη περίοδο από το 2013. Οι εκπομπές από τη λιγνιτική παραγωγή (1.25 εκατ. τόνοι ή μερίδιο 36.6%) ήταν χαμηλότερες σε σχέση με τις αντίστοιχες εκπομπές των προηγούμενων ετών από το 2013, με εξαίρεση την περσινή χρονιά που ήταν υψηλότερες. Mικρότερο ήταν το μερίδιο των πετρελαϊκών μονάδων στα μη διασυνδεδεμένα νησιά (0.36 εκατ. τόνοι ή 10.5%). Σε ό,τι αφορά τον επιμερισμό των εκπομπών ανά σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, ο λιγνιτικός ατμοηλεκτρικός σταθμός (ΑΗΣ) του Αγίου Δημητρίου βρέθηκε στην 1η θέση τους πρώτους δύο μήνες του 2025, με εκπομπές 0.81 εκατ. τόνους (65% των εκπομπών από τις λιγνιτικές μονάδες). Τον Φεβρουάριο όπως και τον Ιανουάριο, λειτούργησαν τρεις από τις πέντε μονάδες του ΑΗΣ (III-V) με συνολική παραγωγή 516 GWh, αυτές που καλύπτουν την τηλεθέρμανση της πόλης της Κοζάνης. Η Πτολεμαΐδα 5 βρέθηκε στη δεύτερη θέση της κατάταξης εκπέμποντας 0.42 εκατ. τόνους τους πρώτους δύο μήνες του 2025, ενώ ο λιγνιτικός σταθμός Μελίτη Ι, που λειτούργησε μόνο τον Φεβρουάριο εξέπεμψε μόλις 0.02 εκατ. τόνους. Την πρώτη πεντάδα των μεγαλύτερων ρυπαντών συμπλήρωσαν τρεις σταθμοί αερίου, ο Άγιος Νικόλαος ΙΙ (0.31 εκατ. τόνοι), η Μεγαλόπολη V (0.3 εκατ. τόνοι) και το Λαύριο IV-V (0.24 εκατ. τόνοι). Συνολικά, οι εκπομπές από τις μονάδες με καύσιμο το ορυκτό αέριο έφτασαν το 59.2% των εκπομπών από τις θερμικές μονάδες του διασυνδεδεμένου δικτύου της χώρας (λιγνίτης και ορυκτό αέριο μαζί). Στα Μη Διασυνδεμένα Νησιά, τις πρώτες τρεις θέσεις κατείχαν δύο από τους τρεις πετρελαϊκούς σταθμούς που βρίσκονται στην Κρήτη (Αθερινόλακκος, Λινοπεράματα) με εκπομπές 0.08, 0.07 αντίστοιχα, και βρέθηκαν στις θέσεις 13 και 14 της γενικής κατάταξης. Στη 17η θέση βρέθηκε ο σταθμός της Σορώνης στη Ρόδο με 0.03 εκατ. τόνους και πολύ μικρή διαφορά από τον πετρελαϊκό σταθμό στα Χανιά. Εκπομπές τομέα – σύγκριση με ΕΣΕΚ Σύμφωνα με το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που υποβλήθηκε τον Ιανουάριο 2025 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι εκπομπές στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής αναμένεται να μειωθούν σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα στόχος είναι το 2030 οι εκπομπές και από τα τρία καύσιμα να μην ξεπερνούν τους 4 εκατ. τόνους. Αυτό συνιστά μια σημαντική μείωση (-91%) σε σχέση με το 2013, έτος κατά το οποίο οι θερμικές μονάδες άρχισαν να επιβαρύνονται με το κόστος του άνθρακα τον οποίο εξέπεμπαν στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ). Στο τελικό ΕΣΕΚ η εκτίμηση για τις εκπομπές του 2025 είναι 10.2 εκατ. τόνοι, 5.05 εκατ. τόνοι δηλαδή λιγότεροι από το 2024 (15.25 εκατ. τόνοι [2]). Τους δύο πρώτους μήνες του 2025 εκτιμάται πως εκπέμφθηκαν 3.43 εκατ. τόνοι από τον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, το 33.6% δηλαδή του διαθέσιμου προϋπολογισμού άνθρακα για το έτος. Η ποσότητα αυτή είναι σχεδόν διπλάσια από όσο θα χρειαζόταν να εκπεμφθεί τους πρώτους δύο μήνες του έτους, ώστε ο τομέας ηλεκτροπαραγωγής να είναι εντός τροχιάς επίτευξης της εκτίμησης για τις συνολικές εκπομπές του με βάση το ΕΣΕΚ. Ο εναπομένων προϋπολογισμός άνθρακα για τους υπόλοιπους 10 μήνες του 2025 είναι 6.77 εκατ. τόνοι. Μπορείτε να δείτε την εξέλιξη των εκπομπών του τομέα της ηλεκτροπαραγωγής από το 2013 ως σήμερα και να διαβάσετε τις αναλύσεις προηγούμενων μηνών εδώ. [1] Η ένταση άνθρακα ορίζεται ως ο λόγος των εκπομπών από τα τρία καύσιμα (λιγνίτης, αέριο και πετρέλαιο, συμπεριλαμβανομένων και των ΣΗΘΥΑ) ως προς τη συνολική ηλεκτροπαραγωγή της χώρας από το διασυνδεδεμένο δίκτυο και τα μη διασυνδεδεμένα νησιά. [2] Οι εκπομπές του 2024 είναι οι εκτιμώμενες με βάση τις παραδοχές που αναφέρονται εδώ, καθώς ακόμα δεν έχουν δημοσιοποιηθεί τα επίσημα δεδομένα του Ενωσιακού Μητρώου. View full είδηση
-
- ηλεκτροπαραγωγή
- λιγνίτης
-
(and 3 more)
Tagged with:
