Search the Community
Showing results for tags 'data center'.
-
Με το... δεξί φαίνεται πως έχει ξεκινήσει το 2026 για τα εξειδικευμένα funds ψηφιακών υποδομών, τα οποία σύμφωνα με το νέο report του PitchBook παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυναμική ως προς την άντληση κεφαλαίων. Οι προσδοκίες για υψηλές αποδόσεις, ιδίως στον τομέα των data centers έχουν ενισχύσει το επενδυτικό ενδιαφέρον, με το κλίμα να είναι συνολικά αισιόδοξο. Παρόλα αυτά, εκτιμάται ότι τα επόμενα χρόνια θα υπάρξει διαφοροποίηση, τόσο ως προς την άντληση κεφαλαίων, όσο και ως προς τις αποδόσεις για τους επενδυτές. Σημειώνεται ότι το PitchBook ορίζει ως εξειδικευμένα funds ψηφιακών υποδομών όσα επενδύουν αποκλειστικά σε data centers ή/και τηλεπικοινωνιακές υποδομές. Η άντληση κεφαλαίων σε αυτή την περίπτωση κινήθηκε σε επίπεδα ρεκόρ το 2025, φτάνοντας συνολικά τα 26 δισ. δολάρια, ποσό σχεδόν τετραπλάσιο σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 2021-2024. Η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στην ζήτηση για υπολογιστική ισχύ, η οποία τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από τις εξελίξεις στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης και του cloud. Το «εμπόδια» που έχει μπροστά του ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών Ωστόσο, το PitchBook προβλέπει ότι τα επόμενα χρόνια, πολλές από τις πιέσεις που ήδη επηρεάζουν τον κλάδο θα διατηρηθούν, ενώ ορισμένες ενδέχεται να ενταθούν, επηρεάζοντας το επενδυτικό τοπίο. Για παράδειγμα, ο ανταγωνισμός για κρίσιμους πόρους ενδέχεται να κλιμακωθεί, καθώς ο αριθμός και το μέγεθος των έργων ανάπτυξης συνεχίζουν να αυξάνονται. Επίσης, τα προβλήματα της πρόσβασης σε ηλεκτρική ισχύ και της διασύνδεσης θα εξακολουθήσουν να αποτελούν σημαντικό εμπόδιο. Παράλληλα, αναμένεται να υπάρξουν περισσότερες αντιδράσεις για θέματα που σχετίζονται με το περιβάλλον, το ενεργειακό κόστος και την απασχόληση. Όσον αφορά τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές, η υπάρχουσα δυσκολία μετατροπής της αυξανόμενης ζήτησης σε υψηλότερα έσοδα εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί, λόγω της αναντιστοιχίας μεταξύ της αύξησης της κίνησης δεδομένων και της τιμολόγησης, που χαρακτηρίζει τον κλάδο εδώ και χρόνια. Από την άλλη, εντεινόμενος ανταγωνισμός από εταιρείες που αξιοποιούν νεότερες τεχνολογίες -όπως το Starlink της SpaceX ενδέχεται να επηρεάσει επίσης σημαντικά τον τηλεπικοινωνιακό κλάδο. Είναι ενδεικτικό ότι οι συνδρομητές κινητής του Starlink αναμένεται να ξεπεράσουν το 1 δισ. παγκοσμίως έως το 2040. Οι αμφιβολίες σχετικά με την ζήτηση για υπολογιστική ισχύ Έπειτα υπάρχουν αμφιβολίες, αναφορικά με το εάν θα επιβεβαιωθούν τελικά οι προβλέψεις περί «εκρηκτικής» αύξησης στην ζήτηση για υπολογιστική ισχύ και συνδεσιμότητα την επόμενη δεκαετία. Άλλωστε, οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις, όπως εκείνες που έχει παρουσιάσει η DeepSeek, θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά τις ανάγκες σε υπολογιστική ισχύ για την εκπαίδευση και λειτουργία των μοντέλων AI. Επιπλέον, εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν προσφέρει στις επιχειρήσεις τις αναμενόμενες αποδόσεις τα επόμενα χρόνια, η χρήσης της ενδέχεται να επιβραδυνθεί. Κατά συνέπεια, δεδομένης της αλληλεξάρτησης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ των hyperscalers, των κατασκευαστών ημιαγωγών και των εταιρειών AI, μια πιθανή πτώση της ζήτησης θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλυσιδωτές απώλειες σε όλη την αγορά. Τέλος, από πλευράς άντλησης κεφαλαίων, το PitchBook προβλέπει ότι νέοι «παίκτες» της αγοράς θα βρεθούν σε μειονεκτική θέση, καθώς οι επενδυτές προτιμούν διαχειριστές κεφαλαίων με αποδεδειγμένη τεχνογνωσία και ισχυρό ιστορικό επιδόσεων. View full είδηση
-
- data center
- κεφάλαια
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Με το... δεξί φαίνεται πως έχει ξεκινήσει το 2026 για τα εξειδικευμένα funds ψηφιακών υποδομών, τα οποία σύμφωνα με το νέο report του PitchBook παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυναμική ως προς την άντληση κεφαλαίων. Οι προσδοκίες για υψηλές αποδόσεις, ιδίως στον τομέα των data centers έχουν ενισχύσει το επενδυτικό ενδιαφέρον, με το κλίμα να είναι συνολικά αισιόδοξο. Παρόλα αυτά, εκτιμάται ότι τα επόμενα χρόνια θα υπάρξει διαφοροποίηση, τόσο ως προς την άντληση κεφαλαίων, όσο και ως προς τις αποδόσεις για τους επενδυτές. Σημειώνεται ότι το PitchBook ορίζει ως εξειδικευμένα funds ψηφιακών υποδομών όσα επενδύουν αποκλειστικά σε data centers ή/και τηλεπικοινωνιακές υποδομές. Η άντληση κεφαλαίων σε αυτή την περίπτωση κινήθηκε σε επίπεδα ρεκόρ το 2025, φτάνοντας συνολικά τα 26 δισ. δολάρια, ποσό σχεδόν τετραπλάσιο σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 2021-2024. Η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στην ζήτηση για υπολογιστική ισχύ, η οποία τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από τις εξελίξεις στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης και του cloud. Το «εμπόδια» που έχει μπροστά του ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών Ωστόσο, το PitchBook προβλέπει ότι τα επόμενα χρόνια, πολλές από τις πιέσεις που ήδη επηρεάζουν τον κλάδο θα διατηρηθούν, ενώ ορισμένες ενδέχεται να ενταθούν, επηρεάζοντας το επενδυτικό τοπίο. Για παράδειγμα, ο ανταγωνισμός για κρίσιμους πόρους ενδέχεται να κλιμακωθεί, καθώς ο αριθμός και το μέγεθος των έργων ανάπτυξης συνεχίζουν να αυξάνονται. Επίσης, τα προβλήματα της πρόσβασης σε ηλεκτρική ισχύ και της διασύνδεσης θα εξακολουθήσουν να αποτελούν σημαντικό εμπόδιο. Παράλληλα, αναμένεται να υπάρξουν περισσότερες αντιδράσεις για θέματα που σχετίζονται με το περιβάλλον, το ενεργειακό κόστος και την απασχόληση. Όσον αφορά τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές, η υπάρχουσα δυσκολία μετατροπής της αυξανόμενης ζήτησης σε υψηλότερα έσοδα εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί, λόγω της αναντιστοιχίας μεταξύ της αύξησης της κίνησης δεδομένων και της τιμολόγησης, που χαρακτηρίζει τον κλάδο εδώ και χρόνια. Από την άλλη, εντεινόμενος ανταγωνισμός από εταιρείες που αξιοποιούν νεότερες τεχνολογίες -όπως το Starlink της SpaceX ενδέχεται να επηρεάσει επίσης σημαντικά τον τηλεπικοινωνιακό κλάδο. Είναι ενδεικτικό ότι οι συνδρομητές κινητής του Starlink αναμένεται να ξεπεράσουν το 1 δισ. παγκοσμίως έως το 2040. Οι αμφιβολίες σχετικά με την ζήτηση για υπολογιστική ισχύ Έπειτα υπάρχουν αμφιβολίες, αναφορικά με το εάν θα επιβεβαιωθούν τελικά οι προβλέψεις περί «εκρηκτικής» αύξησης στην ζήτηση για υπολογιστική ισχύ και συνδεσιμότητα την επόμενη δεκαετία. Άλλωστε, οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις, όπως εκείνες που έχει παρουσιάσει η DeepSeek, θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά τις ανάγκες σε υπολογιστική ισχύ για την εκπαίδευση και λειτουργία των μοντέλων AI. Επιπλέον, εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν προσφέρει στις επιχειρήσεις τις αναμενόμενες αποδόσεις τα επόμενα χρόνια, η χρήσης της ενδέχεται να επιβραδυνθεί. Κατά συνέπεια, δεδομένης της αλληλεξάρτησης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ των hyperscalers, των κατασκευαστών ημιαγωγών και των εταιρειών AI, μια πιθανή πτώση της ζήτησης θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλυσιδωτές απώλειες σε όλη την αγορά. Τέλος, από πλευράς άντλησης κεφαλαίων, το PitchBook προβλέπει ότι νέοι «παίκτες» της αγοράς θα βρεθούν σε μειονεκτική θέση, καθώς οι επενδυτές προτιμούν διαχειριστές κεφαλαίων με αποδεδειγμένη τεχνογνωσία και ισχυρό ιστορικό επιδόσεων.
-
- data center
- κεφάλαια
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Ένα ακόμη βήμα κάνει η ΔΕΗ για την υλοποίηση του επενδυτικού της σχεδίου που αφορά στην ανάπτυξη του mega data center ισχύος 300 MW στη Δυτική Μακεδονία. Με τη δύναμη πυρός 4,5 δισ. ευρώ που απέκτησε από την ΑΜΚ και το placement μέσω της διάθεσης ιδίων μετοχών η ΔΕΗ προχωρά με μεγαλύτερη ορμή στην εκτέλεση του επενδυτικού της σχεδίου ύψους 2,3 δισ. ευρώ για την κατασκευή της πρώτης φάσης του mega data center στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου στην Κοζάνη. Σύμφωνα με πληροφορίες του ΟΤ η ΔΕΗ ολοκληρώνει τον Ιούνιο τους διαγωνισμούς που είχε κάνει για την υποβολή προσφορών (RFPs) που αφορούν στην μεγάλη προμήθεια ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού και μακράς χρονικής παράδοσης. Ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός 100 εκατ. ευρώ από τη ΔΕΗ Οι ίδιες πηγές αναφέρουν στον ΟΤ ότι ο εξοπλισμός αυτός ύψους 100 εκατ. ευρώ μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο για το mega data center όσο και για άλλα projects που τρέχει η ΔΕΗ σε ΑΠΕ, δίκτυα κλπ. Συνεπώς ακόμη και να μην προχωρήσει το data center – ακραίο σενάριο – η εταιρεία έχει εξασφαλίσει εξοπλισμό για άλλα επενδυτικά σχέδια στην ηλεκτροπαραγωγή και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για 400 kV interconnection gates ( πύλες διασύνδεσης), υποσταθμοί GIS, μετασχηματιστές TR 2×340/33/33 kV, MV Boards (πίνακες μέσης τάσης), Gensets (ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη) ισχύος 3 MVA για τροφοδοσία DCC, RMUs 33 kV / 630 A, μετασχηματιστές 33/0,4 kV και LV Boards (πίνακες χαμηλής τάσης). Οι διαπραγματεύσεις ΔΕΗ με hyperscalers Σύμφωνα με πληροφορίες του ΟΤ, η εξασφάλιση του συγκεκριμένου ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού δίνει μεγαλύτερη άνεση στη ΔΕΗ για τις διαπραγματεύσεις με τους hyperscalers. Τέσσερις είναι αυτοί με τους οποίους, όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, η διοίκηση της εταιρείας κάνει τις συζητήσεις: Google, Meta, aws (Amazon) και Microsoft. Ένας εξ αυτών ή και περισσότεροι θα έρθουν στη συμφωνία με τη ΔΕΗ για τη σύσταση κοινοπραξίας που θα αναπτύξει και θα διαχειρίζεται το Mega Data Center ισχύος 300 MW στην Κοζάνη. Πηγές του ΟΤ, αναφέρουν ότι το σχήμα με την επιλογή του/ων hyperscaler/s θα έχει ολοκληρωθεί σε διάστημα από τρεις έως έξι μήνες. Και ο στόχος που έχει τεθεί είναι στο τέλος του χρόνου να ξεκινήσει η κατασκευή του και να έχει ολοκληρωθεί και λειτουργήσει το 2028. Συγκλίνουσες πληροφορίες δείχνουν το αργότερο στο τέλος του καλοκαιριού να έχει αναδειχθεί ο εταίρος της ΔΕΗ. Η ελληνική εταιρεία από τη μεριά της έχει εξασφαλίσει και το μερίδιο του CAPEX που της αναλογεί 1,2 δισ. ευρώ. Με συνολική έκταση 50.000 τ.μ., το Mega Data Center θα καλύπτει ανάγκες τεχνολογικών ομίλων για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και υπηρεσίες cloud. Η παροχή της ενέργειας στο Mega Data Center θα γίνεται απευθείας από τις μονάδες παραγωγής (behind-the-meter). Με αυτό τον τρόπο οι ανάγκες του δε θα επιβαρύνουν το εθνικό σύστημα ενέργειας. Το Giga Data Center της ΔΕΗ ισχύος 1 GW Τα επόμενα βήματα για το σχέδιο με τα data centers Η ΔΕΗ όπως προκύπτει και από την παρουσίαση του στρατηγικού σχεδίου που έκανε σε επενδυτές, οίκους και αναλυτές πριν την ΑΜΚ έχει το βλέμμα της και στην ανάπτυξη data centers κι εκτός συνόρων. Hubs για AI προβλέπονται σε Βουκουρέστι, Βαρσοβία και Μιλάνο. Τις ενεργειακές αγορές της Ρουμανίας, της Πολωνίας και της Ιταλίας η ΔΕΗ ούτως ή άλλως τις έχει στο στόχαστρο προς επέκταση με την ανάπτυξη ΑΠΕ, συστημάτων αποθήκευσης και ευέλικτων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής (μονάδες φυσικού αερίου). Ωστόσο, για τη ΔΕΗ, λένε πηγές στον ΟΤ, το μεγάλο στοίχημα ώστε να διευρύνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα στα data centers είναι το κλείσιμο της συμφωνίας και η κατασκευής της πρώτης φάσης των data centers στη Δυτική Μακεδονία. Η πρώτη φάση είναι τα 300 MW και σταδιακά αν κι εφόσον υπάρχει ενδιαφέρον και από άλλους hyperscalers να φτάσει η χωρητικότητα στο 1 GW. Ουσιαστικά το delivery του mega data center των 300 MW θα ξεκλειδώσει, πιθανόν και νέα τέτοια έργα κι εκτός συνόρων. Σχέδια τα οποία εκτείνονται σε βάθος δεκαετίας και δωδεκαετίας. Ένα από τα μυστικά του στρατηγικού σχεδίου της ΔΕΗ 2026 – 2030 είναι πώς υπάρχει ευελιξία στην αξιοποίηση των πόρων που άντλησε από την ΑΜΚ. Σε περίπτωση που δεν προχωρήσει κανένα από τα σχέδια για data centers στη Δυτική Μακεδονία, η εταιρεία μπορεί να διαθέσει τα προϋπολογιζόμενα κεφάλαια για μεγαλύτερη επέκταση στην ηλεκτροπαραγωγή και στα δίκτυα.
- 1 comment
-
- δεη
- δυτική μακεδονία
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Ένα ακόμη βήμα κάνει η ΔΕΗ για την υλοποίηση του επενδυτικού της σχεδίου που αφορά στην ανάπτυξη του mega data center ισχύος 300 MW στη Δυτική Μακεδονία. Με τη δύναμη πυρός 4,5 δισ. ευρώ που απέκτησε από την ΑΜΚ και το placement μέσω της διάθεσης ιδίων μετοχών η ΔΕΗ προχωρά με μεγαλύτερη ορμή στην εκτέλεση του επενδυτικού της σχεδίου ύψους 2,3 δισ. ευρώ για την κατασκευή της πρώτης φάσης του mega data center στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου στην Κοζάνη. Σύμφωνα με πληροφορίες του ΟΤ η ΔΕΗ ολοκληρώνει τον Ιούνιο τους διαγωνισμούς που είχε κάνει για την υποβολή προσφορών (RFPs) που αφορούν στην μεγάλη προμήθεια ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού και μακράς χρονικής παράδοσης. Ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός 100 εκατ. ευρώ από τη ΔΕΗ Οι ίδιες πηγές αναφέρουν στον ΟΤ ότι ο εξοπλισμός αυτός ύψους 100 εκατ. ευρώ μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο για το mega data center όσο και για άλλα projects που τρέχει η ΔΕΗ σε ΑΠΕ, δίκτυα κλπ. Συνεπώς ακόμη και να μην προχωρήσει το data center – ακραίο σενάριο – η εταιρεία έχει εξασφαλίσει εξοπλισμό για άλλα επενδυτικά σχέδια στην ηλεκτροπαραγωγή και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για 400 kV interconnection gates ( πύλες διασύνδεσης), υποσταθμοί GIS, μετασχηματιστές TR 2×340/33/33 kV, MV Boards (πίνακες μέσης τάσης), Gensets (ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη) ισχύος 3 MVA για τροφοδοσία DCC, RMUs 33 kV / 630 A, μετασχηματιστές 33/0,4 kV και LV Boards (πίνακες χαμηλής τάσης). Οι διαπραγματεύσεις ΔΕΗ με hyperscalers Σύμφωνα με πληροφορίες του ΟΤ, η εξασφάλιση του συγκεκριμένου ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού δίνει μεγαλύτερη άνεση στη ΔΕΗ για τις διαπραγματεύσεις με τους hyperscalers. Τέσσερις είναι αυτοί με τους οποίους, όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, η διοίκηση της εταιρείας κάνει τις συζητήσεις: Google, Meta, aws (Amazon) και Microsoft. Ένας εξ αυτών ή και περισσότεροι θα έρθουν στη συμφωνία με τη ΔΕΗ για τη σύσταση κοινοπραξίας που θα αναπτύξει και θα διαχειρίζεται το Mega Data Center ισχύος 300 MW στην Κοζάνη. Πηγές του ΟΤ, αναφέρουν ότι το σχήμα με την επιλογή του/ων hyperscaler/s θα έχει ολοκληρωθεί σε διάστημα από τρεις έως έξι μήνες. Και ο στόχος που έχει τεθεί είναι στο τέλος του χρόνου να ξεκινήσει η κατασκευή του και να έχει ολοκληρωθεί και λειτουργήσει το 2028. Συγκλίνουσες πληροφορίες δείχνουν το αργότερο στο τέλος του καλοκαιριού να έχει αναδειχθεί ο εταίρος της ΔΕΗ. Η ελληνική εταιρεία από τη μεριά της έχει εξασφαλίσει και το μερίδιο του CAPEX που της αναλογεί 1,2 δισ. ευρώ. Με συνολική έκταση 50.000 τ.μ., το Mega Data Center θα καλύπτει ανάγκες τεχνολογικών ομίλων για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και υπηρεσίες cloud. Η παροχή της ενέργειας στο Mega Data Center θα γίνεται απευθείας από τις μονάδες παραγωγής (behind-the-meter). Με αυτό τον τρόπο οι ανάγκες του δε θα επιβαρύνουν το εθνικό σύστημα ενέργειας. Το Giga Data Center της ΔΕΗ ισχύος 1 GW Τα επόμενα βήματα για το σχέδιο με τα data centers Η ΔΕΗ όπως προκύπτει και από την παρουσίαση του στρατηγικού σχεδίου που έκανε σε επενδυτές, οίκους και αναλυτές πριν την ΑΜΚ έχει το βλέμμα της και στην ανάπτυξη data centers κι εκτός συνόρων. Hubs για AI προβλέπονται σε Βουκουρέστι, Βαρσοβία και Μιλάνο. Τις ενεργειακές αγορές της Ρουμανίας, της Πολωνίας και της Ιταλίας η ΔΕΗ ούτως ή άλλως τις έχει στο στόχαστρο προς επέκταση με την ανάπτυξη ΑΠΕ, συστημάτων αποθήκευσης και ευέλικτων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής (μονάδες φυσικού αερίου). Ωστόσο, για τη ΔΕΗ, λένε πηγές στον ΟΤ, το μεγάλο στοίχημα ώστε να διευρύνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα στα data centers είναι το κλείσιμο της συμφωνίας και η κατασκευής της πρώτης φάσης των data centers στη Δυτική Μακεδονία. Η πρώτη φάση είναι τα 300 MW και σταδιακά αν κι εφόσον υπάρχει ενδιαφέρον και από άλλους hyperscalers να φτάσει η χωρητικότητα στο 1 GW. Ουσιαστικά το delivery του mega data center των 300 MW θα ξεκλειδώσει, πιθανόν και νέα τέτοια έργα κι εκτός συνόρων. Σχέδια τα οποία εκτείνονται σε βάθος δεκαετίας και δωδεκαετίας. Ένα από τα μυστικά του στρατηγικού σχεδίου της ΔΕΗ 2026 – 2030 είναι πώς υπάρχει ευελιξία στην αξιοποίηση των πόρων που άντλησε από την ΑΜΚ. Σε περίπτωση που δεν προχωρήσει κανένα από τα σχέδια για data centers στη Δυτική Μακεδονία, η εταιρεία μπορεί να διαθέσει τα προϋπολογιζόμενα κεφάλαια για μεγαλύτερη επέκταση στην ηλεκτροπαραγωγή και στα δίκτυα. View full είδηση
- 1 reply
-
- δεη
- δυτική μακεδονία
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Η εκρηκτική άνοδος της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης και η ανάγκη για συνεχή εκπαίδευση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων έχουν φέρει την παγκόσμια τεχνολογική βιομηχανία αντιμέτωπη με έναν μεγάλο περιορισμό: την τεράστια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικών πόρων. Τα παραδοσιακά επίγεια κέντρα δεδομένων απαιτούν τεράστιες εκτάσεις γης, εκατομμύρια λίτρα γλυκού νερού για τα συστήματα ψύξης τους και σταθερή τροφοδοσία από το ηλεκτρικό δίκτυο, το οποίο συχνά βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα. Η απάντηση σε αυτό το αδιέξοδο έρχεται από τον βυθό της θάλασσας. Στην ειδική οικονομική ζώνη Lingang της Σαγκάης, η Κίνα έθεσε σε πλήρη εμπορική λειτουργία το πρώτο στον κόσμο υποβρύχιο data center που τροφοδοτείται από υπεράκτια αιολική ενέργεια και ψύχεται παθητικά από τον ωκεανό. Το έργο, συνολικού κόστους περίπου 200 εκατομμυρίων ευρώ (1,6 δισεκατομμύρια γιουάν), αποτελεί μια σύμπραξη της εξειδικευμένης εταιρείας HiCloud Technology με κρατικούς κολοσσούς όπως η China Telecom και η ενεργειακή Shenergy. Η Κίνα ενεργοποίησε στη Σαγκάη το πρώτο εμπορικό, υποβρύχιο AI data center ισχύος 24 MW, το οποίο στεγάζει σχεδόν 2.000 servers. Επιτυγχάνει εντυπωσιακό δείκτη PUE 1,15, μειώνοντας την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος κατά 22,8% σε σύγκριση με τις επίγειες εγκαταστάσεις. Το σύστημα τροφοδοτείται απευθείας από υπεράκτιο αιολικό πάρκο, καταλαμβάνει 90% λιγότερη γη και δεν καταναλώνει καθόλου γλυκό νερό για την ψύξη του. Ενώ η Microsoft εγκατέλειψε το Project Natick, η Κίνα μετατρέπει την υποβρύχια πληροφορική σε εμπορικό πρότυπο για την εκπαίδευση εγχώριων AI μοντέλων. Η ανατομία της υποβρύχιας υποδομής 24 MW Η εγκατάσταση στη Σαγκάη δεν αποτελεί ένα απλό πείραμα, αλλά μια πλήρως εμπορική υποδομή παραγωγικής ισχύος 24 MW. Στο παρελθόν, η Microsoft είχε εξερευνήσει τη συγκεκριμένη τεχνολογία μέσω του Project Natick, το οποίο ξεκίνησε το 2013 και ολοκληρώθηκε το 2024, αποδεικνύοντας ότι οι servers σε κλειστό, υποβρύχιο περιβάλλον παρουσιάζουν σαφώς μικρότερο ποσοστό αστοχίας υλικού λόγω της απουσίας οξυγόνου και υγρασίας. Ωστόσο, η Microsoft δεν προχώρησε σε εμπορική κλίμακα. Η Κίνα πήρε τη σκυτάλη, αναπτύσσοντας αρχικά μια πιλοτική μονάδα 2,3 MW στην επαρχία Χαϊνάν και πλέον περνώντας στην πλήρη βιομηχανοποίηση του concept στη Σαγκάη. Οι σχεδόν 2.000 servers της νέας εγκατάστασης βρίσκονται σφραγισμένοι μέσα σε βαριές, κυλινδρικές κάψουλες ανθεκτικές στις υψηλές πιέσεις, οι οποίες έχουν ποντιστεί σε βάθος έως και 35 μέτρων κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Οι κάψουλες αυτές είναι τοποθετημένες ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη φάση ενός τεράστιου υπεράκτιου αιολικού πάρκου που διαθέτει περισσότερες από 200 ανεμογεννήτριες. Αυτή η γεωγραφική εγγύτητα επιτρέπει τη direct σύνδεση της πληροφοριακής υποδομής με την πηγή παραγωγής καθαρής ενέργειας. Πώς λειτουργεί η παθητική ψύξη από το θαλασσινό νερό Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της τοποθέτησης hardware στο βυθό είναι η θερμοδυναμική συμπεριφορά του νερού. Στα επίγεια data centers, η ψύξη των πανίσχυρων επεξεργαστών και των GPU clusters απαιτεί βιομηχανικά συστήματα κλιματισμού και πύργους ψύξης, οι οποίοι καταναλώνουν περίπου το 30% με 40% της συνολικής ενέργειας του κτιρίου. Στην υποβρύχια εγκατάσταση της HiCloud, η ψύξη γίνεται με εντελώς παθητικό τρόπο μέσω ενός κλειστού κυκλώματος ψυκτικού υγρού. Η θερμότητα που παράγουν οι servers μετατρέπει το ψυκτικό υγρό μέσα σε χάλκινους σωλήνες από υγρό σε αέριο. Το αέριο αυτό ανεβαίνει φυσικά στο επάνω μέρος της κάψουλας, όπου έρχεται σε επαφή με έναν εναλλάκτη θερμότητας που περιβάλλεται συνεχώς από το παγωμένο θαλασσινό νερό. Το νερό απορροφά τη θερμότητα, το ψυκτικό υγρό υγροποιείται ξανά λόγω της χαμηλής θερμοκρασίας και επιστρέφει μέσω της βαρύτητας στους servers. Αυτός ο αέναος κύκλος μεταφοράς θερμότητας επιτρέπει στο data center να πετύχει δείκτη Ενεργειακής Αποδοτικότητας (Power Usage Effectiveness - PUE) της τάξης του 1,15. Για σύγκριση, τα κορυφαία επίγεια data centers λειτουργούν με PUE κοντά στο 1,5, ενώ τα παλαιότερα αγγίζουν το 2,0 (όπου PUE = 1,0 σημαίνει ότι το 100% της ενέργειας πηγαίνει αποκλειστικά στον υπολογισμό και 0% στις υποστηρικτικές υποδομές). Μηδενικό γλυκό νερό και εξοικονόμηση γης Πέρα από την καθαρή εξοικονόμηση ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία αγγίζει το 22,8%, η υποβρύχια λύση απαντά σε δύο ακόμη κρίσιμα περιβαλλοντικά προβλήματα: Κατανάλωση Νερού: Οι επίγειες εγκαταστάσεις εξατμίζουν εκατομμύρια τόνους καθαρού, γλυκού νερού για να κρατήσουν τις θερμοκρασίες σε ασφαλή επίπεδα. Το υποβρύχιο σύστημα της Σαγκάης έχει μηδενική (0%) κατανάλωση γλυκού νερού, προστατεύοντας τους τοπικούς υδροφόρους ορίζοντες. Δέσμευση Γης: Η κατασκευή τεράστιων βιομηχανικών κτιρίων κοντά σε αστικά κέντρα αυξάνει το κόστος αγοράς γης και περιορίζει τις εκτάσεις για οικιστική ή αγροτική χρήση. Η τοποθέτηση των servers στον βυθό μειώνει τις απαιτήσεις επίγειας γης κατά περισσότερο από 90%, καθώς απαιτούνται μόνο μικροί σταθμοί ξηράς για τη διασύνδεση των οπτικών ινών με το κεντρικό δίκτυο. Οι τεχνικές προκλήσεις και το μέλλον Φυσικά, η μεταφορά των data centers στον βυθό συνοδεύεται από σοβαρές προκλήσεις. Το θαλασσινό νερό είναι εξαιρετικά διαβρωτικό, η πίεση σε μεγάλα βάθη είναι σταθερή και η συντήρηση του hardware αποτελεί μια περίπλοκη διαδικασία. Ένας τεχνικός δεν μπορεί απλώς να μπει σε ένα διάδρομο και να αλλάξει μια ελαττωματική μνήμη RAM ή έναν σκληρό δίσκο. Για τον λόγο αυτό, οι κάψουλες έχουν σχεδιαστεί με υψηλά επίπεδα εφεδρείας και είναι κατασκευασμένες για να λειτουργούν αυτόνομα για χρόνια χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση, χρησιμοποιώντας προηγμένα συστήματα απομακρυσμένης διαχείρισης και αυτοματοποιημένης απομόνωσης των προβληματικών units. Αν μια μονάδα υποστεί καθολική βλάβη, ολόκληρη η κάψουλα πρέπει να ανασυρθεί στην επιφάνεια με ειδικά γερανοφόρα πλοία. Παρά τις δυσκολίες, η κοινοπραξία της HiCloud και της China Telecom έχει ήδη εγκαταστήσει GPU clusters για την επεξεργασία AI workloads, την υποστήριξη δικτύων 5G και την εκπαίδευση εγχώριων μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Ο μακροπρόθεσμος στόχος της Κίνας είναι η κλιμάκωση της υποβρύχιας ισχύος στα 500 MW, δημιουργώντας ένα εκτεταμένο δίκτυο "πράσινων" υπολογιστικών κόμβων κατά μήκος των ακτών της. View full είδηση
-
- κίνα
- data center
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Η εκρηκτική άνοδος της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης και η ανάγκη για συνεχή εκπαίδευση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων έχουν φέρει την παγκόσμια τεχνολογική βιομηχανία αντιμέτωπη με έναν μεγάλο περιορισμό: την τεράστια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικών πόρων. Τα παραδοσιακά επίγεια κέντρα δεδομένων απαιτούν τεράστιες εκτάσεις γης, εκατομμύρια λίτρα γλυκού νερού για τα συστήματα ψύξης τους και σταθερή τροφοδοσία από το ηλεκτρικό δίκτυο, το οποίο συχνά βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα. Η απάντηση σε αυτό το αδιέξοδο έρχεται από τον βυθό της θάλασσας. Στην ειδική οικονομική ζώνη Lingang της Σαγκάης, η Κίνα έθεσε σε πλήρη εμπορική λειτουργία το πρώτο στον κόσμο υποβρύχιο data center που τροφοδοτείται από υπεράκτια αιολική ενέργεια και ψύχεται παθητικά από τον ωκεανό. Το έργο, συνολικού κόστους περίπου 200 εκατομμυρίων ευρώ (1,6 δισεκατομμύρια γιουάν), αποτελεί μια σύμπραξη της εξειδικευμένης εταιρείας HiCloud Technology με κρατικούς κολοσσούς όπως η China Telecom και η ενεργειακή Shenergy. Η Κίνα ενεργοποίησε στη Σαγκάη το πρώτο εμπορικό, υποβρύχιο AI data center ισχύος 24 MW, το οποίο στεγάζει σχεδόν 2.000 servers. Επιτυγχάνει εντυπωσιακό δείκτη PUE 1,15, μειώνοντας την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος κατά 22,8% σε σύγκριση με τις επίγειες εγκαταστάσεις. Το σύστημα τροφοδοτείται απευθείας από υπεράκτιο αιολικό πάρκο, καταλαμβάνει 90% λιγότερη γη και δεν καταναλώνει καθόλου γλυκό νερό για την ψύξη του. Ενώ η Microsoft εγκατέλειψε το Project Natick, η Κίνα μετατρέπει την υποβρύχια πληροφορική σε εμπορικό πρότυπο για την εκπαίδευση εγχώριων AI μοντέλων. Η ανατομία της υποβρύχιας υποδομής 24 MW Η εγκατάσταση στη Σαγκάη δεν αποτελεί ένα απλό πείραμα, αλλά μια πλήρως εμπορική υποδομή παραγωγικής ισχύος 24 MW. Στο παρελθόν, η Microsoft είχε εξερευνήσει τη συγκεκριμένη τεχνολογία μέσω του Project Natick, το οποίο ξεκίνησε το 2013 και ολοκληρώθηκε το 2024, αποδεικνύοντας ότι οι servers σε κλειστό, υποβρύχιο περιβάλλον παρουσιάζουν σαφώς μικρότερο ποσοστό αστοχίας υλικού λόγω της απουσίας οξυγόνου και υγρασίας. Ωστόσο, η Microsoft δεν προχώρησε σε εμπορική κλίμακα. Η Κίνα πήρε τη σκυτάλη, αναπτύσσοντας αρχικά μια πιλοτική μονάδα 2,3 MW στην επαρχία Χαϊνάν και πλέον περνώντας στην πλήρη βιομηχανοποίηση του concept στη Σαγκάη. Οι σχεδόν 2.000 servers της νέας εγκατάστασης βρίσκονται σφραγισμένοι μέσα σε βαριές, κυλινδρικές κάψουλες ανθεκτικές στις υψηλές πιέσεις, οι οποίες έχουν ποντιστεί σε βάθος έως και 35 μέτρων κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Οι κάψουλες αυτές είναι τοποθετημένες ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη φάση ενός τεράστιου υπεράκτιου αιολικού πάρκου που διαθέτει περισσότερες από 200 ανεμογεννήτριες. Αυτή η γεωγραφική εγγύτητα επιτρέπει τη direct σύνδεση της πληροφοριακής υποδομής με την πηγή παραγωγής καθαρής ενέργειας. Πώς λειτουργεί η παθητική ψύξη από το θαλασσινό νερό Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της τοποθέτησης hardware στο βυθό είναι η θερμοδυναμική συμπεριφορά του νερού. Στα επίγεια data centers, η ψύξη των πανίσχυρων επεξεργαστών και των GPU clusters απαιτεί βιομηχανικά συστήματα κλιματισμού και πύργους ψύξης, οι οποίοι καταναλώνουν περίπου το 30% με 40% της συνολικής ενέργειας του κτιρίου. Στην υποβρύχια εγκατάσταση της HiCloud, η ψύξη γίνεται με εντελώς παθητικό τρόπο μέσω ενός κλειστού κυκλώματος ψυκτικού υγρού. Η θερμότητα που παράγουν οι servers μετατρέπει το ψυκτικό υγρό μέσα σε χάλκινους σωλήνες από υγρό σε αέριο. Το αέριο αυτό ανεβαίνει φυσικά στο επάνω μέρος της κάψουλας, όπου έρχεται σε επαφή με έναν εναλλάκτη θερμότητας που περιβάλλεται συνεχώς από το παγωμένο θαλασσινό νερό. Το νερό απορροφά τη θερμότητα, το ψυκτικό υγρό υγροποιείται ξανά λόγω της χαμηλής θερμοκρασίας και επιστρέφει μέσω της βαρύτητας στους servers. Αυτός ο αέναος κύκλος μεταφοράς θερμότητας επιτρέπει στο data center να πετύχει δείκτη Ενεργειακής Αποδοτικότητας (Power Usage Effectiveness - PUE) της τάξης του 1,15. Για σύγκριση, τα κορυφαία επίγεια data centers λειτουργούν με PUE κοντά στο 1,5, ενώ τα παλαιότερα αγγίζουν το 2,0 (όπου PUE = 1,0 σημαίνει ότι το 100% της ενέργειας πηγαίνει αποκλειστικά στον υπολογισμό και 0% στις υποστηρικτικές υποδομές). Μηδενικό γλυκό νερό και εξοικονόμηση γης Πέρα από την καθαρή εξοικονόμηση ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία αγγίζει το 22,8%, η υποβρύχια λύση απαντά σε δύο ακόμη κρίσιμα περιβαλλοντικά προβλήματα: Κατανάλωση Νερού: Οι επίγειες εγκαταστάσεις εξατμίζουν εκατομμύρια τόνους καθαρού, γλυκού νερού για να κρατήσουν τις θερμοκρασίες σε ασφαλή επίπεδα. Το υποβρύχιο σύστημα της Σαγκάης έχει μηδενική (0%) κατανάλωση γλυκού νερού, προστατεύοντας τους τοπικούς υδροφόρους ορίζοντες. Δέσμευση Γης: Η κατασκευή τεράστιων βιομηχανικών κτιρίων κοντά σε αστικά κέντρα αυξάνει το κόστος αγοράς γης και περιορίζει τις εκτάσεις για οικιστική ή αγροτική χρήση. Η τοποθέτηση των servers στον βυθό μειώνει τις απαιτήσεις επίγειας γης κατά περισσότερο από 90%, καθώς απαιτούνται μόνο μικροί σταθμοί ξηράς για τη διασύνδεση των οπτικών ινών με το κεντρικό δίκτυο. Οι τεχνικές προκλήσεις και το μέλλον Φυσικά, η μεταφορά των data centers στον βυθό συνοδεύεται από σοβαρές προκλήσεις. Το θαλασσινό νερό είναι εξαιρετικά διαβρωτικό, η πίεση σε μεγάλα βάθη είναι σταθερή και η συντήρηση του hardware αποτελεί μια περίπλοκη διαδικασία. Ένας τεχνικός δεν μπορεί απλώς να μπει σε ένα διάδρομο και να αλλάξει μια ελαττωματική μνήμη RAM ή έναν σκληρό δίσκο. Για τον λόγο αυτό, οι κάψουλες έχουν σχεδιαστεί με υψηλά επίπεδα εφεδρείας και είναι κατασκευασμένες για να λειτουργούν αυτόνομα για χρόνια χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση, χρησιμοποιώντας προηγμένα συστήματα απομακρυσμένης διαχείρισης και αυτοματοποιημένης απομόνωσης των προβληματικών units. Αν μια μονάδα υποστεί καθολική βλάβη, ολόκληρη η κάψουλα πρέπει να ανασυρθεί στην επιφάνεια με ειδικά γερανοφόρα πλοία. Παρά τις δυσκολίες, η κοινοπραξία της HiCloud και της China Telecom έχει ήδη εγκαταστήσει GPU clusters για την επεξεργασία AI workloads, την υποστήριξη δικτύων 5G και την εκπαίδευση εγχώριων μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Ο μακροπρόθεσμος στόχος της Κίνας είναι η κλιμάκωση της υποβρύχιας ισχύος στα 500 MW, δημιουργώντας ένα εκτεταμένο δίκτυο "πράσινων" υπολογιστικών κόμβων κατά μήκος των ακτών της.
-
- κίνα
- data center
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Με γρήγορους ρυθμούς εξελίσσεται το επενδυτικό ενδιαφέρον για data centers στη χώρα μας, καθώς μόνο στον ΑΔΜΗΕ έχουν υποβληθεί αιτήματα ισχύος περίπου 2,5 GW. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη δυναμική που αναπτύσσεται γύρω από τις ψηφιακές υποδομές, σε μια περίοδο όπου η ζήτηση για αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων αυξάνεται διαρκώς σε παγκόσμιο επίπεδο. Μάλιστα, το ενδιαφέρον για την κατασκευή έργων επεκτείνεται πλέον και πέραν της Αττικής και, πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν περιοχές –από τη Βοιωτία μέχρι την Κόρινθο– όπου καταγράφονται σχετικά αιτήματα. Επομένως, παρατηρείται μια ευρύτερη γεωγραφική διασπορά, καθώς το ζητούμενο, όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, είναι να καλυφθούν οι ανάγκες των χρηστών με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο. Όπως έχει αναφέρει το Energygame, η Αττική αποτελεί την περιφέρεια με τον μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων, γεγονός που αναδεικνύει τόσο τη στρατηγική της σημασία όσο και τα όρια του υφιστάμενου ενεργειακού σχεδιασμού. Η συγκέντρωση αυτή συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη υποδομών, τη συνδεσιμότητα και την εγγύτητα σε μεγάλα αστικά κέντρα και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Ωστόσο, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, το ενεργειακό «ισοζύγιο» στην περιοχή δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο του ενδιαφέροντος, γεγονός που δημιουργεί την ανάγκη για αναζήτηση εναλλακτικών τοποθεσιών αλλά και για ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών. Το στοίχημα να προχωρήσουν τα έργα Από εκεί και πέρα, το βασικό ζητούμενο είναι να μη δημιουργηθούν συνθήκες υπερπροσφοράς αιτημάτων που δεσμεύουν δίκτυο χωρίς να υλοποιούνται στην πράξη. Με άλλα λόγια, να μη παραμείνουν «βαλτωμένα» έργα, όπως ακριβώς έχει συμβεί με εκατοντάδες έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τα οποία εξασφάλισαν όρους σύνδεσης αλλά δεν προχώρησαν σε υλοποίηση. Το ζήτημα αυτό βρίσκεται, σύμφωνα με πληροφορίες, στο επίκεντρο του Υπουργείου Ενέργειας, καθώς επηρεάζει άμεσα την αποδοτική αξιοποίηση του διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου. Όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς στο Energygame, πολλά από τα αιτήματα δεν συνοδεύονται από ώριμα επενδυτικά σχέδια. Τονίζουν πως η ύπαρξη ενός μηχανισμού προτεραιότητας για ώριμα έργα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φίλτρο, επιτρέποντας την ταχύτερη προώθηση επενδύσεων που έχουν πραγματικές πιθανότητες υλοποίησης. Με αυτόν τον τρόπο, θα αποφεύγεται η δέσμευση πόρων από σχέδια που παραμένουν σε θεωρητικό επίπεδο. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ένα business case για να προχωρήσει απαιτεί περισσότερα από την εξασφαλισμένη χρηματοδότηση – η οποία, όπως σημειώνουν, είναι σχετικά εύκολο να βρεθεί στο παρόν επενδυτικό περιβάλλον. Καθοριστικός παράγοντας είναι η εξασφάλιση της απαιτούμενης ενέργειας, κάτι που αποδεικνύεται πιο σύνθετο ζήτημα, ενώ ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί η εξασφάλιση πελατών. «Δεν είναι όπως τα έργα ΑΠΕ, όπου αν έπαιρναν όρους σύνδεσης ήταν ουσιαστικά εξασφαλισμένα, καθώς κάποια στιγμή θα έμπαιναν στο δίκτυο. Στην περίπτωση των data centers υπάρχουν και άλλα δεδομένα», αναφέρουν χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας τη διαφορετική φύση αυτών των επενδύσεων. Επιπλέον, τονίζουν ότι η Ελλάδα θα πρέπει να ενισχύσει τη θέση της ως ελκυστικός προορισμός για τέτοιου είδους επενδύσεις. Παρότι η εγχώρια αγορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, διαθέτει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως κόμβος για την εξυπηρέτηση αναγκών και άλλων χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Σε αυτό το πλαίσιο, παράγοντες όπως η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και η εγγύτητα σε αστικά κέντρα αποκτούν καθοριστική σημασία. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με έρευνα της PwC, η Αττική, η Κρήτη και η Πελοπόννησος εμφανίζουν την υψηλότερη επενδυτική ελκυστικότητα, αν και διαθέτουν συγκριτικά χαμηλότερο ηλεκτρικό χώρο. Η πιθανή ανακατεύθυνση της ζήτησης προς άλλες περιοχές ενδέχεται να εξαρτηθεί όχι μόνο από την ενεργειακή επάρκεια, αλλά και από ένα σύνολο πρόσθετων κριτηρίων που σχετίζονται με τη λειτουργικότητα και την αποδοτικότητα των επενδύσεων. Ενδεικτικά, data centers ισχύος 1 GW θα μπορούσαν να «ξεκλειδώσουν» επενδύσεις ύψους 10 δισ. ευρώ, δημιουργώντας περίπου 1.000 μόνιμες θέσεις εργασίας κατά τη λειτουργία τους, συμβάλλοντας παράλληλα στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας. Ποιες επενδύσεις ολοκληρώνονται από Digital Realty, ΔΕΗ, Microsoft Την ίδια ώρα, σε τροχιά υλοποίησης μπαίνουν μια σειρά από έργα, επιβεβαιώνοντας ότι μέρος του επενδυτικού ενδιαφέροντος περνά ήδη στη φάση της πράξης. Το Athens 4 της Digital Realty αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το επόμενο διάστημα. Στο ενεργητικό της περιλαμβάνεται επίσης το HER1 στο Ηράκλειο, ενώ στην Αττική διαθέτει ήδη τα Athens 1, Athens 2 και Athens 3, διαμορφώνοντας ένα εκτεταμένο δίκτυο υποδομών, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες σχεδιάζει και το επόμενο. Παράλληλα, η Microsoft έχει ανακοινώσει ότι θα δημιουργήσει τρία data centers στην Ελλάδα, με το πρώτο, δυναμικότητας 19,2 MW, να βρίσκεται ήδη υπό κατασκευή. Επίσης, η ΔΕΗ έχει ανακοινώσει την είσοδό της στην αγορά των data centers, σηματοδοτώντας τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων της. Η πρώτη μεγάλη κίνηση αφορά την ανάπτυξη υποδομής ισχύος 300 MW στην Κοζάνη, μια περιοχή που αναζητά νέο αναπτυξιακό προσανατολισμό μετά τη σταδιακή απολιγνιτοποίηση. Σύμφωνα με όσα δήλωσε πρόσφατα ο πρόεδρος και CEO του Ομίλου, Γιώργος Στάσσης, απομένουν λίγοι μήνες μέχρι την οριστικοποίηση της συμφωνίας με hyperscalers, εξέλιξη που θα σηματοδοτήσει και τη λήψη της τελικής επενδυτικής απόφασης. View full είδηση
-
Data centers: Στα 2,5 GW τα αιτήματα για έργα μόνο στον ΑΔΜΗΕ
Adavis posted a είδηση in Έργα-Υποδομές
Με γρήγορους ρυθμούς εξελίσσεται το επενδυτικό ενδιαφέρον για data centers στη χώρα μας, καθώς μόνο στον ΑΔΜΗΕ έχουν υποβληθεί αιτήματα ισχύος περίπου 2,5 GW. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη δυναμική που αναπτύσσεται γύρω από τις ψηφιακές υποδομές, σε μια περίοδο όπου η ζήτηση για αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων αυξάνεται διαρκώς σε παγκόσμιο επίπεδο. Μάλιστα, το ενδιαφέρον για την κατασκευή έργων επεκτείνεται πλέον και πέραν της Αττικής και, πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν περιοχές –από τη Βοιωτία μέχρι την Κόρινθο– όπου καταγράφονται σχετικά αιτήματα. Επομένως, παρατηρείται μια ευρύτερη γεωγραφική διασπορά, καθώς το ζητούμενο, όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, είναι να καλυφθούν οι ανάγκες των χρηστών με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο. Όπως έχει αναφέρει το Energygame, η Αττική αποτελεί την περιφέρεια με τον μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων, γεγονός που αναδεικνύει τόσο τη στρατηγική της σημασία όσο και τα όρια του υφιστάμενου ενεργειακού σχεδιασμού. Η συγκέντρωση αυτή συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη υποδομών, τη συνδεσιμότητα και την εγγύτητα σε μεγάλα αστικά κέντρα και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Ωστόσο, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, το ενεργειακό «ισοζύγιο» στην περιοχή δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο του ενδιαφέροντος, γεγονός που δημιουργεί την ανάγκη για αναζήτηση εναλλακτικών τοποθεσιών αλλά και για ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών. Το στοίχημα να προχωρήσουν τα έργα Από εκεί και πέρα, το βασικό ζητούμενο είναι να μη δημιουργηθούν συνθήκες υπερπροσφοράς αιτημάτων που δεσμεύουν δίκτυο χωρίς να υλοποιούνται στην πράξη. Με άλλα λόγια, να μη παραμείνουν «βαλτωμένα» έργα, όπως ακριβώς έχει συμβεί με εκατοντάδες έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τα οποία εξασφάλισαν όρους σύνδεσης αλλά δεν προχώρησαν σε υλοποίηση. Το ζήτημα αυτό βρίσκεται, σύμφωνα με πληροφορίες, στο επίκεντρο του Υπουργείου Ενέργειας, καθώς επηρεάζει άμεσα την αποδοτική αξιοποίηση του διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου. Όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς στο Energygame, πολλά από τα αιτήματα δεν συνοδεύονται από ώριμα επενδυτικά σχέδια. Τονίζουν πως η ύπαρξη ενός μηχανισμού προτεραιότητας για ώριμα έργα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φίλτρο, επιτρέποντας την ταχύτερη προώθηση επενδύσεων που έχουν πραγματικές πιθανότητες υλοποίησης. Με αυτόν τον τρόπο, θα αποφεύγεται η δέσμευση πόρων από σχέδια που παραμένουν σε θεωρητικό επίπεδο. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ένα business case για να προχωρήσει απαιτεί περισσότερα από την εξασφαλισμένη χρηματοδότηση – η οποία, όπως σημειώνουν, είναι σχετικά εύκολο να βρεθεί στο παρόν επενδυτικό περιβάλλον. Καθοριστικός παράγοντας είναι η εξασφάλιση της απαιτούμενης ενέργειας, κάτι που αποδεικνύεται πιο σύνθετο ζήτημα, ενώ ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί η εξασφάλιση πελατών. «Δεν είναι όπως τα έργα ΑΠΕ, όπου αν έπαιρναν όρους σύνδεσης ήταν ουσιαστικά εξασφαλισμένα, καθώς κάποια στιγμή θα έμπαιναν στο δίκτυο. Στην περίπτωση των data centers υπάρχουν και άλλα δεδομένα», αναφέρουν χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας τη διαφορετική φύση αυτών των επενδύσεων. Επιπλέον, τονίζουν ότι η Ελλάδα θα πρέπει να ενισχύσει τη θέση της ως ελκυστικός προορισμός για τέτοιου είδους επενδύσεις. Παρότι η εγχώρια αγορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, διαθέτει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως κόμβος για την εξυπηρέτηση αναγκών και άλλων χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Σε αυτό το πλαίσιο, παράγοντες όπως η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και η εγγύτητα σε αστικά κέντρα αποκτούν καθοριστική σημασία. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με έρευνα της PwC, η Αττική, η Κρήτη και η Πελοπόννησος εμφανίζουν την υψηλότερη επενδυτική ελκυστικότητα, αν και διαθέτουν συγκριτικά χαμηλότερο ηλεκτρικό χώρο. Η πιθανή ανακατεύθυνση της ζήτησης προς άλλες περιοχές ενδέχεται να εξαρτηθεί όχι μόνο από την ενεργειακή επάρκεια, αλλά και από ένα σύνολο πρόσθετων κριτηρίων που σχετίζονται με τη λειτουργικότητα και την αποδοτικότητα των επενδύσεων. Ενδεικτικά, data centers ισχύος 1 GW θα μπορούσαν να «ξεκλειδώσουν» επενδύσεις ύψους 10 δισ. ευρώ, δημιουργώντας περίπου 1.000 μόνιμες θέσεις εργασίας κατά τη λειτουργία τους, συμβάλλοντας παράλληλα στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας. Ποιες επενδύσεις ολοκληρώνονται από Digital Realty, ΔΕΗ, Microsoft Την ίδια ώρα, σε τροχιά υλοποίησης μπαίνουν μια σειρά από έργα, επιβεβαιώνοντας ότι μέρος του επενδυτικού ενδιαφέροντος περνά ήδη στη φάση της πράξης. Το Athens 4 της Digital Realty αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το επόμενο διάστημα. Στο ενεργητικό της περιλαμβάνεται επίσης το HER1 στο Ηράκλειο, ενώ στην Αττική διαθέτει ήδη τα Athens 1, Athens 2 και Athens 3, διαμορφώνοντας ένα εκτεταμένο δίκτυο υποδομών, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες σχεδιάζει και το επόμενο. Παράλληλα, η Microsoft έχει ανακοινώσει ότι θα δημιουργήσει τρία data centers στην Ελλάδα, με το πρώτο, δυναμικότητας 19,2 MW, να βρίσκεται ήδη υπό κατασκευή. Επίσης, η ΔΕΗ έχει ανακοινώσει την είσοδό της στην αγορά των data centers, σηματοδοτώντας τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων της. Η πρώτη μεγάλη κίνηση αφορά την ανάπτυξη υποδομής ισχύος 300 MW στην Κοζάνη, μια περιοχή που αναζητά νέο αναπτυξιακό προσανατολισμό μετά τη σταδιακή απολιγνιτοποίηση. Σύμφωνα με όσα δήλωσε πρόσφατα ο πρόεδρος και CEO του Ομίλου, Γιώργος Στάσσης, απομένουν λίγοι μήνες μέχρι την οριστικοποίηση της συμφωνίας με hyperscalers, εξέλιξη που θα σηματοδοτήσει και τη λήψη της τελικής επενδυτικής απόφασης. -
Η Τεχνητή Νοημοσύνη (TN), πέρα από τη συμβολή της στη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και της λειτουργίας του ενεργειακού συστήματος, αναδεικνύεται και σε νέο μεγάλο καταναλωτή ενέργειας, με ουσιώδεις επιπτώσεις στα δίκτυα, στις αγορές και στην κοινωνική κατανομή του κόστους ενέργειας [1]. Το παρόν άρθρο μετατοπίζει τη συζήτηση για τη σχέση ΤΝ και ενέργειας από τη διάγνωση του προβλήματος στη ρύθμισή του. Βασικό επιχείρημα είναι ότι η ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων (data centers) δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη ψηφιακή επένδυση, αλλά πρέπει να υπαχθεί σε σαφείς όρους ενεργειακού, χωροταξικού και κοινωνικού σχεδιασμού. Το ερώτημα δεν είναι συνεπώς αν η χώρα θα φιλοξενήσει τέτοιες υποδομές, αλλά με ποιους κανόνες, ποια προτεραιότητα και ποια ανταπόδοση προς την κοινωνία. Ρύθμιση: ευρωπαϊκή και εγχώρια εμπειρία Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ειδικό θεσμικό πλαίσιο για τα data centers, καθώς ο Ν. 5069/2023 ρυθμίζει τους όρους δόμησης, τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης και τις σχετικές χωροταξικές και πολεοδομικές παραμέτρους [2]. Αυτό όμως δεν συνιστά ακόμη ολοκληρωμένη δημόσια στρατηγική. Η χώρα εξακολουθεί να στερείται ενός ενιαίου πλαισίου πολιτικής που να συνδέει data centers, ενέργεια, χωροταξία, υδατικούς πόρους και βιομηχανική πολιτική, την ώρα που σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν ήδη θεσπιστεί υποχρεώσεις συστηματικής αναφοράς για την κατανάλωση ενέργειας, νερού και βασικών δεικτών βιωσιμότητας των μεγάλων data centers [3]. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο, μάλιστα, δεν περιορίζεται πλέον στη συλλογή στοιχείων, αλλά κινείται προς αυστηρότερα κριτήρια ενεργειακής αποδοτικότητας και χρήσης πόρων [4]. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται στον αντίποδα της ισχύουσας πρακτικής στη χώρα μας που εξαντλείται σε μια αποσπασματική αδειοδότηση επιμέρους έργων, χωρίς επαρκή εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων και ιεράρχηση των προτεραιοτήτων πολιτικής. Η εμπειρία της Ιρλανδίας δείχνει ότι το κράτος είναι εφικτό και αναγκαίο να διαδραματίσει ενεργό ρόλο σχετικά με τους στόχους και τους όρους ανάπτυξης υποδομών στο πλαίσιο του χωροταξικού του σχεδιασμού [5]. Από την άνευ όρων προσέλκυση επενδύσεων στην αδειοδότηση με όρους βιώσιμης ανάπτυξης Η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο αν τα data centers φέρνουν επενδύσεις, αλλά με ποιους όρους υλοποιούνται, αν αυτοί συνάδουν με τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης και δίκαιης ενεργειακής μετάβασης και ποιο μέρος του κόστους τους μετακυλίεται στο σύστημα και στην κοινωνία. Υπενθυμίζεται ότι οι επενδύσεις νέας γενιάς που έχουν ανακοινωθεί στην Ελλάδα θα μπορούσαν, να φτάσουν εγκατεστημένη ισχύ περίπου 533 MW και να καταναλώνουν σε ετήσια βάση ηλεκτρική ενέργεια ισοδύναμη σχεδόν με το 7% της σημερινής κατανάλωσης της χώρας [6]. Τέτοια επίπεδα δεν συνιστούν επομένως μια αμελητέα κατανάλωση, αλλά ένα νέο δεδομένο που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας και τη διαχείριση κρίσιμων πόρων όπως το νερό. Γι’ αυτό το κράτος πρέπει άμεσα να περάσει από την άνευ όρων προσέλκυση επενδύσεων στην αδειοδότηση με όρους δημόσιου συμφέροντος διασφαλίζοντας κατ’ ελάχιστον ότι αξιολογούνται: το φορτίο που προστίθεται στο σύστημα, οι απαιτήσεις από το δίκτυο, το ενεργειακό και υδατικό αποτύπωμα, τα αντισταθμιστικά οφέλη και οι δημόσιες υποχρεώσεις κάθε εγκατάστασης. Η ιρλανδική εμπειρία είναι και εδώ διδακτική. Η Ρυθμιστική Αρχή Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας της Ιρλανδίας (CRU) αποφάσισε ότι τα νέα data centers που συνδέονται στο δίκτυο θα πρέπει να συνοδεύονται από τοπική ή επιτόπια παραγωγή και/ή αποθήκευση ισχύος αντίστοιχης με τη μέγιστη ζητούμενη ικανότητα εισαγωγής, να καλύπτουν τουλάχιστον το 80% της ετήσιας κατανάλωσής τους από πρόσθετα έργα ΑΠΕ στην Ιρλανδία και να εξετάζεται εάν η χωροθέτηση τους πραγματοποιείται σε περιοχές με περιορισμούς ή διαθέσιμη χωρητικότητα στο δίκτυο4. Ως αποτέλεσμα, διασφαλίζεται ότι τα data centers στην Ιρλανδία δεν λειτουργούν απλώς ως νέα μεγάλα φορτία που αντλούν ενέργεια από το δίκτυο, αλλά υποχρεώνονται να συμβάλλουν στην κάλυψη της κατανάλωσής τους και να χωροθετούνται εκεί όπου το σύστημα μπορεί πράγματι να τα υποστηρίξει. Τέσσερις άξονες για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ρύθμισης Ένα συνεκτικό πλαίσιο για τα data centers μπορεί να οργανωθεί γύρω από τέσσερις άξονες: Ο πρώτος άξονας αφορά τη διασφάλιση ενιαίου εθνικού σχεδιασμού. Η χώρα χρειάζεται Εθνικό Σχέδιο Υπολογιστικής Ισχύος με ορίζοντα το 2030, συνδεδεμένο με τον ενεργειακό, χωροταξικό, βιομηχανικό και υδατικό σχεδιασμό. Χρειάζεται να εξεταστούν σενάρια ζήτησης, να προσδιοριστούν πόσα μεγάλα φορτία μπορεί να σηκώσει το σύστημα, σε ποιες ζώνες, με ποιες ενισχύσεις και με ποιες προτεραιότητες. Αυτός ο σχεδιασμός δεν μπορεί παρά να είναι δημόσιος, να επικαιροποιείται τακτικά και να ενσωματώνει εκ των προτέρων τις επιπτώσεις των data centers στην επάρκεια ισχύος, στη σταθερότητα του δικτύου και στη διάθεση κρίσιμων πόρων. Χωρίς τον εν λόγω σχεδιασμό, η χώρα κινδυνεύει να λειτουργήσει ως απλός υποδοχέας ζήτησης χωρίς να αποφασίζει στρατηγικά για το είδος και το όφελος των υποδομών που φιλοξενεί. Ο δεύτερος άξονας είναι οι ενεργειακοί και δικτυακοί όροι. Εδώ το θεμελιώδες ζήτημα είναι ότι οι χρεώσεις δικτύου δεν μπορούν να λειτουργούν ως έμμεσος μηχανισμός επιδότησης μεγάλων φορτίων. Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) έχει υπογραμμίσει ότι οι μεθοδολογίες καθορισμού των τιμολογίων δικτύου πρέπει να είναι κοστοστρεφείς, διαφανείς και να εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις[7]. Αυτό σημαίνει, στην πράξη, σαφή εφαρμογή της αρχής της πρόκλησης κόστους, ώστε οι ενισχύσεις που απαιτούνται λόγω ενός μεγάλου έργου να μην κοινωνικοποιούνται αδιαφανώς. Σημαίνει επίσης χρεώσεις δεσμευμένης ισχύος, αυστηρούς όρους σύνδεσης και δυνατότητα επιβολής πρόσθετων απαιτήσεων σε έργα που δεσμεύουν σημαντική χωρητικότητα χωρίς να τη χρησιμοποιούν σταθερά. Παράλληλα, οι μεγάλες εγκαταστάσεις πρέπει να υποχρεώνονται σε ρήτρες ενεργειακής ευελιξίας, αποθήκευσης και συμμετοχής σε μηχανισμούς απόκρισης ζήτησης. Το ίδιο το Υπουργείο Ενέργειας των Η.Π.Α έχει αναγνωρίσει ότι τα data centers μπορούν να λειτουργήσουν ως πηγές ευελιξίας, εφόσον είναι γνωστά τα χαρακτηριστικά του φορτίου, του τοπικού εφοδιασμού και της δυνατότητας χρονικής ή γεωγραφικής μετατόπισης λειτουργιών[8]. Τα data centers μπορούν δηλαδή να σχεδιάζονται έτσι ώστε να προσαρμόζουν μέρος της λειτουργίας τους όταν το σύστημα πιέζεται, αντί να επιβαρύνουν σταθερά το δίκτυο σε κάθε χρονική στιγμή. Ο τρίτος άξονας είναι η χωροταξία και τα όρια κορεσμού. Η Αττική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απεριόριστος υποδοχέας ψηφιακών υποδομών. Η χωροθέτηση των data centers πρέπει να περάσει από μια λογική αποσπασματικών εγκρίσεων σε ένα μοντέλο ζωνών, με δυνατότητα κήρυξης «ψηφιακού κορεσμού» όπου το δίκτυο, το νερό ή η σωρευτική πίεση έχουν φτάσει στα όριά τους. Ταυτόχρονα, μπορούν να δημιουργηθούν κίνητρα για περιοχές Δίκαιης Μετάβασης, όπου υπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες ισχύος, γης και περιφερειακής ανασυγκρότησης. Η χωροθέτηση δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Όπως επισημαίνει και η μελέτη του 1830lab5, συνιστά από τα κρισιμότερα εργαλεία ρύθμισης του ενεργειακού αντικτύπου ενός data center, ακριβώς επειδή η τοποθεσία του καθορίζει την επιβάρυνση του δικτύου μεταφοράς και διανομής και επηρεάζει την ικανότητα απορρόφησης ΑΠΕ. Όσο το ισοζύγιο ανάμεσα στην κοινωνική αξία αυτών των επενδύσεων και στην ενεργειακή επιβάρυνση που προκαλούν παραμένει θολό, η χώρα οφείλει να τις δέχεται με σαφή κριτήρια που να συνάδουν με τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης. Ο τέταρτος άξονας είναι το δημόσιο όφελος, η διαφάνεια και η ψηφιακή κυριαρχία. Η υποχρεωτική αναφορά στοιχείων στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων είναι ένα στοιχειώδες πρώτο βήμα3. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να προχωρήσει παραπέρα, δημιουργώντας Εθνικό Παρατηρητήριο Πόρων και Υπολογιστικής Ισχύος με δημόσια πρόσβαση σε βασικά στοιχεία για κατανάλωση ενέργειας, νερού, ισχύ σύνδεσης και όρους τροφοδοσίας. Η χρηματοδότηση ενός τέτοιου Παρατηρητηρίου θα μπορούσε να καλύπτεται, εν όλω ή εν μέρει, από ειδικό τέλος ή ρυθμιστική εισφορά στα μεγάλα data centers, κλιμακούμενη ανάλογα με την ισχύ σύνδεσης, την κατανάλωση ενέργειας και το υδατικό τους αποτύπωμα. Επιπλέον, για τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις απαιτείται η θέσπιση υποχρεώσεων δημόσιας ωφέλειας όπως η δεσμευτική διάθεση μέρους της υπολογιστικής ισχύος σε πανεπιστήμια, δημόσιες υπηρεσίες, στην έρευνα και σε νεοφυείς επιχειρήσεις, καθώς και η εισαγωγή ρήτρων ψηφιακής κυριαρχίας για τη φορητότητα δεδομένων, την ευρωπαϊκή δικαιοδοσία κρίσιμων δεδομένων και τη γεωπολιτική ανθεκτικότητα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με το ψήφισμά του της 22ας Ιανουαρίου 2026, υπογράμμισε την ανάγκη μείωσης των στρατηγικών εξαρτήσεων από μη ευρωπαϊκούς παρόχους σε τομείς όπως το cloud, οι ημιαγωγοί και η TN[9]. Παράλληλα, η ΕΕ αναπτύσσει ήδη δημόσιες και μεικτές υπολογιστικές υποδομές, όπως τα AI Factories της EuroHPC, ενώ η ελληνική υποδομή PHAROS και ο υπερυπολογιστής DAEDALUS κινούνται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση, παρέχοντας πρόσβαση σε νεοφυείς επιχειρήσεις, ΜμΕ, ερευνητές και δημόσιους φορείς [10], [11]. Η ρύθμιση είναι πολιτική επιλογή Η ρύθμιση διαμορφώνει συνεπώς ένα πλαίσιο για βιώσιμες κοινωνικά και περιβαλλοντικά επενδύσεις. Επικοινωνεί στους επενδυτές τον τρόπο με τον οποίο μια χώρα αποφασίζει ποιες υποδομές θέλει, πού τις χωροθετεί και ποιο δημόσιο όφελος αναμένει από αυτές. Με τον τρόπο αυτό, η εθνική πολιτική ευθυγραμμίζεται με συγκεκριμένες διεθνείς και ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, όπως ο Κανονισμός Ταξινομίας της ΕΕ για τις βιώσιμες επενδύσεις [12] και τα πρότυπα ESG [13], τα οποία αποδίδουν αυξανόμενη σημασία στη διαφάνεια, στη συγκρισιμότητα των στοιχείων και στη δημιουργία μετρήσιμης κοινωνικής και περιβαλλοντικής αξίας. Χωρίς ενεργό δημόσια παρέμβαση, παράγοντες όπως η ισχύς, το δίκτυο, το νερό και τα δεδομένα θα κατανέμονται προς όφελος των ισχυρότερων. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να έχουμε όσο το δυνατόν περισσότερα data centers, αλλά εκείνα που εντάσσονται σε συνεκτική εθνική στρατηγική, με σαφείς ενεργειακούς, χωρικούς και κοινωνικούς όρους. Για τον μέσο πολίτη, το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτές οι επενδύσεις θα γίνουν με τρόπο που να μη «φουσκώνει» έμμεσα το ενεργειακό κόστος, να μην επιβαρύνει δυσανάλογα το δίκτυο και την κατανάλωση νερού και να επιστρέφει μετρήσιμο όφελος στην κοινωνία. Η ρύθμιση, αν και απολύτως αναγκαία, δεν συνιστά από μόνη της επαρκή συνθήκη για τη μεγιστοποίηση της δημόσιας ωφέλειας των υποδομών της ΤΝ. Ζητούμενο δεν είναι μόνο να περιοριστούν οι κίνδυνοι, αλλά να διαμορφωθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για μια δημοκρατική ΤΝ. Στο πλαίσιο αυτό, η υπολογιστική ισχύς, τα δεδομένα και οι ψηφιακές υποδομές δεν οργανώνονται αποκλειστικά με ιδιωτικοοικονομικούς όρους και με βάση τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό, αλλά με κριτήρια ισότητας, αυτονομίας και κυριαρχίας. Αυτό σημαίνει ουσιαστική πρόσβαση και δικαιώματα, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο πάνω στα δεδομένα και στις ψηφιακές υποδομές, καθώς και δυνατότητα των κοινωνιών και των κρατών να καθορίζουν τους κανόνες της ψηφιακής μετάβασης με όρους δικαιοσύνης, δημοκρατίας και στρατηγικής αυτονομίας. [1] ΕΝΑ (2026). Η τεχνητή νοημοσύνη χρειάζεται ενέργεια – αλλά με ποιους όρους;. https://enainstitute.org/publication/i-techniti-noimosyni-chreiazetai-energeia-alla-me-poious-orous/ View full είδηση
-
Η Τεχνητή Νοημοσύνη (TN), πέρα από τη συμβολή της στη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και της λειτουργίας του ενεργειακού συστήματος, αναδεικνύεται και σε νέο μεγάλο καταναλωτή ενέργειας, με ουσιώδεις επιπτώσεις στα δίκτυα, στις αγορές και στην κοινωνική κατανομή του κόστους ενέργειας [1]. Το παρόν άρθρο μετατοπίζει τη συζήτηση για τη σχέση ΤΝ και ενέργειας από τη διάγνωση του προβλήματος στη ρύθμισή του. Βασικό επιχείρημα είναι ότι η ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων (data centers) δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη ψηφιακή επένδυση, αλλά πρέπει να υπαχθεί σε σαφείς όρους ενεργειακού, χωροταξικού και κοινωνικού σχεδιασμού. Το ερώτημα δεν είναι συνεπώς αν η χώρα θα φιλοξενήσει τέτοιες υποδομές, αλλά με ποιους κανόνες, ποια προτεραιότητα και ποια ανταπόδοση προς την κοινωνία. Ρύθμιση: ευρωπαϊκή και εγχώρια εμπειρία Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ειδικό θεσμικό πλαίσιο για τα data centers, καθώς ο Ν. 5069/2023 ρυθμίζει τους όρους δόμησης, τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης και τις σχετικές χωροταξικές και πολεοδομικές παραμέτρους [2]. Αυτό όμως δεν συνιστά ακόμη ολοκληρωμένη δημόσια στρατηγική. Η χώρα εξακολουθεί να στερείται ενός ενιαίου πλαισίου πολιτικής που να συνδέει data centers, ενέργεια, χωροταξία, υδατικούς πόρους και βιομηχανική πολιτική, την ώρα που σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν ήδη θεσπιστεί υποχρεώσεις συστηματικής αναφοράς για την κατανάλωση ενέργειας, νερού και βασικών δεικτών βιωσιμότητας των μεγάλων data centers [3]. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο, μάλιστα, δεν περιορίζεται πλέον στη συλλογή στοιχείων, αλλά κινείται προς αυστηρότερα κριτήρια ενεργειακής αποδοτικότητας και χρήσης πόρων [4]. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται στον αντίποδα της ισχύουσας πρακτικής στη χώρα μας που εξαντλείται σε μια αποσπασματική αδειοδότηση επιμέρους έργων, χωρίς επαρκή εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων και ιεράρχηση των προτεραιοτήτων πολιτικής. Η εμπειρία της Ιρλανδίας δείχνει ότι το κράτος είναι εφικτό και αναγκαίο να διαδραματίσει ενεργό ρόλο σχετικά με τους στόχους και τους όρους ανάπτυξης υποδομών στο πλαίσιο του χωροταξικού του σχεδιασμού [5]. Από την άνευ όρων προσέλκυση επενδύσεων στην αδειοδότηση με όρους βιώσιμης ανάπτυξης Η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο αν τα data centers φέρνουν επενδύσεις, αλλά με ποιους όρους υλοποιούνται, αν αυτοί συνάδουν με τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης και δίκαιης ενεργειακής μετάβασης και ποιο μέρος του κόστους τους μετακυλίεται στο σύστημα και στην κοινωνία. Υπενθυμίζεται ότι οι επενδύσεις νέας γενιάς που έχουν ανακοινωθεί στην Ελλάδα θα μπορούσαν, να φτάσουν εγκατεστημένη ισχύ περίπου 533 MW και να καταναλώνουν σε ετήσια βάση ηλεκτρική ενέργεια ισοδύναμη σχεδόν με το 7% της σημερινής κατανάλωσης της χώρας [6]. Τέτοια επίπεδα δεν συνιστούν επομένως μια αμελητέα κατανάλωση, αλλά ένα νέο δεδομένο που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας και τη διαχείριση κρίσιμων πόρων όπως το νερό. Γι’ αυτό το κράτος πρέπει άμεσα να περάσει από την άνευ όρων προσέλκυση επενδύσεων στην αδειοδότηση με όρους δημόσιου συμφέροντος διασφαλίζοντας κατ’ ελάχιστον ότι αξιολογούνται: το φορτίο που προστίθεται στο σύστημα, οι απαιτήσεις από το δίκτυο, το ενεργειακό και υδατικό αποτύπωμα, τα αντισταθμιστικά οφέλη και οι δημόσιες υποχρεώσεις κάθε εγκατάστασης. Η ιρλανδική εμπειρία είναι και εδώ διδακτική. Η Ρυθμιστική Αρχή Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας της Ιρλανδίας (CRU) αποφάσισε ότι τα νέα data centers που συνδέονται στο δίκτυο θα πρέπει να συνοδεύονται από τοπική ή επιτόπια παραγωγή και/ή αποθήκευση ισχύος αντίστοιχης με τη μέγιστη ζητούμενη ικανότητα εισαγωγής, να καλύπτουν τουλάχιστον το 80% της ετήσιας κατανάλωσής τους από πρόσθετα έργα ΑΠΕ στην Ιρλανδία και να εξετάζεται εάν η χωροθέτηση τους πραγματοποιείται σε περιοχές με περιορισμούς ή διαθέσιμη χωρητικότητα στο δίκτυο4. Ως αποτέλεσμα, διασφαλίζεται ότι τα data centers στην Ιρλανδία δεν λειτουργούν απλώς ως νέα μεγάλα φορτία που αντλούν ενέργεια από το δίκτυο, αλλά υποχρεώνονται να συμβάλλουν στην κάλυψη της κατανάλωσής τους και να χωροθετούνται εκεί όπου το σύστημα μπορεί πράγματι να τα υποστηρίξει. Τέσσερις άξονες για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ρύθμισης Ένα συνεκτικό πλαίσιο για τα data centers μπορεί να οργανωθεί γύρω από τέσσερις άξονες: Ο πρώτος άξονας αφορά τη διασφάλιση ενιαίου εθνικού σχεδιασμού. Η χώρα χρειάζεται Εθνικό Σχέδιο Υπολογιστικής Ισχύος με ορίζοντα το 2030, συνδεδεμένο με τον ενεργειακό, χωροταξικό, βιομηχανικό και υδατικό σχεδιασμό. Χρειάζεται να εξεταστούν σενάρια ζήτησης, να προσδιοριστούν πόσα μεγάλα φορτία μπορεί να σηκώσει το σύστημα, σε ποιες ζώνες, με ποιες ενισχύσεις και με ποιες προτεραιότητες. Αυτός ο σχεδιασμός δεν μπορεί παρά να είναι δημόσιος, να επικαιροποιείται τακτικά και να ενσωματώνει εκ των προτέρων τις επιπτώσεις των data centers στην επάρκεια ισχύος, στη σταθερότητα του δικτύου και στη διάθεση κρίσιμων πόρων. Χωρίς τον εν λόγω σχεδιασμό, η χώρα κινδυνεύει να λειτουργήσει ως απλός υποδοχέας ζήτησης χωρίς να αποφασίζει στρατηγικά για το είδος και το όφελος των υποδομών που φιλοξενεί. Ο δεύτερος άξονας είναι οι ενεργειακοί και δικτυακοί όροι. Εδώ το θεμελιώδες ζήτημα είναι ότι οι χρεώσεις δικτύου δεν μπορούν να λειτουργούν ως έμμεσος μηχανισμός επιδότησης μεγάλων φορτίων. Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) έχει υπογραμμίσει ότι οι μεθοδολογίες καθορισμού των τιμολογίων δικτύου πρέπει να είναι κοστοστρεφείς, διαφανείς και να εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις[7]. Αυτό σημαίνει, στην πράξη, σαφή εφαρμογή της αρχής της πρόκλησης κόστους, ώστε οι ενισχύσεις που απαιτούνται λόγω ενός μεγάλου έργου να μην κοινωνικοποιούνται αδιαφανώς. Σημαίνει επίσης χρεώσεις δεσμευμένης ισχύος, αυστηρούς όρους σύνδεσης και δυνατότητα επιβολής πρόσθετων απαιτήσεων σε έργα που δεσμεύουν σημαντική χωρητικότητα χωρίς να τη χρησιμοποιούν σταθερά. Παράλληλα, οι μεγάλες εγκαταστάσεις πρέπει να υποχρεώνονται σε ρήτρες ενεργειακής ευελιξίας, αποθήκευσης και συμμετοχής σε μηχανισμούς απόκρισης ζήτησης. Το ίδιο το Υπουργείο Ενέργειας των Η.Π.Α έχει αναγνωρίσει ότι τα data centers μπορούν να λειτουργήσουν ως πηγές ευελιξίας, εφόσον είναι γνωστά τα χαρακτηριστικά του φορτίου, του τοπικού εφοδιασμού και της δυνατότητας χρονικής ή γεωγραφικής μετατόπισης λειτουργιών[8]. Τα data centers μπορούν δηλαδή να σχεδιάζονται έτσι ώστε να προσαρμόζουν μέρος της λειτουργίας τους όταν το σύστημα πιέζεται, αντί να επιβαρύνουν σταθερά το δίκτυο σε κάθε χρονική στιγμή. Ο τρίτος άξονας είναι η χωροταξία και τα όρια κορεσμού. Η Αττική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απεριόριστος υποδοχέας ψηφιακών υποδομών. Η χωροθέτηση των data centers πρέπει να περάσει από μια λογική αποσπασματικών εγκρίσεων σε ένα μοντέλο ζωνών, με δυνατότητα κήρυξης «ψηφιακού κορεσμού» όπου το δίκτυο, το νερό ή η σωρευτική πίεση έχουν φτάσει στα όριά τους. Ταυτόχρονα, μπορούν να δημιουργηθούν κίνητρα για περιοχές Δίκαιης Μετάβασης, όπου υπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες ισχύος, γης και περιφερειακής ανασυγκρότησης. Η χωροθέτηση δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Όπως επισημαίνει και η μελέτη του 1830lab5, συνιστά από τα κρισιμότερα εργαλεία ρύθμισης του ενεργειακού αντικτύπου ενός data center, ακριβώς επειδή η τοποθεσία του καθορίζει την επιβάρυνση του δικτύου μεταφοράς και διανομής και επηρεάζει την ικανότητα απορρόφησης ΑΠΕ. Όσο το ισοζύγιο ανάμεσα στην κοινωνική αξία αυτών των επενδύσεων και στην ενεργειακή επιβάρυνση που προκαλούν παραμένει θολό, η χώρα οφείλει να τις δέχεται με σαφή κριτήρια που να συνάδουν με τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης. Ο τέταρτος άξονας είναι το δημόσιο όφελος, η διαφάνεια και η ψηφιακή κυριαρχία. Η υποχρεωτική αναφορά στοιχείων στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων είναι ένα στοιχειώδες πρώτο βήμα3. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να προχωρήσει παραπέρα, δημιουργώντας Εθνικό Παρατηρητήριο Πόρων και Υπολογιστικής Ισχύος με δημόσια πρόσβαση σε βασικά στοιχεία για κατανάλωση ενέργειας, νερού, ισχύ σύνδεσης και όρους τροφοδοσίας. Η χρηματοδότηση ενός τέτοιου Παρατηρητηρίου θα μπορούσε να καλύπτεται, εν όλω ή εν μέρει, από ειδικό τέλος ή ρυθμιστική εισφορά στα μεγάλα data centers, κλιμακούμενη ανάλογα με την ισχύ σύνδεσης, την κατανάλωση ενέργειας και το υδατικό τους αποτύπωμα. Επιπλέον, για τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις απαιτείται η θέσπιση υποχρεώσεων δημόσιας ωφέλειας όπως η δεσμευτική διάθεση μέρους της υπολογιστικής ισχύος σε πανεπιστήμια, δημόσιες υπηρεσίες, στην έρευνα και σε νεοφυείς επιχειρήσεις, καθώς και η εισαγωγή ρήτρων ψηφιακής κυριαρχίας για τη φορητότητα δεδομένων, την ευρωπαϊκή δικαιοδοσία κρίσιμων δεδομένων και τη γεωπολιτική ανθεκτικότητα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με το ψήφισμά του της 22ας Ιανουαρίου 2026, υπογράμμισε την ανάγκη μείωσης των στρατηγικών εξαρτήσεων από μη ευρωπαϊκούς παρόχους σε τομείς όπως το cloud, οι ημιαγωγοί και η TN[9]. Παράλληλα, η ΕΕ αναπτύσσει ήδη δημόσιες και μεικτές υπολογιστικές υποδομές, όπως τα AI Factories της EuroHPC, ενώ η ελληνική υποδομή PHAROS και ο υπερυπολογιστής DAEDALUS κινούνται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση, παρέχοντας πρόσβαση σε νεοφυείς επιχειρήσεις, ΜμΕ, ερευνητές και δημόσιους φορείς [10], [11]. Η ρύθμιση είναι πολιτική επιλογή Η ρύθμιση διαμορφώνει συνεπώς ένα πλαίσιο για βιώσιμες κοινωνικά και περιβαλλοντικά επενδύσεις. Επικοινωνεί στους επενδυτές τον τρόπο με τον οποίο μια χώρα αποφασίζει ποιες υποδομές θέλει, πού τις χωροθετεί και ποιο δημόσιο όφελος αναμένει από αυτές. Με τον τρόπο αυτό, η εθνική πολιτική ευθυγραμμίζεται με συγκεκριμένες διεθνείς και ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, όπως ο Κανονισμός Ταξινομίας της ΕΕ για τις βιώσιμες επενδύσεις [12] και τα πρότυπα ESG [13], τα οποία αποδίδουν αυξανόμενη σημασία στη διαφάνεια, στη συγκρισιμότητα των στοιχείων και στη δημιουργία μετρήσιμης κοινωνικής και περιβαλλοντικής αξίας. Χωρίς ενεργό δημόσια παρέμβαση, παράγοντες όπως η ισχύς, το δίκτυο, το νερό και τα δεδομένα θα κατανέμονται προς όφελος των ισχυρότερων. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να έχουμε όσο το δυνατόν περισσότερα data centers, αλλά εκείνα που εντάσσονται σε συνεκτική εθνική στρατηγική, με σαφείς ενεργειακούς, χωρικούς και κοινωνικούς όρους. Για τον μέσο πολίτη, το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτές οι επενδύσεις θα γίνουν με τρόπο που να μη «φουσκώνει» έμμεσα το ενεργειακό κόστος, να μην επιβαρύνει δυσανάλογα το δίκτυο και την κατανάλωση νερού και να επιστρέφει μετρήσιμο όφελος στην κοινωνία. Η ρύθμιση, αν και απολύτως αναγκαία, δεν συνιστά από μόνη της επαρκή συνθήκη για τη μεγιστοποίηση της δημόσιας ωφέλειας των υποδομών της ΤΝ. Ζητούμενο δεν είναι μόνο να περιοριστούν οι κίνδυνοι, αλλά να διαμορφωθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για μια δημοκρατική ΤΝ. Στο πλαίσιο αυτό, η υπολογιστική ισχύς, τα δεδομένα και οι ψηφιακές υποδομές δεν οργανώνονται αποκλειστικά με ιδιωτικοοικονομικούς όρους και με βάση τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό, αλλά με κριτήρια ισότητας, αυτονομίας και κυριαρχίας. Αυτό σημαίνει ουσιαστική πρόσβαση και δικαιώματα, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο πάνω στα δεδομένα και στις ψηφιακές υποδομές, καθώς και δυνατότητα των κοινωνιών και των κρατών να καθορίζουν τους κανόνες της ψηφιακής μετάβασης με όρους δικαιοσύνης, δημοκρατίας και στρατηγικής αυτονομίας. [1] ΕΝΑ (2026). Η τεχνητή νοημοσύνη χρειάζεται ενέργεια – αλλά με ποιους όρους;. https://enainstitute.org/publication/i-techniti-noimosyni-chreiazetai-energeia-alla-me-poious-orous/
-
Αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον για τη δημιουργία data centers υπάρχει στη χώρα μας, ωστόσο μια βασική πρόκληση αποτελεί η εύρεση δικτύου. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, σε συνδυασμό με την εκρηκτική αύξηση των αναγκών για αποθήκευση και διαχείριση δεδομένων, ενισχύει διαρκώς τον ρόλο των data centers, καθιστώντας τον συγκεκριμένο κλάδο έναν από τους πλέον κρίσιμους πυλώνες της σύγχρονης οικονομίας. Εκτιμάται ότι παγκοσμίως η ζήτηση θα αυξηθεί έως πέντε φορές την επόμενη δεκαετία. Αυτή οδηγείται κυρίως από τις συνεχιζόμενες χρήσεις εφαρμογών cloud και, κυρίως, από την αυξανόμενη χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Όπως ανέφερε χθες ο Λευτέρης Κατσουλιέρης της PwC κατά τη διάρκεια παρουσίασης μελέτης για την προοπτική των data centers στη χώρα μας, οι χρήστες τέτοιων εφαρμογών ξεπερνούν πλέον το 1,5 δισεκατομμύριο. Αυτή η αύξηση κατέστη δυνατή λόγω των εξελίξεων στο τεχνολογικό επίπεδο των επεξεργαστών. Αυτοί οι ισχυροί επεξεργαστές οδηγούν και σε ανάγκη μεγαλύτερης κλίμακας κέντρων δεδομένων, τα οποία θα μπορούν να υποδεχτούν και να εξυπηρετήσουν αυτή την υπολογιστική ισχύ. Άρα εκτιμάται ότι το μέσο μέγεθος ενός data center θα δεκαπλασιαστεί την επόμενη δεκαετία. Επομένως, οι παγκόσμιες τάσεις οδηγούν στην ανάγκη για περισσότερα και μεγαλύτερα data centers στην Ευρώπη. Ποιοι είναι οι λόγοι για περισσότερα data centers Παραδοσιακές αγορές αντιμετώπισαν υψηλή πληρότητα σε σχέση με τις ανάγκες κέντρων δεδομένων και περιορισμούς στα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτός ο κορεσμός οδήγησε στην ανάπτυξη περιφερειακών κέντρων και το ενδιαφέρον αυξάνεται για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή η εγκαταστημένη ισχύς στην Ευρώπη είναι περίπου 18 γιγαβάτ. Σύμφωνα με τον κ. Κατσουλιέρη, αυτή θα τριπλασιαστεί την επόμενη δεκαετία και θα φτάσει κοντά στα 60. Η περιφερειακή ανάπτυξη δημιουργεί διεκδικήσιμη αγορά έως και 5 GW από την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Στην Ελλάδα το συνολικό εκδηλωμένο ενδιαφέρον προσεγγίζει το 1,4–2,2 GW. Η ανάγκη για τη μελέτη της PwC προέκυψε από το αυξανόμενο ενδιαφέρον επενδυτών για την εγκατάσταση data centers στην Ελλάδα και την αντίστοιχη αναζήτηση ηλεκτρικού χώρου. Και αυτή είναι μια διαδικασία η οποία ήδη έχει ξεκινήσει, καθώς βλέπουμε ενδιαφέρον που φτάνει έως τα 2,2 γιγαβάτ. Μέχρι στιγμής έχουν υπάρξει 16 αιτήματα σύνδεσης στο δίκτυο διανομής και περίπου 20 έχουν υποβληθεί στο σύστημα μεταφοράς. Συνολικά υπάρχουν 1,4 γιγαβάτ, από τα οποία το 30% έχει λάβει και όρους σύνδεσης. Σύμφωνα με τη μελέτη Αττική, Κρήτη και Πελοπόννησος έχουν την υψηλότερη επενδυτική ελκυστικότητα, με συγκριτικά χαμηλότερο διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο. Η πιθανή ανακατεύθυνση της ζήτησης μπορεί να επηρεαστεί και από άλλα κριτήρια πέραν της διαθεσιμότητας ηλεκτρικού χώρου, όπως η συνδεσιμότητα, το εργατικό δυναμικό και η εγγύτητα σε αστικό κέντρο. Data centers ισχύος 1GW θα μπορούσαν να ξεκλειδώσουν επενδύσεις 10 δισ. ευρώ δημιουργώντας 1.000 θέσεις εργασίας σε μόνιμη βάση κατά την λειτουργίας τους. Επιπλέον, θα οδηγούσαν στη δημιουργία ενός οικοσυστήματος μέσω συμπληρωματικών έργων υποδομών και υποστηρικτικών υπηρεσιών για data centers. Η πρόκληση των δικτύων Όπως ανέφερε ο αντιπρόεδρος του ΑΔΜΗΕ, Ιωάννης Μάργαρης, «είναι προφανές ότι υπάρχουν περιοχές όπου υπάρχει διαθεσιμότητα και αυτό έχει να κάνει με το πώς αναπτύχθηκε ιστορικά το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, με βάση το πώς ήταν η παραγωγή στη χώρα πριν από 40–50 χρόνια. Αυτό που προσπαθούμε να εξηγήσουμε στους ενδιαφερόμενους είναι πως το ηλεκτρικό δίκτυο είναι ένα ζωντανό σύστημα και πρέπει κάποιος να το σκέφτεται ίσως πιο εύκολα σαν ένα υδραυλικό σύστημα, στο οποίο όλοι οι αγωγοί συνδέονται μεταξύ τους. Όταν έχουμε μια περιοχή, για παράδειγμα, που διαθέτει περιθώριο 300 MW, δεν σημαίνει ότι αν πάει στη διπλανή περιοχή κάποιος άλλος και ζητήσει 400 MW θα συνεχίσει να ισχύει το 300 της διπλανής περιοχής. Η μία περιοχή επηρεάζει την άλλη. Επίσης, δεν είναι όλα τα data centers τα ίδια. Υπάρχουν data centers που ζητούν πολύ μεγάλο βαθμό αξιοπιστίας και υπάρχουν και data centers που μπορούν να λειτουργήσουν με μεγαλύτερο βαθμό εξασφάλισης και ποιότητας ενέργειας». Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως σύμφωνα με τη μελέτη της PwC παρά την επάρκεια ηλεκτρικού χώρου σε εθνικό επίπεδο, προκύπτει σχετική αναντιστοιχία μεταξύ περιοχών υψηλής διαθεσιμότητας και ζήτησης Από την πλευρά του, ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΔΕΔΔΗΕ, Αναστάσιος Μάνος, επεσήμανε πως χρειάζεται εθνική στρατηγική χωροθέτησης, ώστε αυτές οι επενδύσεις να μπορούν να γίνουν εκεί όπου υπάρχουν κατάλληλες προϋποθέσεις. «Προετοιμαζόμαστε, μελετάμε τη ζήτηση, ενσωματώνουμε τα σχέδια ανάπτυξης δικτύου και προχωρούμε στον δικό μας ψηφιακό μετασχηματισμό. Αναμένουμε από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας την έγκριση του επαυξημένου σχεδίου ανάπτυξης δικτύου, το οποίο θα επιταχύνει καταλυτικά την απορρόφηση αυτών των επενδύσεων». Σημείωσε ακόμη πως βασική πρόκληση είναι να αντιμετωπιστεί μια ζήτηση που αυξάνεται κατακόρυφα. Τα αιτήματα φτάνουν τα 220 μεγαβάτ και το ευρύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον, όπως έχει φανεί, είναι κοντά στο 1 γιγαβάτ. View full είδηση
-
- data center
- αττική
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον για τη δημιουργία data centers υπάρχει στη χώρα μας, ωστόσο μια βασική πρόκληση αποτελεί η εύρεση δικτύου. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, σε συνδυασμό με την εκρηκτική αύξηση των αναγκών για αποθήκευση και διαχείριση δεδομένων, ενισχύει διαρκώς τον ρόλο των data centers, καθιστώντας τον συγκεκριμένο κλάδο έναν από τους πλέον κρίσιμους πυλώνες της σύγχρονης οικονομίας. Εκτιμάται ότι παγκοσμίως η ζήτηση θα αυξηθεί έως πέντε φορές την επόμενη δεκαετία. Αυτή οδηγείται κυρίως από τις συνεχιζόμενες χρήσεις εφαρμογών cloud και, κυρίως, από την αυξανόμενη χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Όπως ανέφερε χθες ο Λευτέρης Κατσουλιέρης της PwC κατά τη διάρκεια παρουσίασης μελέτης για την προοπτική των data centers στη χώρα μας, οι χρήστες τέτοιων εφαρμογών ξεπερνούν πλέον το 1,5 δισεκατομμύριο. Αυτή η αύξηση κατέστη δυνατή λόγω των εξελίξεων στο τεχνολογικό επίπεδο των επεξεργαστών. Αυτοί οι ισχυροί επεξεργαστές οδηγούν και σε ανάγκη μεγαλύτερης κλίμακας κέντρων δεδομένων, τα οποία θα μπορούν να υποδεχτούν και να εξυπηρετήσουν αυτή την υπολογιστική ισχύ. Άρα εκτιμάται ότι το μέσο μέγεθος ενός data center θα δεκαπλασιαστεί την επόμενη δεκαετία. Επομένως, οι παγκόσμιες τάσεις οδηγούν στην ανάγκη για περισσότερα και μεγαλύτερα data centers στην Ευρώπη. Ποιοι είναι οι λόγοι για περισσότερα data centers Παραδοσιακές αγορές αντιμετώπισαν υψηλή πληρότητα σε σχέση με τις ανάγκες κέντρων δεδομένων και περιορισμούς στα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτός ο κορεσμός οδήγησε στην ανάπτυξη περιφερειακών κέντρων και το ενδιαφέρον αυξάνεται για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή η εγκαταστημένη ισχύς στην Ευρώπη είναι περίπου 18 γιγαβάτ. Σύμφωνα με τον κ. Κατσουλιέρη, αυτή θα τριπλασιαστεί την επόμενη δεκαετία και θα φτάσει κοντά στα 60. Η περιφερειακή ανάπτυξη δημιουργεί διεκδικήσιμη αγορά έως και 5 GW από την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Στην Ελλάδα το συνολικό εκδηλωμένο ενδιαφέρον προσεγγίζει το 1,4–2,2 GW. Η ανάγκη για τη μελέτη της PwC προέκυψε από το αυξανόμενο ενδιαφέρον επενδυτών για την εγκατάσταση data centers στην Ελλάδα και την αντίστοιχη αναζήτηση ηλεκτρικού χώρου. Και αυτή είναι μια διαδικασία η οποία ήδη έχει ξεκινήσει, καθώς βλέπουμε ενδιαφέρον που φτάνει έως τα 2,2 γιγαβάτ. Μέχρι στιγμής έχουν υπάρξει 16 αιτήματα σύνδεσης στο δίκτυο διανομής και περίπου 20 έχουν υποβληθεί στο σύστημα μεταφοράς. Συνολικά υπάρχουν 1,4 γιγαβάτ, από τα οποία το 30% έχει λάβει και όρους σύνδεσης. Σύμφωνα με τη μελέτη Αττική, Κρήτη και Πελοπόννησος έχουν την υψηλότερη επενδυτική ελκυστικότητα, με συγκριτικά χαμηλότερο διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο. Η πιθανή ανακατεύθυνση της ζήτησης μπορεί να επηρεαστεί και από άλλα κριτήρια πέραν της διαθεσιμότητας ηλεκτρικού χώρου, όπως η συνδεσιμότητα, το εργατικό δυναμικό και η εγγύτητα σε αστικό κέντρο. Data centers ισχύος 1GW θα μπορούσαν να ξεκλειδώσουν επενδύσεις 10 δισ. ευρώ δημιουργώντας 1.000 θέσεις εργασίας σε μόνιμη βάση κατά την λειτουργίας τους. Επιπλέον, θα οδηγούσαν στη δημιουργία ενός οικοσυστήματος μέσω συμπληρωματικών έργων υποδομών και υποστηρικτικών υπηρεσιών για data centers. Η πρόκληση των δικτύων Όπως ανέφερε ο αντιπρόεδρος του ΑΔΜΗΕ, Ιωάννης Μάργαρης, «είναι προφανές ότι υπάρχουν περιοχές όπου υπάρχει διαθεσιμότητα και αυτό έχει να κάνει με το πώς αναπτύχθηκε ιστορικά το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, με βάση το πώς ήταν η παραγωγή στη χώρα πριν από 40–50 χρόνια. Αυτό που προσπαθούμε να εξηγήσουμε στους ενδιαφερόμενους είναι πως το ηλεκτρικό δίκτυο είναι ένα ζωντανό σύστημα και πρέπει κάποιος να το σκέφτεται ίσως πιο εύκολα σαν ένα υδραυλικό σύστημα, στο οποίο όλοι οι αγωγοί συνδέονται μεταξύ τους. Όταν έχουμε μια περιοχή, για παράδειγμα, που διαθέτει περιθώριο 300 MW, δεν σημαίνει ότι αν πάει στη διπλανή περιοχή κάποιος άλλος και ζητήσει 400 MW θα συνεχίσει να ισχύει το 300 της διπλανής περιοχής. Η μία περιοχή επηρεάζει την άλλη. Επίσης, δεν είναι όλα τα data centers τα ίδια. Υπάρχουν data centers που ζητούν πολύ μεγάλο βαθμό αξιοπιστίας και υπάρχουν και data centers που μπορούν να λειτουργήσουν με μεγαλύτερο βαθμό εξασφάλισης και ποιότητας ενέργειας». Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως σύμφωνα με τη μελέτη της PwC παρά την επάρκεια ηλεκτρικού χώρου σε εθνικό επίπεδο, προκύπτει σχετική αναντιστοιχία μεταξύ περιοχών υψηλής διαθεσιμότητας και ζήτησης Από την πλευρά του, ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΔΕΔΔΗΕ, Αναστάσιος Μάνος, επεσήμανε πως χρειάζεται εθνική στρατηγική χωροθέτησης, ώστε αυτές οι επενδύσεις να μπορούν να γίνουν εκεί όπου υπάρχουν κατάλληλες προϋποθέσεις. «Προετοιμαζόμαστε, μελετάμε τη ζήτηση, ενσωματώνουμε τα σχέδια ανάπτυξης δικτύου και προχωρούμε στον δικό μας ψηφιακό μετασχηματισμό. Αναμένουμε από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας την έγκριση του επαυξημένου σχεδίου ανάπτυξης δικτύου, το οποίο θα επιταχύνει καταλυτικά την απορρόφηση αυτών των επενδύσεων». Σημείωσε ακόμη πως βασική πρόκληση είναι να αντιμετωπιστεί μια ζήτηση που αυξάνεται κατακόρυφα. Τα αιτήματα φτάνουν τα 220 μεγαβάτ και το ευρύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον, όπως έχει φανεί, είναι κοντά στο 1 γιγαβάτ.
-
- data center
- αττική
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Ένα από τα μεγαλύτερα έργα ψηφιακών υποδομών στην περιοχή της Βοιωτίας δρομολογεί η εταιρεία Karatzis Group, προχωρώντας στην ανάπτυξη Κέντρου Διαχείρισης Δεδομένων (Data Center) στην Τ.Κ. Κάστρου, του Δήμου Ορχομενού. Η επένδυση θα αναπτυχθεί σε έκταση 342.466,17 τ.μ. και προβλέπει την κατασκευή επτά σύγχρονων βιομηχανικών κτιρίων, τα οποία θα είναι όμοια μεταξύ τους. Κάθε κτίριο θα καλύπτει 14.717 τ.μ., με συνολική δόμηση 19.267,48 τ.μ. συνθέτοντας ένα εκτεταμένο και υψηλών προδιαγραφών τεχνολογικό συγκρότημα. Κάθε μονάδα θα περιλαμβάνει τρεις βασικές λειτουργικές ενότητες: τον χώρο παραλαβής και αποθήκευσης υλικών με τις απαραίτητες υποστηρικτικές εγκαταστάσεις, τον χώρο υποδοχής εργαζομένων και διοικητικών γραφείων, καθώς και τον κύριο μηχανολογικό πυρήνα, όπου θα φιλοξενούνται τα Data Halls και ο κρίσιμος ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός. Η ενεργειακή κλίμακα του έργου είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η εγκατεστημένη ηλεκτρομηχανολογική ισχύς ανά κτίριο φτάνει τα 33,29 MW, ενώ η ονομαστική ισχύς του ΙΤ εξοπλισμού ανέρχεται σε 28,2 MWIT. Το συνολικό φορτίο κάθε κτιρίου διαμορφώνεται σε 61,49 MW, με τη συνολική ισχύ και των επτά μονάδων να αγγίζει τα 430,43 MW. Το Κέντρο θα χωροθετηθεί εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, με πρόσωπο στον Παράδρομο του Αυτοκινητοδρόμου ΠΑΘΕ (Ε75), στη θέση «Αμπέλια». Ο πλησιέστερος οικισμός, το Κάστρο, βρίσκεται σε απόσταση περίπου 1,9 χιλιομέτρων νότια του οικοπέδου. Ο σχεδιασμός του έργου ξεκίνησε το 2025, με τη διενέργεια μελέτης χωροθέτησης για την επιλογή της καταλληλότερης θέσης. Η επένδυση συνοδεύεται από Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης των ψηφιακών υποδομών της χώρας. Ο συνολικός προϋπολογισμός υπολογίζεται σε περίπου 240 εκατ. ευρώ, με τη χρηματοδότηση να εξετάζεται μέσω συνδυασμού ιδίων κεφαλαίων, τραπεζικού δανεισμού, επιχορηγήσεων και πιθανής συγχρηματοδότησης από ευρωπαϊκούς ή εθνικούς πόρους. Η υλοποίηση του έργου θα γίνει τμηματικά και σε τρία στάδια, με εκτιμώμενο χρόνο ολοκλήρωσης για κάθε κτίριο τους 18 μήνες. Το πρώτο οκτάμηνο θα περιλαμβάνει εκσκαφές, θεμελιώσεις και διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Το δεύτερο στάδιο, επίσης οκτώ μηνών, θα αφορά την ανέγερση των κτιρίων και των συνοδών υποδομών. Στο τελικό δίμηνο θα πραγματοποιηθεί η εγκατάσταση του ηλεκτρομηχανολογικού και πληροφοριακού εξοπλισμού, καθώς και η δοκιμαστική λειτουργία, ώστε κάθε μονάδα να τεθεί σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα. αφορά στην κατασκευή και λειτουργία Κέντρου Διαχείρισης Δεδομένων (Data Center) της εταιρείας Karatzis Group, αποτελούμενο από επτά (7) βιομηχανικά κτίρια, σε οικόπεδο επιφάνειας 342.466,17 τ.μ. Το Κέντρο Δεδομένων αποτελείται από 7 όμοια κτίρια, καθένα εκ των οποίων καταλαμβάνει 14.717 τ.μ. της πραγματοποιούμενης Κάλυψης, 19.267,48 τ.μ. της πραγματοποιούμενης Δόμησης και 166.078,38 κ.μ. του πραγματοποιούμενου όγκου. Το κάθε επιμέρους κτίριο αποτελείται από τρεις (3) ενότητες, οι οποίες είναι άμεσα συνδεδεμένες μεταξύ τους και πρόκειται για τον χώρο άφιξης αναλωσίμων, αποθήκευσης και υποστηρικτικών λειτουργιών, το χώρο άφιξης εργαζομένων και διοικητικών γραφείων και τον κύριο μηχανολογικό χώρο (Data Halls) και υποστηρικτικών ηλεκτρομηχανολογικών εξοπλισμών. Η εγκατεστημένη Η/Μ ισχύς ανά κτίριο είναι 33,29 ΜW και η ονομαστική ισχύς για τον ΙΤ εξοπλισμό (data halls) 28,2 ΜWIT. Το συνολικό φορτίο του κάθε κτιρίου είναι 61,49 MW και η συνολική ισχύς για τα επτά κτίρια είναι 430,43 ΜW. Το υπό μελέτη Κέντρο Διαχείρισης Δεδομένων βρίσκεται εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, με πρόσωπο επί του Παράδρομου του Αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ [Ε75], στη θέση «ΑΜΠΕΛΙΑ» Τ.Κ. Κάστρου, Δήμου Ορχομενού. Ο πλησιέστερος οικισμός (Κάστρο) βρίσκεται 1,9 km σε ευθεία απόσταση νότια του υπό μελέτη γεωτεμαχίου. Tο έτος 2025 ξεκίνησε ο σχεδιασμός του έργου όπου αρχικά πραγματοποιήθηκε μελέτη χωροθέτησης προκειμένου να βρεθεί η κατάλληλη θέση εγκατάστασης του προτεινόμενου Data Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για την κατασκευή και λειτουργία Κέντρου Δεδομένων (Data Center) στην Τ.Κ. Κάστρου, Δήμου Ορχομενού, Π.Ε. Βοιωτίας, Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας Ο συνολικός εκτιμώμενος προϋπολογισμός των έργων συνολικά ανέρχεται σε περίπου €240.000.000. Προφανώς, ο προϋπολογισμός μπορεί να διαφοροποιηθεί ανάλογα με την περίοδο εκτέλεσης του έργου και τις τρέχουσες τιμές αγοράς του σχετικού εξοπλισμού. Η ανάπτυξη και λειτουργία της επένδυσης θα πραγματοποιηθεί με συνδυασμό ή έναν από τους ακόλουθους τρόπους: συγχρηματοδότηση από ευρωπαϊκά ταμεία ή εθνικούς πόρους, ιδία κεφάλαια, επιχορηγήσεις και τραπεζικό δανεισμό. Η υλοποίηση του έργου προβλέπεται να πραγματοποιηθεί τμηματικά, σε τρία στάδια, με την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων για κάθε επιμέρους κτίριο να εκτιμάται σε χρονικό ορίζοντα 18 μηνών. Κατά το πρώτο στάδιο, διάρκειας οκτώ μηνών, θα εκτελεστούν οι απαιτούμενες εκσκαφές και εργασίες θεμελίωσης των κτιρίων, καθώς και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Το δεύτερο στάδιο, επίσης διάρκειας οκτώ μηνών, αφορά στην ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων και την κατασκευή των συνοδών υποδομών που απαιτούνται για τη λειτουργία του Κέντρου Διαχείρισης Δεδομένων. Τέλος, το τρίτο στάδιο, διάρκειας δύο μηνών, περιλαμβάνει την εγκατάσταση του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού, την ενσωμάτωση των πληροφοριακών συστημάτων και τη διενέργεια δοκιμαστικής λειτουργίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης και ασφαλής επιχειρησιακή ετοιμότητα της κάθε μονάδας. View full είδηση
-
Ένα από τα μεγαλύτερα έργα ψηφιακών υποδομών στην περιοχή της Βοιωτίας δρομολογεί η εταιρεία Karatzis Group, προχωρώντας στην ανάπτυξη Κέντρου Διαχείρισης Δεδομένων (Data Center) στην Τ.Κ. Κάστρου, του Δήμου Ορχομενού. Η επένδυση θα αναπτυχθεί σε έκταση 342.466,17 τ.μ. και προβλέπει την κατασκευή επτά σύγχρονων βιομηχανικών κτιρίων, τα οποία θα είναι όμοια μεταξύ τους. Κάθε κτίριο θα καλύπτει 14.717 τ.μ., με συνολική δόμηση 19.267,48 τ.μ. συνθέτοντας ένα εκτεταμένο και υψηλών προδιαγραφών τεχνολογικό συγκρότημα. Κάθε μονάδα θα περιλαμβάνει τρεις βασικές λειτουργικές ενότητες: τον χώρο παραλαβής και αποθήκευσης υλικών με τις απαραίτητες υποστηρικτικές εγκαταστάσεις, τον χώρο υποδοχής εργαζομένων και διοικητικών γραφείων, καθώς και τον κύριο μηχανολογικό πυρήνα, όπου θα φιλοξενούνται τα Data Halls και ο κρίσιμος ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός. Η ενεργειακή κλίμακα του έργου είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η εγκατεστημένη ηλεκτρομηχανολογική ισχύς ανά κτίριο φτάνει τα 33,29 MW, ενώ η ονομαστική ισχύς του ΙΤ εξοπλισμού ανέρχεται σε 28,2 MWIT. Το συνολικό φορτίο κάθε κτιρίου διαμορφώνεται σε 61,49 MW, με τη συνολική ισχύ και των επτά μονάδων να αγγίζει τα 430,43 MW. Το Κέντρο θα χωροθετηθεί εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, με πρόσωπο στον Παράδρομο του Αυτοκινητοδρόμου ΠΑΘΕ (Ε75), στη θέση «Αμπέλια». Ο πλησιέστερος οικισμός, το Κάστρο, βρίσκεται σε απόσταση περίπου 1,9 χιλιομέτρων νότια του οικοπέδου. Ο σχεδιασμός του έργου ξεκίνησε το 2025, με τη διενέργεια μελέτης χωροθέτησης για την επιλογή της καταλληλότερης θέσης. Η επένδυση συνοδεύεται από Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης των ψηφιακών υποδομών της χώρας. Ο συνολικός προϋπολογισμός υπολογίζεται σε περίπου 240 εκατ. ευρώ, με τη χρηματοδότηση να εξετάζεται μέσω συνδυασμού ιδίων κεφαλαίων, τραπεζικού δανεισμού, επιχορηγήσεων και πιθανής συγχρηματοδότησης από ευρωπαϊκούς ή εθνικούς πόρους. Η υλοποίηση του έργου θα γίνει τμηματικά και σε τρία στάδια, με εκτιμώμενο χρόνο ολοκλήρωσης για κάθε κτίριο τους 18 μήνες. Το πρώτο οκτάμηνο θα περιλαμβάνει εκσκαφές, θεμελιώσεις και διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Το δεύτερο στάδιο, επίσης οκτώ μηνών, θα αφορά την ανέγερση των κτιρίων και των συνοδών υποδομών. Στο τελικό δίμηνο θα πραγματοποιηθεί η εγκατάσταση του ηλεκτρομηχανολογικού και πληροφοριακού εξοπλισμού, καθώς και η δοκιμαστική λειτουργία, ώστε κάθε μονάδα να τεθεί σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα. αφορά στην κατασκευή και λειτουργία Κέντρου Διαχείρισης Δεδομένων (Data Center) της εταιρείας Karatzis Group, αποτελούμενο από επτά (7) βιομηχανικά κτίρια, σε οικόπεδο επιφάνειας 342.466,17 τ.μ. Το Κέντρο Δεδομένων αποτελείται από 7 όμοια κτίρια, καθένα εκ των οποίων καταλαμβάνει 14.717 τ.μ. της πραγματοποιούμενης Κάλυψης, 19.267,48 τ.μ. της πραγματοποιούμενης Δόμησης και 166.078,38 κ.μ. του πραγματοποιούμενου όγκου. Το κάθε επιμέρους κτίριο αποτελείται από τρεις (3) ενότητες, οι οποίες είναι άμεσα συνδεδεμένες μεταξύ τους και πρόκειται για τον χώρο άφιξης αναλωσίμων, αποθήκευσης και υποστηρικτικών λειτουργιών, το χώρο άφιξης εργαζομένων και διοικητικών γραφείων και τον κύριο μηχανολογικό χώρο (Data Halls) και υποστηρικτικών ηλεκτρομηχανολογικών εξοπλισμών. Η εγκατεστημένη Η/Μ ισχύς ανά κτίριο είναι 33,29 ΜW και η ονομαστική ισχύς για τον ΙΤ εξοπλισμό (data halls) 28,2 ΜWIT. Το συνολικό φορτίο του κάθε κτιρίου είναι 61,49 MW και η συνολική ισχύς για τα επτά κτίρια είναι 430,43 ΜW. Το υπό μελέτη Κέντρο Διαχείρισης Δεδομένων βρίσκεται εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, με πρόσωπο επί του Παράδρομου του Αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ [Ε75], στη θέση «ΑΜΠΕΛΙΑ» Τ.Κ. Κάστρου, Δήμου Ορχομενού. Ο πλησιέστερος οικισμός (Κάστρο) βρίσκεται 1,9 km σε ευθεία απόσταση νότια του υπό μελέτη γεωτεμαχίου. Tο έτος 2025 ξεκίνησε ο σχεδιασμός του έργου όπου αρχικά πραγματοποιήθηκε μελέτη χωροθέτησης προκειμένου να βρεθεί η κατάλληλη θέση εγκατάστασης του προτεινόμενου Data Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για την κατασκευή και λειτουργία Κέντρου Δεδομένων (Data Center) στην Τ.Κ. Κάστρου, Δήμου Ορχομενού, Π.Ε. Βοιωτίας, Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας Ο συνολικός εκτιμώμενος προϋπολογισμός των έργων συνολικά ανέρχεται σε περίπου €240.000.000. Προφανώς, ο προϋπολογισμός μπορεί να διαφοροποιηθεί ανάλογα με την περίοδο εκτέλεσης του έργου και τις τρέχουσες τιμές αγοράς του σχετικού εξοπλισμού. Η ανάπτυξη και λειτουργία της επένδυσης θα πραγματοποιηθεί με συνδυασμό ή έναν από τους ακόλουθους τρόπους: συγχρηματοδότηση από ευρωπαϊκά ταμεία ή εθνικούς πόρους, ιδία κεφάλαια, επιχορηγήσεις και τραπεζικό δανεισμό. Η υλοποίηση του έργου προβλέπεται να πραγματοποιηθεί τμηματικά, σε τρία στάδια, με την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων για κάθε επιμέρους κτίριο να εκτιμάται σε χρονικό ορίζοντα 18 μηνών. Κατά το πρώτο στάδιο, διάρκειας οκτώ μηνών, θα εκτελεστούν οι απαιτούμενες εκσκαφές και εργασίες θεμελίωσης των κτιρίων, καθώς και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Το δεύτερο στάδιο, επίσης διάρκειας οκτώ μηνών, αφορά στην ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων και την κατασκευή των συνοδών υποδομών που απαιτούνται για τη λειτουργία του Κέντρου Διαχείρισης Δεδομένων. Τέλος, το τρίτο στάδιο, διάρκειας δύο μηνών, περιλαμβάνει την εγκατάσταση του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού, την ενσωμάτωση των πληροφοριακών συστημάτων και τη διενέργεια δοκιμαστικής λειτουργίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης και ασφαλής επιχειρησιακή ετοιμότητα της κάθε μονάδας.
-
Κρίσιμη μάζα αποκτά σταδιακά η αγορά ψύξης των data centers, η οποία δείχνει να περνά σε μια νέα εποχή. Αυτό που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ένα τεχνικό υποσύστημα χαμηλής ορατότητας, σήμερα αναδεικνύεται σε κομβικό παράγοντα στρατηγικού σχεδιασμού. Η παγκόσμια αγορά ψύξης data centers έφτασε τα $9,6 δισ. το 2024 και οδεύει προς μια εκρηκτική αύξηση της τάξης του 50% σε ετήσια βάση το 2025. Ο καταλύτης είναι διπλός: η αλματώδης άνοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης και οι αυστηρότερες απαιτήσεις βιωσιμότητας. Η αγορά της ψύξης data centers εκτοξεύεται στα $9,6 δισ., με ετήσια αύξηση 50% το 2025 Τα δεδομένα δείχνουν ότι η μεταβολή δεν είναι συγκυριακή. Για την περίοδο 2020-2029, ο σύνθετος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης (CAGR) της αγοράς εκτιμάται στο 29,6%, αποτυπώνοντας τη μακροπρόθεσμη δυναμική ενός κλάδου, που επαναπροσδιορίζεται δομικά. Στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκεται η υγρή ψύξη, η οποία εξελίσσεται στον βασικό μοχλό ανάπτυξης της αγοράς. Ανάλυση της McKinsey & Company καταγράφει μια σαφή στροφή της αγοράς. Η υγρή ψύξη δεν λειτουργεί πλέον ως συμπληρωματική λύση, αλλά ως κυρίαρχη απάντηση στις νέες θερμικές απαιτήσεις, που δημιουργούν τα workloads της AI. Η αυξημένη πυκνότητα ισχύος και η συνεχής λειτουργία συστημάτων υψηλών επιδόσεων καθιστούν τα παραδοσιακά συστήματα αερόψυξης ανεπαρκή. Παράλληλα, η αγορά εγκαταλείπει σταδιακά τα μοντέλα ψύξης σε επίπεδο rack και μεταβαίνει σε λύσεις διαχείρισης θερμότητας σε επίπεδο εγκατάστασης (facility-level). Η μετάβαση αυτή σηματοδοτεί μια πιο ολιστική προσέγγιση, όπου η ψύξη ενσωματώνεται στον συνολικό σχεδιασμό του data center και δεν αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο τεχνικό ζήτημα. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένη ενεργειακή αποδοτικότητα και καλύτερη προσαρμογή στις ανάγκες μεγάλων υπολογιστικών φορτίων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι περιφερειακές διαφοροποιήσεις. Η ανάλυση εντοπίζει σημαντικές ευκαιρίες ανάπτυξης στην περιοχή της Ασίας και της Ωκεανίας, όπου η ζήτηση για data centers αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Οι αγορές αυτές λειτουργούν ως επιταχυντές υιοθέτησης νέων τεχνολογιών ψύξης, ενισχύοντας περαιτέρω τη δυναμική της υγρής ψύξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και οι ρυθμιστικές εξελίξεις. Οι κανονισμοί, που σχετίζονται με την ενεργειακή απόδοση και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, λειτουργούν ως μοχλός επιτάχυνσης για την υιοθέτηση προηγμένων θερμικών λύσεων. Η υγρή ψύξη, ως τεχνολογία, που ανταποκρίνεται πιο αποτελεσματικά στις απαιτήσεις βιωσιμότητας, αποκτά έτσι και θεσμική ώθηση. Για τους οργανισμούς, που σχεδιάζουν επενδύσεις σε υποδομές data centers, τα παραπάνω δεδομένα δεν αποτελούν απλώς μια εικόνα της αγοράς, αλλά κρίσιμες παραμέτρους στρατηγικού σχεδιασμού. Η επιλογή τεχνολογίας ψύξης επηρεάζει άμεσα το λειτουργικό κόστος, την ενεργειακή απόδοση και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των εγκαταστάσεων. Η επανάσταση της υγρής ψύξης δεν είναι μια μελλοντική υπόσχεση. Είναι μια πραγματικότητα, που ήδη αναδιαμορφώνει την αρχιτεκτονική των data centers και επανακαθορίζει τα όρια μεταξύ τεχνολογικής και επιχειρησιακής απόφασης. Όσοι κινηθούν έγκαιρα, θα είναι και αυτοί που θα διαμορφώσουν το νέο τοπίο. View full είδηση
-
Κρίσιμη μάζα αποκτά σταδιακά η αγορά ψύξης των data centers, η οποία δείχνει να περνά σε μια νέα εποχή. Αυτό που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ένα τεχνικό υποσύστημα χαμηλής ορατότητας, σήμερα αναδεικνύεται σε κομβικό παράγοντα στρατηγικού σχεδιασμού. Η παγκόσμια αγορά ψύξης data centers έφτασε τα $9,6 δισ. το 2024 και οδεύει προς μια εκρηκτική αύξηση της τάξης του 50% σε ετήσια βάση το 2025. Ο καταλύτης είναι διπλός: η αλματώδης άνοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης και οι αυστηρότερες απαιτήσεις βιωσιμότητας. Η αγορά της ψύξης data centers εκτοξεύεται στα $9,6 δισ., με ετήσια αύξηση 50% το 2025 Τα δεδομένα δείχνουν ότι η μεταβολή δεν είναι συγκυριακή. Για την περίοδο 2020-2029, ο σύνθετος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης (CAGR) της αγοράς εκτιμάται στο 29,6%, αποτυπώνοντας τη μακροπρόθεσμη δυναμική ενός κλάδου, που επαναπροσδιορίζεται δομικά. Στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκεται η υγρή ψύξη, η οποία εξελίσσεται στον βασικό μοχλό ανάπτυξης της αγοράς. Ανάλυση της McKinsey & Company καταγράφει μια σαφή στροφή της αγοράς. Η υγρή ψύξη δεν λειτουργεί πλέον ως συμπληρωματική λύση, αλλά ως κυρίαρχη απάντηση στις νέες θερμικές απαιτήσεις, που δημιουργούν τα workloads της AI. Η αυξημένη πυκνότητα ισχύος και η συνεχής λειτουργία συστημάτων υψηλών επιδόσεων καθιστούν τα παραδοσιακά συστήματα αερόψυξης ανεπαρκή. Παράλληλα, η αγορά εγκαταλείπει σταδιακά τα μοντέλα ψύξης σε επίπεδο rack και μεταβαίνει σε λύσεις διαχείρισης θερμότητας σε επίπεδο εγκατάστασης (facility-level). Η μετάβαση αυτή σηματοδοτεί μια πιο ολιστική προσέγγιση, όπου η ψύξη ενσωματώνεται στον συνολικό σχεδιασμό του data center και δεν αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο τεχνικό ζήτημα. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένη ενεργειακή αποδοτικότητα και καλύτερη προσαρμογή στις ανάγκες μεγάλων υπολογιστικών φορτίων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι περιφερειακές διαφοροποιήσεις. Η ανάλυση εντοπίζει σημαντικές ευκαιρίες ανάπτυξης στην περιοχή της Ασίας και της Ωκεανίας, όπου η ζήτηση για data centers αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Οι αγορές αυτές λειτουργούν ως επιταχυντές υιοθέτησης νέων τεχνολογιών ψύξης, ενισχύοντας περαιτέρω τη δυναμική της υγρής ψύξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και οι ρυθμιστικές εξελίξεις. Οι κανονισμοί, που σχετίζονται με την ενεργειακή απόδοση και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, λειτουργούν ως μοχλός επιτάχυνσης για την υιοθέτηση προηγμένων θερμικών λύσεων. Η υγρή ψύξη, ως τεχνολογία, που ανταποκρίνεται πιο αποτελεσματικά στις απαιτήσεις βιωσιμότητας, αποκτά έτσι και θεσμική ώθηση. Για τους οργανισμούς, που σχεδιάζουν επενδύσεις σε υποδομές data centers, τα παραπάνω δεδομένα δεν αποτελούν απλώς μια εικόνα της αγοράς, αλλά κρίσιμες παραμέτρους στρατηγικού σχεδιασμού. Η επιλογή τεχνολογίας ψύξης επηρεάζει άμεσα το λειτουργικό κόστος, την ενεργειακή απόδοση και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των εγκαταστάσεων. Η επανάσταση της υγρής ψύξης δεν είναι μια μελλοντική υπόσχεση. Είναι μια πραγματικότητα, που ήδη αναδιαμορφώνει την αρχιτεκτονική των data centers και επανακαθορίζει τα όρια μεταξύ τεχνολογικής και επιχειρησιακής απόφασης. Όσοι κινηθούν έγκαιρα, θα είναι και αυτοί που θα διαμορφώσουν το νέο τοπίο.
-
Ραγδαίες ανακατατάξεις σημειώνονται στην αγορά των data centres στην Ευρώπη, καθώς η ζήτηση για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης σημειώνει ιστορικό άλμα. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της CBRE, οι συμφωνίες για AI–focused colocation capacity έφτασαν τα 414 MW στο εννεάμηνο του 2025, από μόλις 133 MW την αντίστοιχη περίοδο του 2024 καταγράφοντας μια αύξηση που, όπως λένε οι αναλυτές, αλλάζει τα δεδομένα του κλάδου. Η άνοδος αυτή συμπίπτει με την ταχεία επέκταση των λεγόμενων neoclouds, των νέων παρόχων υποδομών ειδικά για εφαρμογές AI, οι οποίοι σπεύδουν να εξασφαλίσουν μεγάλες εγκαταστάσεις σε όλη την Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, η δραστηριότητα των παραδοσιακών hyperscalers εμφανίζει πρόσκαιρη επιβράδυνση, αφήνοντας διαθέσιμη χωρητικότητα που αξιοποιείται πλέον από τους νεοεισερχόμενους παίκτες. Το επίκεντρο της «έκρηξης» εντοπίζεται στην Σκανδιναβία, που συγκεντρώνει το 57% της συνολικής AI χωρητικότητας που έχει υπογραφεί μέχρι στιγμής το 2025. Η πρόσβαση σε άφθονη, χαμηλού κόστους ανανεώσιμη ενέργεια καθιστά τη Σκανδιναβία την πλέον ελκυστική περιοχή για ενεργοβόρους AI υπολογιστικούς φόρτους, που απαιτούν έως και τριπλάσια ενεργειακή πυκνότητα σε σχέση με τα παραδοσιακά workloads. Οι επενδυτικές ευκαιρίες για developers και operators είναι πλέον ιδιαίτερα ελκυστικές, με τις εταιρείες να διεκδικούν υψηλότερα μισθώματα για εγκαταστάσεις «AI-ready». Το ενεργειακό κόστος και η υποδομή ισχύος αποτελούν πλέον τον κρίσιμο παράγοντα επιλογής τοποθεσίας, καθώς οι ανάγκες ψύξης, διανομής ενέργειας και ενισχυμένης υποδομής αυξάνουν σημαντικά το αρχικό επενδυτικό κόστος. «Οι neoclouds έχουν επεκτείνει σημαντικά το αποτύπωμά τους στην Ευρώπη φέτος, απορροφώντας διαθέσιμους χώρους που είχαν σχεδιαστεί για hyperscalers. Είναι ένδειξη ότι οι πάροχοι data centres αισθάνονται πλέον μεγαλύτερη άνεση με τις ανάγκες και τους όρους συνεργασίας των neoclouds», ανέφερε ο Andrew Jay, επικεφαλής Data Centre Solutions Ευρώπης της CBRE. Οι operators, σύμφωνα με την CBRE, ακολουθούν μια προσέγγιση αυξημένης διαχείρισης κινδύνου, επιβάλλοντας αυξημένα μισθώματα και πιο αυστηρές συμβατικές δομές, ώστε να αντισταθμίσουν τα υψηλά κόστη κατασκευής των νέων, ενεργειακά απαιτητικών εγκαταστάσεων. «Βλέπουμε εντυπωσιακή ανάπτυξη των neocloud providers, ιδιαίτερα στα Nordics, όπου η φθηνότερη και πιο άφθονη ανανεώσιμη ενέργεια τους δίνει σημαντικό πλεονέκτημα», σημείωσε ο Kevin Restivo, Director European Data Centre Research της CBRE. Με την τεχνητή νοημοσύνη να αυξάνει εκθετικά τις απαιτήσεις σε ισχύ και θερμική διαχείριση, η ευρωπαϊκή αγορά data centres εισέρχεται σε περίοδο ανακατάταξης, με τις επενδύσεις να κατευθύνονται κυρίως προς περιοχές με «πράσινη» ενεργειακή υπεροχή – και τους νέους παίκτες να κερδίζουν έδαφος με ταχύτητα που δεν έχει προηγούμενο. View full είδηση
-
Η τεχνητή νοημοσύνη εκτοξεύει τη ζήτηση σε data center στην Ευρώπη
Engineer posted a είδηση in Τεχνολογία
Ραγδαίες ανακατατάξεις σημειώνονται στην αγορά των data centres στην Ευρώπη, καθώς η ζήτηση για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης σημειώνει ιστορικό άλμα. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της CBRE, οι συμφωνίες για AI–focused colocation capacity έφτασαν τα 414 MW στο εννεάμηνο του 2025, από μόλις 133 MW την αντίστοιχη περίοδο του 2024 καταγράφοντας μια αύξηση που, όπως λένε οι αναλυτές, αλλάζει τα δεδομένα του κλάδου. Η άνοδος αυτή συμπίπτει με την ταχεία επέκταση των λεγόμενων neoclouds, των νέων παρόχων υποδομών ειδικά για εφαρμογές AI, οι οποίοι σπεύδουν να εξασφαλίσουν μεγάλες εγκαταστάσεις σε όλη την Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, η δραστηριότητα των παραδοσιακών hyperscalers εμφανίζει πρόσκαιρη επιβράδυνση, αφήνοντας διαθέσιμη χωρητικότητα που αξιοποιείται πλέον από τους νεοεισερχόμενους παίκτες. Το επίκεντρο της «έκρηξης» εντοπίζεται στην Σκανδιναβία, που συγκεντρώνει το 57% της συνολικής AI χωρητικότητας που έχει υπογραφεί μέχρι στιγμής το 2025. Η πρόσβαση σε άφθονη, χαμηλού κόστους ανανεώσιμη ενέργεια καθιστά τη Σκανδιναβία την πλέον ελκυστική περιοχή για ενεργοβόρους AI υπολογιστικούς φόρτους, που απαιτούν έως και τριπλάσια ενεργειακή πυκνότητα σε σχέση με τα παραδοσιακά workloads. Οι επενδυτικές ευκαιρίες για developers και operators είναι πλέον ιδιαίτερα ελκυστικές, με τις εταιρείες να διεκδικούν υψηλότερα μισθώματα για εγκαταστάσεις «AI-ready». Το ενεργειακό κόστος και η υποδομή ισχύος αποτελούν πλέον τον κρίσιμο παράγοντα επιλογής τοποθεσίας, καθώς οι ανάγκες ψύξης, διανομής ενέργειας και ενισχυμένης υποδομής αυξάνουν σημαντικά το αρχικό επενδυτικό κόστος. «Οι neoclouds έχουν επεκτείνει σημαντικά το αποτύπωμά τους στην Ευρώπη φέτος, απορροφώντας διαθέσιμους χώρους που είχαν σχεδιαστεί για hyperscalers. Είναι ένδειξη ότι οι πάροχοι data centres αισθάνονται πλέον μεγαλύτερη άνεση με τις ανάγκες και τους όρους συνεργασίας των neoclouds», ανέφερε ο Andrew Jay, επικεφαλής Data Centre Solutions Ευρώπης της CBRE. Οι operators, σύμφωνα με την CBRE, ακολουθούν μια προσέγγιση αυξημένης διαχείρισης κινδύνου, επιβάλλοντας αυξημένα μισθώματα και πιο αυστηρές συμβατικές δομές, ώστε να αντισταθμίσουν τα υψηλά κόστη κατασκευής των νέων, ενεργειακά απαιτητικών εγκαταστάσεων. «Βλέπουμε εντυπωσιακή ανάπτυξη των neocloud providers, ιδιαίτερα στα Nordics, όπου η φθηνότερη και πιο άφθονη ανανεώσιμη ενέργεια τους δίνει σημαντικό πλεονέκτημα», σημείωσε ο Kevin Restivo, Director European Data Centre Research της CBRE. Με την τεχνητή νοημοσύνη να αυξάνει εκθετικά τις απαιτήσεις σε ισχύ και θερμική διαχείριση, η ευρωπαϊκή αγορά data centres εισέρχεται σε περίοδο ανακατάταξης, με τις επενδύσεις να κατευθύνονται κυρίως προς περιοχές με «πράσινη» ενεργειακή υπεροχή – και τους νέους παίκτες να κερδίζουν έδαφος με ταχύτητα που δεν έχει προηγούμενο. -
Τη σχέση τεχνολογίας και περιβάλλοντος έρχεται να επαναπροσδιορίσει η ραγδαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) και των data centers, δημιουργώντας μια διπλή δυναμική. Αφενός, η AI λειτουργεί ως εργαλείο για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, τη βελτιστοποίηση παραγωγικών διαδικασιών και τον περιορισμό αποβλήτων. Αφετέρου, η εκρηκτική αύξηση της υπολογιστικής ισχύος αυξάνει το ενεργειακό αποτύπωμα. Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της Bain & Company, οι εκπομπές CO₂ από τη λειτουργία εφαρμογών AI και data centers ενδέχεται να φτάσουν έως και 810 εκατ. τόνους ετησίως έως το 2035. Το νούμερο αυτό αντιστοιχεί στο 2% των παγκόσμιων και στο 17% των βιομηχανικών εκπομπών. Η ίδια μελέτη, «The Visionary CEO’s Guide to Sustainability 2025», αναδεικνύει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει ισχυρό μοχλό βιωσιμότητας και επιχειρηματικής αξίας, εφόσον αξιοποιηθεί στρατηγικά. ΑΙ και Data Centers μπορούν να παράγουν ετησίως το 2% των παγκόσμιων και το 17% των βιομηχανικών εκπομπών έως το 2035 Ήδη, 80% των κορυφαίων στελεχών, που συμμετείχαν στην έρευνα, αναγνωρίζουν τη δυναμική της AI στη μείωση εκπομπών και στην επίτευξη στόχων ESG, ενώ το 20% των πιο προχωρημένων εταιρειών τη χρησιμοποιεί τρεις φορές συχνότερα για δράσεις βιωσιμότητας. Η Bain & Company καταγράφει μια νέα ισορροπία μεταξύ τεχνολογίας και επιχειρηματικής στρατηγικής: η βιωσιμότητα δεν αποτελεί πλέον ηθική υποχρέωση, αλλά στρατηγικό μοχλό ανάπτυξης. Παρ’ ότι οι CEOs αναφέρονται λιγότερο συχνά σε θέματα ESG σε σχέση με το 2023, συνεχίζουν να υλοποιούν δράσεις μετρήσιμου αποτελέσματος. Οι προτεραιότητες σε όρους βιωσιμότητας Η ανάλυση περισσότερων από 35.000 δηλώσεων 150 κορυφαίων CEOs δείχνει πως η «κόπωση» γύρω από τη βιωσιμότητα δίνει τη θέση της σε μια πιο ρεαλιστική, πράξη-κεντρική προσέγγιση. Όπως επισημαίνει η Bain & Company Greece, «οι εταιρείες μιλούν λιγότερο για τη βιωσιμότητα, αλλά την εφαρμόζουν περισσότερο – αυτό είναι το λεγόμενο do-say gap. Οι πελάτες τη ζητούν, οι επενδυτές την απαιτούν και οι κίνδυνοι την καθιστούν αναγκαία. Η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης ενισχύει αυτή τη μετάβαση, συνδυάζοντας την περιβαλλοντική ευθύνη με απτά οικονομικά οφέλη». Η μελέτη καταδεικνύει ότι έως και το 25% των παγκόσμιων βιομηχανικών εκπομπών CO₂ μπορεί να μειωθεί με θετικό οικονομικό αποτέλεσμα, μέσα από δράσεις ενεργειακής αποδοτικότητας, κυκλικού σχεδιασμού και τοπικών εφοδιαστικών αλυσίδων. Ήδη, το 50% των B2B αγοραστών δηλώνει πως προτιμά προμηθευτές, που εφαρμόζουν βιώσιμες πρακτικές, ενώ το ποσοστό αυτό αναμένεται να φτάσει το 66% μέσα στην επόμενη τριετία. Αντίστοιχα, στο επίπεδο των καταναλωτών, σχεδόν ένας στους τρεις εφαρμόζει καθημερινά περισσότερες από έξι βιώσιμες πρακτικές, ενώ το 70% επιδιώκει να υιοθετήσει ακόμη περισσότερες. Παρά το υψηλό κόστος και την έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης, η βιωσιμότητα παραμένει σταθερή αξία: το 80% των καταναλωτών πιστεύει ότι οι ατομικές επιλογές έχουν ουσιαστικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο. Η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα. Ήδη, ένας στους τρεις χρήστες εργαλείων AI τα αξιοποιεί για επιλογή προϊόντων φιλικών προς το περιβάλλον. (από sepe.gr) View full είδηση
-
Τη σχέση τεχνολογίας και περιβάλλοντος έρχεται να επαναπροσδιορίσει η ραγδαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) και των data centers, δημιουργώντας μια διπλή δυναμική. Αφενός, η AI λειτουργεί ως εργαλείο για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, τη βελτιστοποίηση παραγωγικών διαδικασιών και τον περιορισμό αποβλήτων. Αφετέρου, η εκρηκτική αύξηση της υπολογιστικής ισχύος αυξάνει το ενεργειακό αποτύπωμα. Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της Bain & Company, οι εκπομπές CO₂ από τη λειτουργία εφαρμογών AI και data centers ενδέχεται να φτάσουν έως και 810 εκατ. τόνους ετησίως έως το 2035. Το νούμερο αυτό αντιστοιχεί στο 2% των παγκόσμιων και στο 17% των βιομηχανικών εκπομπών. Η ίδια μελέτη, «The Visionary CEO’s Guide to Sustainability 2025», αναδεικνύει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει ισχυρό μοχλό βιωσιμότητας και επιχειρηματικής αξίας, εφόσον αξιοποιηθεί στρατηγικά. ΑΙ και Data Centers μπορούν να παράγουν ετησίως το 2% των παγκόσμιων και το 17% των βιομηχανικών εκπομπών έως το 2035 Ήδη, 80% των κορυφαίων στελεχών, που συμμετείχαν στην έρευνα, αναγνωρίζουν τη δυναμική της AI στη μείωση εκπομπών και στην επίτευξη στόχων ESG, ενώ το 20% των πιο προχωρημένων εταιρειών τη χρησιμοποιεί τρεις φορές συχνότερα για δράσεις βιωσιμότητας. Η Bain & Company καταγράφει μια νέα ισορροπία μεταξύ τεχνολογίας και επιχειρηματικής στρατηγικής: η βιωσιμότητα δεν αποτελεί πλέον ηθική υποχρέωση, αλλά στρατηγικό μοχλό ανάπτυξης. Παρ’ ότι οι CEOs αναφέρονται λιγότερο συχνά σε θέματα ESG σε σχέση με το 2023, συνεχίζουν να υλοποιούν δράσεις μετρήσιμου αποτελέσματος. Οι προτεραιότητες σε όρους βιωσιμότητας Η ανάλυση περισσότερων από 35.000 δηλώσεων 150 κορυφαίων CEOs δείχνει πως η «κόπωση» γύρω από τη βιωσιμότητα δίνει τη θέση της σε μια πιο ρεαλιστική, πράξη-κεντρική προσέγγιση. Όπως επισημαίνει η Bain & Company Greece, «οι εταιρείες μιλούν λιγότερο για τη βιωσιμότητα, αλλά την εφαρμόζουν περισσότερο – αυτό είναι το λεγόμενο do-say gap. Οι πελάτες τη ζητούν, οι επενδυτές την απαιτούν και οι κίνδυνοι την καθιστούν αναγκαία. Η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης ενισχύει αυτή τη μετάβαση, συνδυάζοντας την περιβαλλοντική ευθύνη με απτά οικονομικά οφέλη». Η μελέτη καταδεικνύει ότι έως και το 25% των παγκόσμιων βιομηχανικών εκπομπών CO₂ μπορεί να μειωθεί με θετικό οικονομικό αποτέλεσμα, μέσα από δράσεις ενεργειακής αποδοτικότητας, κυκλικού σχεδιασμού και τοπικών εφοδιαστικών αλυσίδων. Ήδη, το 50% των B2B αγοραστών δηλώνει πως προτιμά προμηθευτές, που εφαρμόζουν βιώσιμες πρακτικές, ενώ το ποσοστό αυτό αναμένεται να φτάσει το 66% μέσα στην επόμενη τριετία. Αντίστοιχα, στο επίπεδο των καταναλωτών, σχεδόν ένας στους τρεις εφαρμόζει καθημερινά περισσότερες από έξι βιώσιμες πρακτικές, ενώ το 70% επιδιώκει να υιοθετήσει ακόμη περισσότερες. Παρά το υψηλό κόστος και την έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης, η βιωσιμότητα παραμένει σταθερή αξία: το 80% των καταναλωτών πιστεύει ότι οι ατομικές επιλογές έχουν ουσιαστικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο. Η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα. Ήδη, ένας στους τρεις χρήστες εργαλείων AI τα αξιοποιεί για επιλογή προϊόντων φιλικών προς το περιβάλλον. (από sepe.gr)
-
Δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που αφορά στο Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικής Επένδυσης (ΕΣΧΑΣΕ) στο Δήμο Σπάτων για το επενδυτικό σχέδιο «INVESTMENT IN DATA CENTRES IN GREECE» του επενδυτικού φορέα με την επωνυμία «MICROSOFT OPERATIONS 4733 HELLAS SINGLE MEMBER S.A.» με διακριτικό τίτλο «Microsoft Operations 4733». Η θέση της εγκατάστασης Το ακίνητο με κωδική ονομασία ΑΤΗ04 βρίσκεται στον Δήμο Σπάτων, αποτελείται από δύο επιμέρους οικόπεδα επιφάνειας περίπου 84.538,25 τ.μ, (Οικόπεδο 1 (O.T. Ε26) με επιφάνεια 14999,35 τ.μ. και Οικόπεδο 2 (O.T. Ε31) με επιφάνεια 69.538,9 τ.μ. και βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή του «Επιχειρηματικού Πάρκου Πέτρα Γιαλού-Βούλια-Προκαλήσι». Τα δυο οικόπεδα διαχωρίζονται από δρόμο που περνά εντός της τοποθεσίας. Ο χώρος σήμερα δεν είναι περιφραγμένος και είναι προσβάσιμος από όλες τις πλευρές. Πρόταση χωρικού προορισμού - Κτίρια και λοιπές υποδομές Η πρόταση αφορά την αξιοποίηση του ακινήτου ως μίας καινοτόμου και πρωτοποριακής επένδυσης τύπου Κέντρου Δεδομένων που θα αποτελεί τμήμα συμπλέγματος Κέντρων Δεδομένων που θα υπάρχει στην Περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής. Το εμβαδόν του ακινήτου είναι 84.538,25 τ.μ., (Οικόπεδο 1 (O.T. Ε26) με επιφάνεια 14.999,35 τ.μ. και Οικόπεδο 2 (O.T. Ε31) με επιφάνεια 69.538,91 τ.μ. Η χωρική ανάπτυξη του ακινήτου θα περιλαμβάνει κυρίως την χρήση γης Κέντρου Δεδομένων. Το κτίριο Κέντρου Δεδομένων - Data Center (DC) πρόκειται για μια βιομηχανικού τύπου εγκατάσταση που αποτελείται κυρίως από μηχανολογικό και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό αποθήκευσης δεδομένων πληροφορίας στο διαδίκτυο (cloud) και διαρθρώνεται με ένα κυρίως κτίριο και πληθώρα συνοδευτικών εγκαταστάσεων και υποδομών στον περιβάλλοντα χώρο του κτιρίου. Οι προβλεπόμενες θέσεις στάθμευσης είναι 50, εκ των οποίων οι προβλεπόμενες θέσεις στάθμευσης για ΑΜΕΑ είναι 3, ενώ ακόμη προβλέπονται άλλες 2 θέσεις στάθμευσης για βαρέα οχήματα, ενώ ο σχεδιασμός ακολουθεί τις απαιτήσεις πιστοποίησης LEED. Η πρόσβαση στον περιβάλλοντα χώρο της εγκατάστασης θα γίνεται από μια κεντρική είσοδο, στη βορειοανατολική πλευρά του οικοπέδου, και μια είσοδο έκτακτης ανάγκης στην βορειοδυτική πλευρά. Δημιουργείται εκτεταμένο εσωτερικό οδικό δίκτυο οχημάτων και άλλων συνοδών εγκαταστάσεων περιμετρικά του κτιρίου, το οποίο επεκτείνεται στο σύνολο της περιοχής παρέμβασης. Δημιουργείται περιφραγμένος χώρος για την αποκλειστική χρήση υποσταθμών του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΔΔΗΕ με ανεξάρτητη είσοδο από τη νότια πλευρά του οικοπέδου. Επίσης, εντός του χώρου της εγκατάστασης θα δημιουργηθεί και εσωτερικός υποσταθμός για τη διανομή της μέσης τάσης στο οικόπεδο. Το κτιριακό τμήμα της εγκατάστασης αποτελείται από μια ισόγεια κτιριακή μονάδα. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει την κατασκευή ενός κυρίως Κτιρίου Εξοπλισμού (Ballard Building) και ενός Κτιρίου Διοίκησης (Admin Building). Τα ενεργητικά μέτρα πυροπροστασίας του κτιρίου καλύπτουν τα επιβαλλόμενα μέτρα από το ΠΔ. 41/2018 (ΦΕΚ 80/Α/2018) και τα παθητικά μέτρα πυροπροστασίας έχουν παρθεί υπόψη στον σχεδιασμό του κτιρίου σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και διασφαλίζουν την προστασία του κτιρίου από πυρκαγιές και την αποτροπή διάδοσή τους. Συνοδευτικά για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας του κυρίως κτιρίου (Ballard Building), προβλέπεται η κατασκευή μονάδας επεξεργασίας νερού (Water Treatment Plantroom) προς χρήση στο σύστημα ψύξης, ενός αντλιοστασίου (pump house), μιας μονάδας αντίστροφης όσμωσης (Reverse Osmosis Treatment Platroom), τρείς δεξαμενές αποθήκευσης νερού, δύο λίμνες ανάσχεσης/αποθήκευσης ομβρίων υδάτων στην είσοδο της εγκατάστασης (attenuation ponds). Το αντλιοστάσιο και η δεξαμενή αποθήκευσης των λυμάτων θα βρίσκονται σε ξεχωριστό τμήμα του οικοπέδου, από τις υπόλοιπες εξωτερικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας και δεξαμενές αποθήκευσης. Εξαιτίας του μεγέθους και των λειτουργικών απαιτήσεων του έργου, μεγάλο τμήμα της περιοχής παρέμβασης χρήζει έργων εκσκαφής και επίχωσης τοπικά μεγαλύτερων του 1,5 m. Ωστόσο, τα υλικά εκσκαφής θα επαναχρησιμοποιηθούν στο μέγιστο εντός του χώρου της εγκατάστασης, εφόσον εξασφαλίζονται οι κατάλληλες μηχανικές ιδιότητες του υλικού και δεν υπάρχει κίνδυνος ρύπανσης του εδάφους και των υδάτων Σχετικά αρχεία: 1. Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.) 2. Μελέτη Πολεοδομικής Τεκμηρίωσης Ειδικού Σχεδίου Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικής Επένδυσης (Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.) 3. Μελέτη Γεωλογικής Καταλληλόλητας 4. Χάρτες Χάρτης ΣΜΠΕ 01 Χάρτης Προσανατολισμού Χάρτης ΣΜΠΕ 02 Χρήσεων Γης Χάρτης ΣΜΠΕ 03 ΕΣΧΑΣΕ Χάρτης ΣΜΠΕ 04 Σχέδιο Γενικής Διάταξης Χάρτης ΣΜΠΕ 05 Πρόταση ΕΣΧΑΣΕ Χάρτης GK_01_Χάρτης Γεωλογικός Χάρτης GK_02_Χάρτης Πληροφόρησης Χάρτης GK_03_Χάρτης Καταλληλόλητας View full είδηση
-
Εκρηκτική άνοδο στον όγκο των δεδομένων παγκοσμίως έφερε η πανδημία του κορονοϊού που ώθησε τους εργαζομένους στο να εργαστούν περισσότερο μέσω διαδικτύου. Οπως λέει η Savills σε έρευνα που πραγματοποίησε με τίτλο "Ευρωπαϊκά data centers" για να αντιμετωπιστεί αυτή η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης για αποθήκευση δεδομένων, ο αριθμός των κέντρων παγκοσμίως αυξάνεται γρήγορα. Ενώ αυτό δημιουργεί πολλές ευκαιρίες για operators, για developers αλλά και για τους επενδυτές, δημιουργεί επίσης και ορισμένες προκλήσεις για όλους τους παράγοντες της αγοράς, όπως την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο κ.ά. Σύμφωνα με την έρευνα από το β' τρίμηνο του 2010 έως και το β' τρίμηνο του 2020, 1,6 δισεκατομμύρια tablet έχουν πουληθεί παγκοσμίως, ενώ σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία το 59% του παγκόσμιου πληθυσμού είναι συνδεδεμένο στο ίντερνετ, έναντι 26,6% το 2010. Σύμφωνα με τον δείκτη Global Web Index, οι χρήστες του Διαδικτύου ξοδεύουν 6,43 ώρες "συνδεδεμένοι" κατά μέσο όρο ημερησίως, που αντιστοιχούν σε περίπου 100 ημέρες το χρόνο. Αν υπολογίσει κανείς έναν 8ωρο ύπνο στο 24ωρο, αυτό σημαίνει ότι περνάμε περισσότερο από το 40% της ζωής μας χρησιμοποιώντας το Διαδίκτυο, κάνοντας κλικ, "τιτιβίζοντας" (tweet), επιλέγοντας τι μας... "αρέσει" (like), και ταυτόχρονα δημιουργώντας και χρησιμοποιώντας δεδομένα. Καθώς η πανδημία του Covid-19 ώθησε τον κόσμο στο διαδίκτυο (τηλεργασία, συνδρομητικές υπηρεσίες κλπ) η ποσότητα των δεδομένων που δημιουργήθηκαν έχει αυξηθεί εντυπωσιακά. Σύμφωνα με το Domo, το 2020, μέσα σε ένα λεπτό παρακολουθήθηκαν παγκοσμίως 404.444 ώρες βίντεο στο Netflix, στάλθηκαν 42 εκατομμύρια μηνύματα στο WhatsApp και δαπανήθηκαν 1 εκατομμύριο δολάρια σε online αγορές. Χαρακτηριστικό της υπερ-χρήσης του διαδικτύου είναι τα στοιχεία από Amazon και Zoom με την πρώτη να στέλνει 6.659 πακέτα και το Zoom να φιλοξενεί 208.333 χρήστες. Οπως αναφέρει η Savills στην έκθεσή της οι χρήστες του Διαδικτύου δημιουργούν 2,5 quintillion (18 μηδενικά) byte δεδομένων κάθε μέρα. Εκτός αυτού, ο όγκος των δεδομένων που συλλέγονται στη βιομηχανία και στις εμπορικές επιχειρήσεις αυξάνεται επίσης με πρωτοφανή ρυθμό που προκαλείται από την άνοδο του Διαδικτύου των πραγμάτων (IoT), της τεχνητής νοημοσύνης (AI), της επαυξημένης πραγματικότητας (AR) και του blockchain. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης για αποθήκευση δεδομένων, ο αριθμός των παγκόσμιων κέντρων δεδομένων αυξάνεται γρήγορα. Ο αριθμός των κέντρων δεδομένων μεγάλης κλίμακας παγκοσμίως υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ του 2015 και του 2ου τριμήνου 2020 από 259 σε 541 σύμφωνα με την Cisco Systems. View full είδηση
-
Εκρηκτική άνοδο στον όγκο των δεδομένων παγκοσμίως έφερε η πανδημία του κορονοϊού που ώθησε τους εργαζομένους στο να εργαστούν περισσότερο μέσω διαδικτύου. Οπως λέει η Savills σε έρευνα που πραγματοποίησε με τίτλο "Ευρωπαϊκά data centers" για να αντιμετωπιστεί αυτή η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης για αποθήκευση δεδομένων, ο αριθμός των κέντρων παγκοσμίως αυξάνεται γρήγορα. Ενώ αυτό δημιουργεί πολλές ευκαιρίες για operators, για developers αλλά και για τους επενδυτές, δημιουργεί επίσης και ορισμένες προκλήσεις για όλους τους παράγοντες της αγοράς, όπως την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο κ.ά. Σύμφωνα με την έρευνα από το β' τρίμηνο του 2010 έως και το β' τρίμηνο του 2020, 1,6 δισεκατομμύρια tablet έχουν πουληθεί παγκοσμίως, ενώ σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία το 59% του παγκόσμιου πληθυσμού είναι συνδεδεμένο στο ίντερνετ, έναντι 26,6% το 2010. Σύμφωνα με τον δείκτη Global Web Index, οι χρήστες του Διαδικτύου ξοδεύουν 6,43 ώρες "συνδεδεμένοι" κατά μέσο όρο ημερησίως, που αντιστοιχούν σε περίπου 100 ημέρες το χρόνο. Αν υπολογίσει κανείς έναν 8ωρο ύπνο στο 24ωρο, αυτό σημαίνει ότι περνάμε περισσότερο από το 40% της ζωής μας χρησιμοποιώντας το Διαδίκτυο, κάνοντας κλικ, "τιτιβίζοντας" (tweet), επιλέγοντας τι μας... "αρέσει" (like), και ταυτόχρονα δημιουργώντας και χρησιμοποιώντας δεδομένα. Καθώς η πανδημία του Covid-19 ώθησε τον κόσμο στο διαδίκτυο (τηλεργασία, συνδρομητικές υπηρεσίες κλπ) η ποσότητα των δεδομένων που δημιουργήθηκαν έχει αυξηθεί εντυπωσιακά. Σύμφωνα με το Domo, το 2020, μέσα σε ένα λεπτό παρακολουθήθηκαν παγκοσμίως 404.444 ώρες βίντεο στο Netflix, στάλθηκαν 42 εκατομμύρια μηνύματα στο WhatsApp και δαπανήθηκαν 1 εκατομμύριο δολάρια σε online αγορές. Χαρακτηριστικό της υπερ-χρήσης του διαδικτύου είναι τα στοιχεία από Amazon και Zoom με την πρώτη να στέλνει 6.659 πακέτα και το Zoom να φιλοξενεί 208.333 χρήστες. Οπως αναφέρει η Savills στην έκθεσή της οι χρήστες του Διαδικτύου δημιουργούν 2,5 quintillion (18 μηδενικά) byte δεδομένων κάθε μέρα. Εκτός αυτού, ο όγκος των δεδομένων που συλλέγονται στη βιομηχανία και στις εμπορικές επιχειρήσεις αυξάνεται επίσης με πρωτοφανή ρυθμό που προκαλείται από την άνοδο του Διαδικτύου των πραγμάτων (IoT), της τεχνητής νοημοσύνης (AI), της επαυξημένης πραγματικότητας (AR) και του blockchain. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης για αποθήκευση δεδομένων, ο αριθμός των παγκόσμιων κέντρων δεδομένων αυξάνεται γρήγορα. Ο αριθμός των κέντρων δεδομένων μεγάλης κλίμακας παγκοσμίως υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ του 2015 και του 2ου τριμήνου 2020 από 259 σε 541 σύμφωνα με την Cisco Systems.
-
Ολοκληρώθηκε το νέο θεσμικό πλαίσιο για την αδειοδότηση λειτουργίας των Κέντρων Δεδομένων (Data Centers), σε συνδυασμό με την πρόσβαση στην πράσινη ενέργεια μέσω Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και το εκτεταμένο δίκτυο οπτικών ινών, με το οποίο καθίσταται η Ελλάδα σημαντικός ψηφιακός κόμβος και προορισμός για τους επενδυτές. Τα κέντρα δεδομένων αποτελούν εξαιρετικά σημαντικό τομέα οικονομικής δραστηριότητας και βασική υποδομή της νέας ψηφιακής εποχής για τη χώρα μας. Υποστηρίζουν κρίσιμες λειτουργίες, όπως: το cloud computing τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης (AI) το Internet of Things (IoT) Στον νόμο 5069/2023 και την ΚΥΑ, προβλέπεται σειρά ρυθμίσεων, που εκκινούν από τον ορισμό της δραστηριότητας η οποία για πρώτη φορά αποτυπώνεται σε θεσμικό κείμενο στην Ελλάδα. Τα κέντρα δεδομένων εμπίπτουν στο καθεστώς γνωστοποίησης του νόμου 4442/2016. Ειδικότερα, στο καθεστώς γνωστοποίησης εμπίπτουν τα κέντρα δεδομένων: τα οποία παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς τρίτους, εν μέρει ή αποκλειστικά, εφόσον έχουν ονομαστική ηλεκτρική ισχύ εξοπλισμού τεχνολογιών πληροφορικής ίση ή μεγαλύτερη των διακοσίων (200) kW. τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για ίδια χρήση, εφόσον έχουν ονομαστική ηλεκτρική ισχύ εξοπλισμού τεχνολογιών πληροφορικής ίση ή μεγαλύτερη των χιλίων (1000) kW. Τα λοιπά κέντρα δεδομένων, με μικρότερη ισχύ, δεν υποβάλλουν γνωστοποίηση, οφείλουν όμως να ικανοποιούν τις λοιπές προβλέψεις της νομοθεσίας σχετικά με τις κτιριοδομικές απαιτήσεις, τις χρήσεις γης την πυροπροστασία κ.λπ. Η έναρξη ισχύος της ΚΥΑ εκκινεί την 1η Μαρτίου 2025. Ειδικότερα, την υπ’ αριθμ. 96038/2024 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ), συνυπέγραψε η Υφυπουργός Ανάπτυξης κα Άννα Μάνη – Παπαδημητρίου μαζί με συναρμόδιους Υπουργούς. Η Υφυπουργός Ανάπτυξης δήλωσε: «Η Ελλάδα, στην κατεύθυνση που έχει δώσει ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, αναδεικνύεται σε διεθνή κόμβο δεδομένων, έτοιμη να υποδεχθεί κορυφαίες εταιρείες από όλον τον κόσμο. Αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων της νέας ψηφιακής εποχής». View full είδηση
-
Η επένδυση του 1 δισ. στο Data Center της Microsoft στα Σπάτα
Engineer posted a είδηση in Τεχνολογία
Μια «ματιά» στο πώς θα είναι η πολυαναμενόμενη επένδυση της Microsoft, το Κέντρο Δεδομένων που θα αναπτυχθεί στα Σπάτα ως μέρος του συμπλέγματος του ελληνικού Azure cloud region, επιτρέπει η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που τέθηκε σε διαβούλευση με καταληκτική ημερομηνία την 5η Μαΐου 2024. Η επένδυση βρίσκεται πλέον στη γραμμή εκκίνησης για τις πρόδρομες εργασίες έπειτα από 3,5 χρόνια καθυστερήσεων, που συνδέονται με την πολυπλοκότητα αυτής της greenfield επένδυσης, αλλά και διαφόρων άλλων παραγόντων. Υπενθυμίζεται πως στα μέσα Ιανουαρίου υπεγράφη το Προεδρικό Διάταγμα, και ακολούθως δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, με το οποίο εγκρίθηκε το Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικής Επένδυσης (ΕΣΧΑΣΕ) και η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που το συνοδεύει. Μια εξέλιξη που άνοιξε τον δρόμο για την υλοποίηση της επένδυσης ύψους 1 δισ. ευρώ (χωρίς τον ΦΠΑ), που θα δώσει σημαντική ώθηση στον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας, καθιστώντας την περιφερειακό πόλο στις υποδομές της cloud τεχνολογίας. Σύμφωνα με τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, το Κέντρο Δεδομένων Σπάτων με βάση τον προγραμματισμό της εταιρείας θα αποτελέσει μέρος ενός ευρύτερου συμπλέγματος Κέντρων Δεδομένων στην Ανατολική Αττική. Η εγκατάσταση περιλαμβάνει 2 υποτμήματα (COLOs) παροχής ισχύος 9,6 MW ΙΤ για το κάθε υποτμήμα και συνολικά 19,2 ΜW IT, ενώ η συνολική παροχή ισχύος της εγκατάστασης θα είναι 25 MW. Το υπό μελέτη έργο θα κατασκευαστεί σε χώρο που βρίσκεται περίπου 1,1 χλμ βόρεια των Σπάτων, και αποτελείται από δύο επιμέρους οικόπεδα αθροιστικής επιφάνειας περίπου 84.537,41 τ.μ. εντός του εγκεκριμένου επιχειρηματικού πάρκου «Πέτρα Γιαλού – Βούλια – Προκαλήσι». Το προτεινόμενο Κέντρο Δεδομένων αφορά μια βιομηχανικού τύπου εγκατάσταση που αποτελείται κυρίως από εξοπλισμό αποθήκευσης δεδομένων πληροφορίας στο διαδίκτυο (cloud). Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει την κατασκευή ενός ενιαίου ισόγειου κτιρίου με 2 επί μέρους χώρους, όπου ο ένας φιλοξενεί το Κτίριο Εξοπλισμού (Ballard Building), το οποίο είναι 8.627 τ.μ., και ο δεύτερος το Κτίριο Διοίκησης, το οποίο είναι 1,343 τμ. Τα δύο αυτά βασικά λειτουργικά τμήματα εκτείνονται από το νοτιοδυτικό έως το βορειοδυτικό τμήμα του οικοπέδου και περιλαμβάνουν στη συνέχεια μικρότερες αίθουσες, χώρους μηχανολογικού και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, χώρους αποθήκευσης και παραλαβής υλικών και καυσίμων, αίθουσες γραφείων και υπαίθριους χώρους κλπ. Πρόκειται για μια σύγχρονη εγκατάσταση, η οποία αποτελείται κυρίως από ένα μεταλλικό κτίσμα ενός ορόφου, και βοηθητικές εγκαταστάσεις, χώρους πρασίνου και εσωτερική οδοποιία. Εκατέρωθεν του Κτιρίου Εξοπλισμού βρίσκονται τα διάφορα υποστηρικτικά συστήματα της λειτουργίας του Κέντρου Δεδομένων. Στην περιοχή αυτή βρίσκονται επίσης εννέα εφεδρικά ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη, οι υπαίθριοι μετασχηματιστές μέσης τάσης, δωμάτια μπαταριών UPS και ηλεκτρικοί πίνακες διανομής ενέργειας. Επίσης, εκεί βρίσκονται οι δεξαμενές ανάκτησης νερού από το σύστημα ψύξης, οι ελαιοδιαχωριστές απομάκρυνσης ελαιωδών συστατικών από τα υγρά απόβλητα και η δεξαμενή υδροσυλλογής του νερού πυρόσβεσης από τους χώρους μπαταριών. Το Κτίριο Εξοπλισμού είναι ο πυρήνας της εγκατάστασης, καθώς φιλοξενεί τον κυρίως εξοπλισμό του Κέντρου Δεδομένων και αποτελείται από τους παρακάτω βασικούς χώρους: i. Αίθουσα Διακομιστών. Πρόκειται για τον χώρο που είναι κατειλημμένος από Racks ii. Χώροι Ηλεκτρολογικού υλικού (χαμηλής τάσης, αδιάλειπτης παροχής ρεύματος (UPS) και μπαταριών) iii. Μηχανολογικός χώρος, που φιλοξενεί τις κλιματιστικές μονάδες ψύξης των Κυψελών Δεδομένων Το Κτίριο Διοίκησης αποτελείται από γραφεία, αίθουσες συνεδριάσεων, αποθήκες, βοηθητικούς χώρους, καθώς και κάποιους μικρούς μηχανολογικούς χώρους. Τα βασικά στοιχεία που περιλαμβάνει το Κτίριο Διοίκησης είναι το Κέντρο Επιχειρήσεων Εγκατάστασης (Facility Operations Center, FOC), το Κέντρο επιχειρήσεων Ασφαλείας (Security Operations Center, SOC), η Αποβάθρα Φόρτωσης (Loading Dock), το Δωμάτιο Καταστροφέα (Shred room), τους Αποθηκευτικούς χώρους (Storage), τον Χώρο Φορτοεκφόρτωσης (Loading Dock), τον Χώρο Παραλαβής (Receiving / Staging area), τους χώρους γραφείων (Open Office) και την Αίθουσα Διαλειμμάτων (Break room). Η χωρική κάλυψη του οικοπέδου ολοκληρώνεται με τον υπαίθριο κενό χώρο. Στον χώρο αυτόν που δημιουργείται περιμετρικά της εγκατάστασης, εντός της περίφραξης και εξωτερικά των κτιρίων, αναπτύσσεται χώρος πρασίνου με φυτεύσεις δέντρων, αλλά και χαμηλότερη βλάστηση, όπως θάμνοι και λοιπά εδαφοκαλυπτικά φυτά, καθώς και αδρανή κ.ά. Επίσης, κατά μήκος του εσωτερικού οδικού δικτύου που αναπτύσσεται από την είσοδο της εγκατάστασης έως και τον χώρο στάθμευσης, θα γίνουν φυτεύσεις. Η φύτευση στοχεύει στην επίτευξη της οπτικής κάλυψης του έργου και στη συνέχεια στην εναρμόνιση του περιβάλλοντος χώρου με το τοπίο και το κλίμα της περιοχής. Η οπτική κάλυψη επιτυγχάνεται με τη δημιουργία δενδροστοιχιών και συστάδων από δενδρώδη μεσογειακά είδη. Επιπροσθέτως, σκοπός της φύτευσης είναι να λειτουργήσει και ως μέτρο αντιμετώπισης της πιθανής μικρής αύξησης της θερμοκρασίας τοπικά, εξαιτίας της λειτουργίας του συστήματος ψύξης της εγκατάστασης. Οι προτεινόμενες φυτεύσεις στον περιβάλλοντα χώρο, οι οποίες ανέρχονται συνολικά σε 352 δένδρα, πλέον των 16.000 θάμνων που θα φυτευθούν, και ζώνες φύτευσης με είδη της μεσογειακής χλωρίδας, θα συνεισφέρουν στον βαθμό που τους αναλογεί επίσης θετικά στην ελαχιστοποίηση του συνολικού αποτυπώματος άνθρακα του έργου. Στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου βρίσκονται οι δύο πύλες ελέγχου πρόσβασης στην εγκατάσταση, με τη μία εξ αυτών να φιλοξενεί και το φυλάκιο ελέγχου εισόδου. Ο εξωτερικός περιμετρικός φράχτης (όρια οικοπέδου) κατασκευάζεται από μεταλλικό πλέγμα ύψους 1,4 μ. Παράλληλα σε αυτόν, εσωτερικά του οικοπέδου και σε απόσταση 4,5 μ από τον προηγούμενο, θα τοποθετηθεί μεταλλικός φράχτης υψηλής ασφαλείας και αντοχής σε κρούση ύψους 2,4 εκατ. Για τις εγκαταστάσεις προβλέπεται μια σειρά από προληπτικά μέτρα έναντι του κινδύνου ενός καταστροφικού σεισμού, πλημμύρας ή πυρκαγιάς και των συνεπειών τους. Ο αντισεισμικός σχεδιασμός των υποδομών, η αύξηση της ανθεκτικότητάς τους, μια σειρά από έργα διαχείρισης ομβρίων υδάτων, τα συστήματα πυρανίχνευσης συμπεριλαμβάνονται. Σύμφωνα με το προτεινόμενο σενάριο προς υλοποίηση, τα κτίρια πρόκειται να έχουν εξ ολοκλήρου μεταλλικό σκελετό, αποτελούμενο από μεταλλικές διατομές με χαλύβδινα πάνελ πλαγιοκάλυψης και οροφοκάλυψης. Το μεγαλύτερο μέρος των εσωτερικών χωρισμάτων θα κατασκευαστεί από γυψοσανίδα και σε μικρότερες περιοχές με υαλοπίνακες, με τις απαραίτητες πυράντοχες και ηχοαπορροφητικές ιδιότητες, όπου απαιτείται. Τα δάπεδα θα καλυφθούν από διαφορετικά υλικά, όπως σκυρόδεμα, κεραμικές πλάκες, μοκέτα, βινυλικές πλάκες, ανάλογα με τη χρήση του χώρου. Οι ψευδοροφές θα κατασκευαστούν ως επί το πλείστον από πλάκες ορυκτών ινών. Οι ανάγκες σε νερό και ενέργεια Τα προτεινόμενα κτίρια θα χρησιμοποιήσουν σύγχρονη τεχνολογία για να διασφαλίσουν ότι είναι όσο το δυνατόν πιο αποδοτικά όσον αφορά τη χρήση των φυσικών πόρων και θα ενσωματώσουν, όπου είναι δυνατόν, βιώσιμες τεχνικές για τη μείωση της κατανάλωσης νερού. Για τη διαδικασία ψύξης, η εισερχόμενη κατανάλωση νερού εκτιμάται σε περίπου 7.700 m3 /έτος. Κατανάλωση νερού θα πραγματοποιείται επίσης για την άρδευση της φύτευσης της εγκατάστασης, συμπληρωματικά στην ποσότητα των όμβριων υδάτων, που προβλέπεται να συλλέγεται από το δώμα του κτηρίου και να επαναχρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτόν. Η εκτιμώμενη ανάγκη για πόσιμο νερό για τις ανάγκες των εργαζομένων εκτιμάται σε 5 m3/ημέρα. Όσον αφορά τα αστικά λύματα, αυτά θα διατίθενται μαζί με τα υπόλοιπα ρεύματα υγρών αποβλήτων στο αποχετευτικό δίκτυο της περιοχής, με το οποίο θα συνδεθεί η εγκατάσταση, όταν αυτό κατασκευαστεί. Έως την πλήρη κατασκευή και λειτουργία του αποχετευτικοί δικτύου της περιοχής, τα υγρά απόβλητα της εγκατάστασης θα υφίστανται αποθήκευση και επεξεργασία σε αδειοδοτημένη εγκατάσταση επεξεργασίας υγρών αποβλήτων. Κατά τη φάση λειτουργίας, εξαιτίας του είδους της δραστηριότητας, η κατανάλωση ενέργειας στην εγκατάσταση αναμένεται να είναι σημαντική. Κατά την ολοκλήρωση της Φάσης 1, για φορτίο 100%, κατά τη διάρκεια όλου του έτους, και για θερμοκρασία περιβάλλοντος που απαιτεί πλήρη ζήτηση του συστήματος κλιματισμού, η μέγιστη συνολική κατανάλωση ενέργειας με βάση την εγκατεστημένη ισχύ εκτιμάται στις 105.120 MWhr. Κατά την ολοκλήρωση της Φάσης 2 και κάτω από παρόμοιες συνθήκες, η μέγιστη συνολική κατανάλωση ενέργειας με βάση την εγκατεστημένη ισχύ εκτιμάται στις 204.984 MWh. Ωστόσο, βάσει ενός ρεαλιστικού προφίλ δεν αναμένεται κατανάλωση μεγαλύτερη από περίπου 106.325 MWh. Το συνολικό κόστος των μέτρων περιβαλλοντικής προστασίας ανέρχεται σε 8 εκατ. ευρώ περίπου και περιλαμβάνει: Θερμική μόνωση, εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πάνελ, επεξεργασία νερού για επαναχρησιμοποίηση, έξυπνα συστήματα για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, διαμορφώσεις και φύτευση χώρων πρασίνου και περιβαλλοντική παρακολούθηση. «Οι ψηφιακές υποδομές μιας χώρας δημιουργούν ένα ισχυρό ψηφιακό οικοσύστημα που προσελκύει πολλές διεθνείς εταιρείες τεχνολογίας», επιχειρηματολογεί η μελέτη. Και συνεχίζει: «Η ψηφιακή υποδομή και το ισχυρό ψηφιακό οικοσύστημα είναι σημαντικοί λόγοι για τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, να επενδύσουν σε μια χώρα, όπου οι υποδομές αυτές είναι διαθέσιμες. Αυτό εξασφαλίζει εξαιρετικό επενδυτικό κλίμα και οικονομική ανάπτυξη, με τη μορφή επενδύσεων και απασχόλησης. Η βιομηχανία των κέντρων δεδομένων και του υπολογιστικού νέφους (cloud) έχει γίνει πλέον σημαντικό μέρος και της Ελληνικής οικονομίας. Ο συνολικός ψηφιακός τομέας, μαζί με τις τηλεπικοινωνίες, αντιπροσωπεύει περίπου το 2,7% του ΑΕΠ της Ελλάδας η Microsoft, σε βάθος πολλών ετών, έχει δημιουργήσει στην Ελλάδα ένα αναπτυσσόμενο σύστημα περίπου 3.000 συνεργατών και πελατών, συμπεριλαμβανομένων νεοφυών επιχειρήσεων, άλλων επιχειρήσεων και ΜΚΟ».
