Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αναζήτηση στην κοινότητα

Εμφάνιση αποτελεσμάτων για τις ετικέτες 'πυρηνικά'.

  • Αναζήτηση με βάση τις ετικέτες

    Πληκτρολογήστε τις ετικέτες και χωρίστε τες με κόμμα.
  • Αναζήτηση με βάση τον συγγραφέα

Τύπος περιεχομένου


Φόρουμ

  • Ειδήσεις
    • Ειδήσεις
    • Θέματα Ιδιωτών
  • Εργασίες Μηχανικών
    • Τοπογραφικά-Χωροταξικά
    • Αρχιτεκτονικά
    • Στατικά
    • Μηχανολογικά
    • Ηλεκτρολογικά
    • Περιβαλλοντικά
    • Διάφορα
  • Εργασιακά-Διαδικαστικά
    • Άδειες-Διαδικασίες
    • Αυθαίρετα
    • Οικονομικά-Αμοιβές
    • Εργασιακά
    • Ασφαλιστικά
    • Εκπαίδευση
    • Ειδικότητες-Συλλογικά Όργανα
  • Εργαλεία
    • Προγράμματα Η/Υ
    • Εξοπλισμός
    • Διαδίκτυο
    • Showroom
  • Γενικά
    • Αγγελίες
    • Κουβέντα
    • Δράσεις-Προτάσεις προς φορείς
    • Michanikos.gr
    • Θέματα Ιδιωτών
  • Δοκιμαστικό's Θεματολογία γενική

Κατηγορίες

  • 1. Τοπογραφικά-Πολεοδομικά
    • 1.1 Λογισμικό
    • 1.2 Νομοθεσία
    • 1.3 Έντυπα
    • 1.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 1.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 2. Συγκοινωνιακά - Οδοποιίας
    • 2.1 Λογισμικό
    • 2.2 Νομοθεσία
    • 2.3 Έντυπα
    • 2.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 2.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 3. Αρχιτεκτονικά - Σχεδιαστικά
    • 3.1 Λογισμικό
    • 3.2 Νομοθεσία
    • 3.3 Έντυπα
    • 3.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 3.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 4. Στατικά - Εδαφοτεχνικά
    • 4.1 Λογισμικό
    • 4.2 Νομοθεσία
    • 4.3 Έντυπα
    • 4.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 4.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 5. Μηχανολογικά
    • 5.1 Λογισμικό
    • 5.2 Νομοθεσία
    • 5.3 Έντυπα
    • 5.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 5.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 6. Ηλεκτρολογικά
    • 6.1 Λογισμικό
    • 6.2 Νομοθεσία
    • 6.3 Έντυπα
    • 6.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 6.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 7. ΑΠΕ - Φωτοβολταϊκά
    • 7.1 Λογισμικό
    • 7.2 Νομοθεσία
    • 7.3 Έντυπα
    • 7.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 7.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 8. Περιβαλλοντικά
    • 8.1 Λογισμικό
    • 8.2 Νομοθεσία
    • 8.3 Έντυπα
    • 8.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 8.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 9. Υδραυλικά - Λιμενικά
    • 9.1 Λογισμικό
    • 9.2 Νομοθεσία
    • 9.3 Έντυπα
    • 9.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 9.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 10. Διαχείριση Έργων - Εκτιμήσεις - Πραγματογνωμοσύνες
    • 10.1 Λογισμικό
    • 10.2 Νομοθεσία
    • 10.3 Έντυπα
    • 10.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 10.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 11. Δημόσια Έργα - Ασφάλεια και Υγιεινή
    • 11.1 Λογισμικό
    • 11.2 Νομοθεσία
    • 11.3 Έντυπα
    • 11.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 11.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 12. Αμοιβές - Φορολογικά - Άδειες
    • 12.1 Λογισμικό
    • 12.2 Νομοθεσία
    • 12.3 Έντυπα - Αιτήσεις
    • 12.4 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 13. Αυθαίρετα
    • 13.1 Λογισμικό
    • 13.2 Νομοθεσία
    • 13.3 Έντυπα
    • 13.4 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 14. Διάφορα

Categories

  • Ειδήσεις
    • Νομοθεσία
    • Εργασιακά
    • Ασφαλιστικά-Φορολογικά
    • Περιβάλλον
    • Ενέργεια-ΑΠΕ
    • Τεχνολογία
    • Χρηματοδοτήσεις
    • Έργα-Υποδομές
    • Επικαιρότητα
    • Αρθρογραφία
    • Michanikos.gr
    • webTV
    • Sponsored

Κατηγορίες

  • Εξοπλισμός
  • Λογισμικό
  • Βιβλία
  • Εργασία
  • Ακίνητα
  • Διάφορα

Βρείτε αποτελέσματα...

Βρείτε αποτελέσματα που...


Ημερομηνία δημιουργίας

  • Start

    End


Τελευταία ενημέρωση

  • Start

    End


Φιλτράρισμα με βάση τον αριθμό των...

Εντάχθηκε

  • Start

    End


Ομάδα


Επάγγελμα


Ειδικότητα

  1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν παγώνει την πυρηνική ενέργεια έως ότου ωριμάσουν οι πρώτοι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs), ούτε τη μεταθέτει σε ένα αόριστο τεχνολογικό μέλλον. Αντίθετα, όπως αποτυπώνεται στη νέα έκθεση του Joint Research Centre για την πυρηνική ενέργεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κομισιόν επανατοποθετεί τον ρόλο της τεχνολογίας στον πυρήνα του ευρωπαϊκού ενεργειακού και βιομηχανικού σχεδιασμού, αναγνωρίζοντάς την ως σταθερό πυλώνα χαμηλών εκπομπών, ασφάλειας εφοδιασμού και συστημικής σταθερότητας. «Η πυρηνική ενέργεια δεν αντιμετωπίζεται ως μεταβατική λύση μέχρι να έρθει κάτι καλύτερο, αλλά ως στοιχείο που πρέπει να διατηρηθεί, να ανανεωθεί και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες της ενεργειακής μετάβασης», αναφέρουν πηγές της αγοράς στο energygame.gr. Σε αυτό το πλαίσιο, η «επόμενη ημέρα» της πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη δεν ορίζεται από μία μόνο τεχνολογία, αλλά από μια ευρύτερη ανασύνταξη στρατηγικής σε τρία παράλληλα μέτωπα. Πρώτον, η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει το χρόνιο πρόβλημα κόστους και καθυστερήσεων στα μεγάλα πυρηνικά έργα, μετατρέποντας την εμπειρία των τελευταίων ετών σε αυστηρότερο έλεγχο ωριμότητας, τυποποίησης και χρονοδιαγραμμάτων. Δεύτερον, η έκθεση αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης και αναδιάρθρωσης της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας, από τον εξοπλισμό πυρηνικής ποιότητας έως το καύσιμο νέας γενιάς, με στόχο τη μείωση στρατηγικών εξαρτήσεων. Τρίτον, η πυρηνική πολιτική συνδέεται πλέον άμεσα με το ανθρώπινο κεφάλαιο και τη χρηματοδότηση: με ανάγκη για περίπου 250.000 νέους επιστήμονες και μηχανικούς και επενδύσεις άνω των 240 δισ. ευρώ έως το 2050, η πυρηνική ενέργεια παύει να αποτελεί τεχνικό υποκεφάλαιο της ενεργειακής μετάβασης και αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα βιομηχανικής πολιτικής, ανταγωνιστικότητας και στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πυρηνική ενέργεια καλύπτει σήμερα περίπου το 23% της ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ, με περισσότερους από 100 ενεργούς αντιδραστήρες. Υπό αυτές τις συνθήκες, το κρίσιμο ερώτημα για τις ευρωπαϊκές πολιτικές δεν είναι αν η πυρηνική ενέργεια «επιστρέφει», αλλά πώς αποφεύγεται η σταδιακή απομείωση του υφιστάμενου στόλου τις επόμενες δεκαετίες και πώς διασφαλίζεται η συνέχειά του έως και μετά το 2050. Η παράταση ζωής των υφιστάμενων μονάδων αναδεικνύεται σε κρίσιμη επιλογή, όχι μόνο επειδή είναι η πιο οικονομικά αποδοτική λύση χαμηλών εκπομπών, αλλά επειδή λειτουργεί ως αναγκαία γέφυρα: κρατάει ζωντανή την ισχύ βάσης του συστήματος, όσο ωριμάζουν οι επόμενες επενδυτικές αποφάσεις. Χωρίς αυτή τη γέφυρα, το κενό που δημιουργείται δεν καλύπτεται ούτε τεχνικά ούτε χρονικά. Οι μεγάλοι πυρηνικοί αντιδραστήρες σημείο ισορροπίας του ευρωπαϊκού συστήματος Ως εκ τούτου, η συζήτηση μετακινείται από το «αν» είναι ανάγκη να υπάρχει πυρηνική ενέργεια στο «πώς» θα είναι βιώσιμη. Η προτεραιότητα για την Ευρώπη δεν είναι να ανοίξει έναν νέο κύκλο πειραματισμών, αλλά να κερδίσει χρόνο και αξιοπιστία. Οι μεγάλοι πυρηνικοί αντιδραστήρες παραμένουν το πραγματικό σημείο ισορροπίας του ευρωπαϊκού συστήματος. Παρά τη συζήτηση γύρω από νέες τεχνολογίες, η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν εγκαταλείπει την ισχύ βάσης μεγάλης κλίμακας, αλλά επιχειρεί να τη σταθεροποιήσει και να την ανανεώσει. Η παράταση ζωής των υφιστάμενων μονάδων και η προώθηση νέων έργων μεγάλης ισχύος συνδέονται άμεσα με την ανάγκη αξιόπιστης παραγωγής σε συστήματα με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ, αλλά και με τη διατήρηση τεχνογνωσίας που είχε αρχίσει να φθίνει. Το Flamanville-3 στη Γαλλία, που ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 2007 έχει φτάσει να ξεπερνά τα 20 χρόνια χωρίς να έχει ακόμη τεθεί σε λειτουργία, με το κόστος να έχει υπερτριπλασιαστεί. Αντίστοιχα, το Hinkley Point C στη Βρετανία, που αρχικά είχε προϋπολογισμό 16 δισ. λιρών, υπολογίζεται πλέον να ξεπεράσει τα 35 δισ., με την πρώτη μονάδα να μην αναμένεται πριν το 2030. Για μια χώρα που δεν έχει προηγούμενη εμπειρία, η διαχείριση ενός τέτοιου έργου είναι σχεδόν αδύνατη χωρίς εξωτερική εξάρτηση. Το στοίχημα πλέον δεν είναι η τεχνολογική επιλογή, αλλά η ικανότητα της Ευρώπης να επανεκκινήσει μεγάλα πυρηνικά έργα με ελεγχόμενο κόστος, σαφή χρονοδιαγράμματα και ισχυρή βιομηχανική βάση, προϋποθέσεις που θα καθορίσουν αν οι μεγάλοι αντιδραστήρες θα παραμείνουν κεντρικός πυλώνας έως το 2050. Μικροί Αρθρωτοί Αντιδραστήρες (SMR): Στρατηγικός «Άσσος» ή Παράγοντας Αβεβαιότητας; Πάντως, η αγορά «φλερτάρει» με νέες τεχνολογίες και ως αποτέλεσμα αρχίζει να ανοίγει πέρα από τον στενό κύκλο των παραδοσιακών πυρηνικών παικτών. Η ανάγκη καλύτερου ελέγχου κόστους, μεγαλύτερης τυποποίησης και ανασυγκρότησης της βιομηχανικής βάσης δημιουργεί χώρο για νέες συμπράξεις, νέα επιχειρηματικά σχήματα και διαφορετικού τύπου συμμετοχές στην αλυσίδα αξίας. Σε αυτό το περιβάλλον, οι Μικροί Αρθρωτοί Αντιδραστήρες (SMRs) προβάλλουν ως εναλλακτική με διαφορετικό προφίλ ρίσκου, όχι όμως ως εύκολη λύση. Βασικό επιχείρημα είναι το χαμηλότερο αρχικό επενδυτικό κόστος σε σχέση με τις μεγάλες μονάδες. Σε απόλυτους αριθμούς, το κόστος κατασκευής ενός SMR εκτιμάται σήμερα ότι κυμαίνεται από περίπου 300 εκατ. έως 2 δισ. δολάρια ανά μονάδα, έναντι επενδύσεων που υπερβαίνουν τα 10 δισ. δολάρια για έναν μεγάλο πυρηνικό αντιδραστήρα. Ωστόσο, αυτή η διαφορά δεν μεταφράζεται αυτόματα σε χαμηλότερο κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Τα πρώτα έργα SMR εμφανίζουν ευρύ εύρος εκτιμήσεων για το σταθμισμένο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο στις αρχικές φάσεις ανάπτυξης τοποθετείται σε επίπεδα συγκρίσιμα ή και υψηλότερα των μεγάλων αντιδραστήρων, καθώς απουσιάζουν ακόμη οι οικονομίες κλίμακας και η επαναληψιμότητα που θα μπορούσε να μειώσει το κόστος ανά MWh. Με άλλα λόγια, οι SMRs είναι φθηνότεροι στο «εισιτήριο εισόδου», όχι κατ’ ανάγκη στο τελικό ενεργειακό αποτέλεσμα τουλάχιστον στα πρώτα τους βήματα. Σύμφωνα με τη WNISR 2025, κανένα SMR δεν έχει ακόμη αποδείξει εμπορική βιωσιμότητα. Το πιο ώριμο έργο στις ΗΠΑ, το πιλοτικό πρόγραμμα NuScale στην Πολιτεία της Γιούτα, ακυρώθηκε στα τέλη του 2023, καθώς το κόστος ανά kWh είχε υπερδιπλασιαστεί μέσα σε λίγα χρόνια και το συνολικό κόστος κατασκευής ξεπέρασε τα 9 δισ. δολάρια για μόλις 462 MW ισχύος. Τα 9 έργα Η Ευρωπαϊκή Βιομηχανική Συμμαχία για τους Μικρούς Αρθρωτούς Αντιδραστήρες, που ξεκίνησε το 2024, έχει θέσει ως στόχο την ανάπτυξη των πρώτων εμπορικών έργων στις αρχές της δεκαετίας του 2030, επιλέγοντας εννέα σχέδια που καλύπτουν διαφορετικές τεχνολογικές προσεγγίσεις και τελικές χρήσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται: • το CityHeat, που επικεντρώνεται στην αστική τηλεθέρμανση μέσω αντιδραστήρων ελαφρού ύδατος χαμηλής πίεσης και θερμοκρασίας, • το Nuward της EDF, ένας ολοκληρωμένος αντιδραστήρας PWR ισχύος περίπου 400 MWe με έμφαση στη συμπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, • το NuScale VOYGR, αμερικανικής προέλευσης τεχνολογία που προωθείται σε ευρωπαϊκό έδαφος με πιλοτική εφαρμογή στη Ρουμανία, • το Project Quantum της Last Energy και στοχεύει κυρίως στην τροφοδοσία κέντρων δεδομένων, • το Rolls-Royce SMR, • το BWRX-300 της GE Hitachi, που δίνει έμφαση στην απλούστευση του σχεδιασμού και στη φυσική κυκλοφορία, • το EAGLES (ALFRED) στη Ρουμανία • το European LFR AS της newcleo, με στόχο την καύση πυρηνικών αποβλήτων και υψηλή απόδοση, • και το Thorizon One, Παρά τις υψηλές φιλοδοξίες και τον μεγάλο αριθμό σχεδίων, η πλειονότητα των έργων παραμένει σε στάδιο σχεδιασμού ή επίδειξης, με ορίζοντα τις πρώτες εμπορικές εφαρμογές στις αρχές της δεκαετίας του 2030. Οι προκλήσεις είναι σαφείς: κατακερματισμένα κανονιστικά πλαίσια, έλλειψη εμπειρίας αδειοδότησης νέων σχεδιασμών, περιορισμένη εφοδιαστική αλυσίδα πυρηνικής ποιότητας και αβεβαιότητα γύρω από την εξασφάλιση καυσίμου νέας γενιάς. Σε συνδυασμό με το χρηματοδοτικό μειονέκτημα της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ, οι SMRs συνιστούν σήμερα περισσότερο ένα στρατηγικό στοίχημα για τη δεκαετία του 2030 παρά μια άμεση λύση στα διαρθρωτικά προβλήματα κόστους και υλοποίησης της πυρηνικής ενέργειας. Το στοίχημα για την Ελλάδα Σε αυτό το περιβάλλον, όπου οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες αναζητούν ακόμη τον σταθερό τους βηματισμό μεταξύ φιλοδοξιών και εμπορικής ωρίμανσης, «η Ελλάδα καλείται πρωτίστως να κινηθεί με όρους προετοιμασίας και θεσμικής ωριμότητας, όχι βιασύνης. Οι βασικές προϋποθέσεις είναι σαφείς: συγκρότηση ενός ενιαίου εθνικού κέντρου συντονισμού που θα αναλάβει τον συνολικό πυρηνικό σχεδιασμό, θεσμική ένταξη της πυρηνικής ενέργειας, έστω σε επίπεδο σεναρίων, στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, ολοκλήρωση ενός αξιόπιστου πλαισίου διαχείρισης αποβλήτων με διεθνείς συνεργασίες και ενίσχυση της ρυθμιστικής ικανότητας και του ανθρώπινου δυναμικού», αναφέρουν άνθρωποι της αγοράς. Σε μια αγορά SMRs που διεθνώς βρίσκεται ακόμη στη φάση των πρώτων έργων επίδειξης, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να «τρέξει» μπροστά από την τεχνολογία, αλλά να τοποθετηθεί έγκαιρα: να οικοδομήσει σχέσεις με ώριμες πυρηνικές χώρες, να εξετάσει εφαρμογές που ταιριάζουν στη γεωγραφία και στη δομή της οικονομίας της όπως data centers, αφαλάτωση ή πλωτές λύσεις και να διαμορφώσει από νωρίς το θεσμικό και κοινωνικό υπόβαθρο. Μόνο έτσι μπορεί να μετατρέψει μια αναδυόμενη, ακόμη αβέβαιη αγορά σε στρατηγική επιλογή, όταν και εφόσον οι SMRs περάσουν από το στάδιο της υπόσχεσης στο στάδιο της υλοποίησης. Σε αυτή τη φάση, η Ελλάδα δεν αποτελεί ακόμη πλήρες μέλος της «Πυρηνικής Συμμαχίας», αλλά συμμετέχει στις εργασίες της με καθεστώς παρατηρητή, ένα στάδιο που επιτρέπει πολιτική παρουσία, πρόσβαση στις συζητήσεις και στα τεχνικά έγγραφα, χωρίς ανάληψη δεσμεύσεων. Πρόκειται για ένα ενδιάμεσο αλλά ουσιαστικό βήμα, το οποίο επιτρέπει στην Ελλάδα να χαρτογραφήσει τις πολιτικές, τεχνολογικές και χρηματοδοτικές παραμέτρους της ευρωπαϊκής πυρηνικής στρατηγικής, πριν αποφασίσει αν και πότε θα προχωρήσει σε πλήρη ένταξη στη Nuclear Alliance. ΗΠΑ και Κίνα στο προσκήνιο Στο φόντο της ευρωπαϊκής ανασύνταξης, η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα φωτίζει με σαφήνεια τα όρια αλλά και τα ελλείμματα του ευρωπαϊκού μοντέλου. Στις ΗΠΑ, η πυρηνική πολιτική υποστηρίζεται από ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο μέσω της Nuclear Regulatory Commission και από ισχυρά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως τα φορολογικά κίνητρα και οι εγγυήσεις του Inflation Reduction Act, που επιτρέπουν την απορρόφηση του ρίσκου των πρώτων έργων – ακόμη κι όταν αυτά αποτυγχάνουν, όπως συνέβη με το πρόγραμμα NuScale. Η Κίνα, από την άλλη, ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική διαδρομή: κρατικός έλεγχος της εφοδιαστικής αλυσίδας, τυποποιημένοι σχεδιασμοί μεγάλων αντιδραστήρων και ικανότητα υλοποίησης έργων εντός αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων και χαμηλότερου κόστους, κάτι που η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει την τελευταία δεκαετία. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ευρωπαϊκή πρόκληση δεν είναι να «αντιγράψει» κανένα από τα δύο μοντέλα, αλλά να αποκαταστήσει τη δυνατότητα υλοποίησης πυρηνικών έργων με προβλέψιμο κόστος, θεσμική συνοχή και διατηρήσιμη βιομηχανική βάση, σε ένα πλαίσιο αυστηρής ρύθμισης και κοινωνικής λογοδοσίας. Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι ο χρόνος. Η ευρωπαϊκή πυρηνική συζήτηση εισέρχεται σε φάση αποφάσεων μέσα στην επόμενη πενταετία, καθώς συμπίπτουν η ανάγκη αντικατάστασης παλαιών μονάδων, η πίεση για σταθερό φορτίο βάσης και η δοκιμασία της ενεργειακής ασφάλειας. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι το παράθυρο προετοιμασίας είναι συγκεκριμένο και όχι απεριόριστο. Όχι για να αποφασίσει σήμερα αν θα αποκτήσει πυρηνική ισχύ, αλλά για να κρίνει αν θα είναι παρούσα στο ευρωπαϊκό τραπέζι όταν οι επιλογές πάψουν να είναι θεωρητικές και μετατραπούν σε δεσμευτικές πολιτικές και επενδυτικές αποφάσεις. View full είδηση
  2. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν παγώνει την πυρηνική ενέργεια έως ότου ωριμάσουν οι πρώτοι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs), ούτε τη μεταθέτει σε ένα αόριστο τεχνολογικό μέλλον. Αντίθετα, όπως αποτυπώνεται στη νέα έκθεση του Joint Research Centre για την πυρηνική ενέργεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κομισιόν επανατοποθετεί τον ρόλο της τεχνολογίας στον πυρήνα του ευρωπαϊκού ενεργειακού και βιομηχανικού σχεδιασμού, αναγνωρίζοντάς την ως σταθερό πυλώνα χαμηλών εκπομπών, ασφάλειας εφοδιασμού και συστημικής σταθερότητας. «Η πυρηνική ενέργεια δεν αντιμετωπίζεται ως μεταβατική λύση μέχρι να έρθει κάτι καλύτερο, αλλά ως στοιχείο που πρέπει να διατηρηθεί, να ανανεωθεί και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες της ενεργειακής μετάβασης», αναφέρουν πηγές της αγοράς στο energygame.gr. Σε αυτό το πλαίσιο, η «επόμενη ημέρα» της πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη δεν ορίζεται από μία μόνο τεχνολογία, αλλά από μια ευρύτερη ανασύνταξη στρατηγικής σε τρία παράλληλα μέτωπα. Πρώτον, η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει το χρόνιο πρόβλημα κόστους και καθυστερήσεων στα μεγάλα πυρηνικά έργα, μετατρέποντας την εμπειρία των τελευταίων ετών σε αυστηρότερο έλεγχο ωριμότητας, τυποποίησης και χρονοδιαγραμμάτων. Δεύτερον, η έκθεση αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης και αναδιάρθρωσης της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας, από τον εξοπλισμό πυρηνικής ποιότητας έως το καύσιμο νέας γενιάς, με στόχο τη μείωση στρατηγικών εξαρτήσεων. Τρίτον, η πυρηνική πολιτική συνδέεται πλέον άμεσα με το ανθρώπινο κεφάλαιο και τη χρηματοδότηση: με ανάγκη για περίπου 250.000 νέους επιστήμονες και μηχανικούς και επενδύσεις άνω των 240 δισ. ευρώ έως το 2050, η πυρηνική ενέργεια παύει να αποτελεί τεχνικό υποκεφάλαιο της ενεργειακής μετάβασης και αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα βιομηχανικής πολιτικής, ανταγωνιστικότητας και στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πυρηνική ενέργεια καλύπτει σήμερα περίπου το 23% της ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ, με περισσότερους από 100 ενεργούς αντιδραστήρες. Υπό αυτές τις συνθήκες, το κρίσιμο ερώτημα για τις ευρωπαϊκές πολιτικές δεν είναι αν η πυρηνική ενέργεια «επιστρέφει», αλλά πώς αποφεύγεται η σταδιακή απομείωση του υφιστάμενου στόλου τις επόμενες δεκαετίες και πώς διασφαλίζεται η συνέχειά του έως και μετά το 2050. Η παράταση ζωής των υφιστάμενων μονάδων αναδεικνύεται σε κρίσιμη επιλογή, όχι μόνο επειδή είναι η πιο οικονομικά αποδοτική λύση χαμηλών εκπομπών, αλλά επειδή λειτουργεί ως αναγκαία γέφυρα: κρατάει ζωντανή την ισχύ βάσης του συστήματος, όσο ωριμάζουν οι επόμενες επενδυτικές αποφάσεις. Χωρίς αυτή τη γέφυρα, το κενό που δημιουργείται δεν καλύπτεται ούτε τεχνικά ούτε χρονικά. Οι μεγάλοι πυρηνικοί αντιδραστήρες σημείο ισορροπίας του ευρωπαϊκού συστήματος Ως εκ τούτου, η συζήτηση μετακινείται από το «αν» είναι ανάγκη να υπάρχει πυρηνική ενέργεια στο «πώς» θα είναι βιώσιμη. Η προτεραιότητα για την Ευρώπη δεν είναι να ανοίξει έναν νέο κύκλο πειραματισμών, αλλά να κερδίσει χρόνο και αξιοπιστία. Οι μεγάλοι πυρηνικοί αντιδραστήρες παραμένουν το πραγματικό σημείο ισορροπίας του ευρωπαϊκού συστήματος. Παρά τη συζήτηση γύρω από νέες τεχνολογίες, η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν εγκαταλείπει την ισχύ βάσης μεγάλης κλίμακας, αλλά επιχειρεί να τη σταθεροποιήσει και να την ανανεώσει. Η παράταση ζωής των υφιστάμενων μονάδων και η προώθηση νέων έργων μεγάλης ισχύος συνδέονται άμεσα με την ανάγκη αξιόπιστης παραγωγής σε συστήματα με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ, αλλά και με τη διατήρηση τεχνογνωσίας που είχε αρχίσει να φθίνει. Το Flamanville-3 στη Γαλλία, που ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 2007 έχει φτάσει να ξεπερνά τα 20 χρόνια χωρίς να έχει ακόμη τεθεί σε λειτουργία, με το κόστος να έχει υπερτριπλασιαστεί. Αντίστοιχα, το Hinkley Point C στη Βρετανία, που αρχικά είχε προϋπολογισμό 16 δισ. λιρών, υπολογίζεται πλέον να ξεπεράσει τα 35 δισ., με την πρώτη μονάδα να μην αναμένεται πριν το 2030. Για μια χώρα που δεν έχει προηγούμενη εμπειρία, η διαχείριση ενός τέτοιου έργου είναι σχεδόν αδύνατη χωρίς εξωτερική εξάρτηση. Το στοίχημα πλέον δεν είναι η τεχνολογική επιλογή, αλλά η ικανότητα της Ευρώπης να επανεκκινήσει μεγάλα πυρηνικά έργα με ελεγχόμενο κόστος, σαφή χρονοδιαγράμματα και ισχυρή βιομηχανική βάση, προϋποθέσεις που θα καθορίσουν αν οι μεγάλοι αντιδραστήρες θα παραμείνουν κεντρικός πυλώνας έως το 2050. Μικροί Αρθρωτοί Αντιδραστήρες (SMR): Στρατηγικός «Άσσος» ή Παράγοντας Αβεβαιότητας; Πάντως, η αγορά «φλερτάρει» με νέες τεχνολογίες και ως αποτέλεσμα αρχίζει να ανοίγει πέρα από τον στενό κύκλο των παραδοσιακών πυρηνικών παικτών. Η ανάγκη καλύτερου ελέγχου κόστους, μεγαλύτερης τυποποίησης και ανασυγκρότησης της βιομηχανικής βάσης δημιουργεί χώρο για νέες συμπράξεις, νέα επιχειρηματικά σχήματα και διαφορετικού τύπου συμμετοχές στην αλυσίδα αξίας. Σε αυτό το περιβάλλον, οι Μικροί Αρθρωτοί Αντιδραστήρες (SMRs) προβάλλουν ως εναλλακτική με διαφορετικό προφίλ ρίσκου, όχι όμως ως εύκολη λύση. Βασικό επιχείρημα είναι το χαμηλότερο αρχικό επενδυτικό κόστος σε σχέση με τις μεγάλες μονάδες. Σε απόλυτους αριθμούς, το κόστος κατασκευής ενός SMR εκτιμάται σήμερα ότι κυμαίνεται από περίπου 300 εκατ. έως 2 δισ. δολάρια ανά μονάδα, έναντι επενδύσεων που υπερβαίνουν τα 10 δισ. δολάρια για έναν μεγάλο πυρηνικό αντιδραστήρα. Ωστόσο, αυτή η διαφορά δεν μεταφράζεται αυτόματα σε χαμηλότερο κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Τα πρώτα έργα SMR εμφανίζουν ευρύ εύρος εκτιμήσεων για το σταθμισμένο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο στις αρχικές φάσεις ανάπτυξης τοποθετείται σε επίπεδα συγκρίσιμα ή και υψηλότερα των μεγάλων αντιδραστήρων, καθώς απουσιάζουν ακόμη οι οικονομίες κλίμακας και η επαναληψιμότητα που θα μπορούσε να μειώσει το κόστος ανά MWh. Με άλλα λόγια, οι SMRs είναι φθηνότεροι στο «εισιτήριο εισόδου», όχι κατ’ ανάγκη στο τελικό ενεργειακό αποτέλεσμα τουλάχιστον στα πρώτα τους βήματα. Σύμφωνα με τη WNISR 2025, κανένα SMR δεν έχει ακόμη αποδείξει εμπορική βιωσιμότητα. Το πιο ώριμο έργο στις ΗΠΑ, το πιλοτικό πρόγραμμα NuScale στην Πολιτεία της Γιούτα, ακυρώθηκε στα τέλη του 2023, καθώς το κόστος ανά kWh είχε υπερδιπλασιαστεί μέσα σε λίγα χρόνια και το συνολικό κόστος κατασκευής ξεπέρασε τα 9 δισ. δολάρια για μόλις 462 MW ισχύος. Τα 9 έργα Η Ευρωπαϊκή Βιομηχανική Συμμαχία για τους Μικρούς Αρθρωτούς Αντιδραστήρες, που ξεκίνησε το 2024, έχει θέσει ως στόχο την ανάπτυξη των πρώτων εμπορικών έργων στις αρχές της δεκαετίας του 2030, επιλέγοντας εννέα σχέδια που καλύπτουν διαφορετικές τεχνολογικές προσεγγίσεις και τελικές χρήσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται: • το CityHeat, που επικεντρώνεται στην αστική τηλεθέρμανση μέσω αντιδραστήρων ελαφρού ύδατος χαμηλής πίεσης και θερμοκρασίας, • το Nuward της EDF, ένας ολοκληρωμένος αντιδραστήρας PWR ισχύος περίπου 400 MWe με έμφαση στη συμπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, • το NuScale VOYGR, αμερικανικής προέλευσης τεχνολογία που προωθείται σε ευρωπαϊκό έδαφος με πιλοτική εφαρμογή στη Ρουμανία, • το Project Quantum της Last Energy και στοχεύει κυρίως στην τροφοδοσία κέντρων δεδομένων, • το Rolls-Royce SMR, • το BWRX-300 της GE Hitachi, που δίνει έμφαση στην απλούστευση του σχεδιασμού και στη φυσική κυκλοφορία, • το EAGLES (ALFRED) στη Ρουμανία • το European LFR AS της newcleo, με στόχο την καύση πυρηνικών αποβλήτων και υψηλή απόδοση, • και το Thorizon One, Παρά τις υψηλές φιλοδοξίες και τον μεγάλο αριθμό σχεδίων, η πλειονότητα των έργων παραμένει σε στάδιο σχεδιασμού ή επίδειξης, με ορίζοντα τις πρώτες εμπορικές εφαρμογές στις αρχές της δεκαετίας του 2030. Οι προκλήσεις είναι σαφείς: κατακερματισμένα κανονιστικά πλαίσια, έλλειψη εμπειρίας αδειοδότησης νέων σχεδιασμών, περιορισμένη εφοδιαστική αλυσίδα πυρηνικής ποιότητας και αβεβαιότητα γύρω από την εξασφάλιση καυσίμου νέας γενιάς. Σε συνδυασμό με το χρηματοδοτικό μειονέκτημα της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ, οι SMRs συνιστούν σήμερα περισσότερο ένα στρατηγικό στοίχημα για τη δεκαετία του 2030 παρά μια άμεση λύση στα διαρθρωτικά προβλήματα κόστους και υλοποίησης της πυρηνικής ενέργειας. Το στοίχημα για την Ελλάδα Σε αυτό το περιβάλλον, όπου οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες αναζητούν ακόμη τον σταθερό τους βηματισμό μεταξύ φιλοδοξιών και εμπορικής ωρίμανσης, «η Ελλάδα καλείται πρωτίστως να κινηθεί με όρους προετοιμασίας και θεσμικής ωριμότητας, όχι βιασύνης. Οι βασικές προϋποθέσεις είναι σαφείς: συγκρότηση ενός ενιαίου εθνικού κέντρου συντονισμού που θα αναλάβει τον συνολικό πυρηνικό σχεδιασμό, θεσμική ένταξη της πυρηνικής ενέργειας, έστω σε επίπεδο σεναρίων, στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, ολοκλήρωση ενός αξιόπιστου πλαισίου διαχείρισης αποβλήτων με διεθνείς συνεργασίες και ενίσχυση της ρυθμιστικής ικανότητας και του ανθρώπινου δυναμικού», αναφέρουν άνθρωποι της αγοράς. Σε μια αγορά SMRs που διεθνώς βρίσκεται ακόμη στη φάση των πρώτων έργων επίδειξης, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να «τρέξει» μπροστά από την τεχνολογία, αλλά να τοποθετηθεί έγκαιρα: να οικοδομήσει σχέσεις με ώριμες πυρηνικές χώρες, να εξετάσει εφαρμογές που ταιριάζουν στη γεωγραφία και στη δομή της οικονομίας της όπως data centers, αφαλάτωση ή πλωτές λύσεις και να διαμορφώσει από νωρίς το θεσμικό και κοινωνικό υπόβαθρο. Μόνο έτσι μπορεί να μετατρέψει μια αναδυόμενη, ακόμη αβέβαιη αγορά σε στρατηγική επιλογή, όταν και εφόσον οι SMRs περάσουν από το στάδιο της υπόσχεσης στο στάδιο της υλοποίησης. Σε αυτή τη φάση, η Ελλάδα δεν αποτελεί ακόμη πλήρες μέλος της «Πυρηνικής Συμμαχίας», αλλά συμμετέχει στις εργασίες της με καθεστώς παρατηρητή, ένα στάδιο που επιτρέπει πολιτική παρουσία, πρόσβαση στις συζητήσεις και στα τεχνικά έγγραφα, χωρίς ανάληψη δεσμεύσεων. Πρόκειται για ένα ενδιάμεσο αλλά ουσιαστικό βήμα, το οποίο επιτρέπει στην Ελλάδα να χαρτογραφήσει τις πολιτικές, τεχνολογικές και χρηματοδοτικές παραμέτρους της ευρωπαϊκής πυρηνικής στρατηγικής, πριν αποφασίσει αν και πότε θα προχωρήσει σε πλήρη ένταξη στη Nuclear Alliance. ΗΠΑ και Κίνα στο προσκήνιο Στο φόντο της ευρωπαϊκής ανασύνταξης, η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα φωτίζει με σαφήνεια τα όρια αλλά και τα ελλείμματα του ευρωπαϊκού μοντέλου. Στις ΗΠΑ, η πυρηνική πολιτική υποστηρίζεται από ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο μέσω της Nuclear Regulatory Commission και από ισχυρά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως τα φορολογικά κίνητρα και οι εγγυήσεις του Inflation Reduction Act, που επιτρέπουν την απορρόφηση του ρίσκου των πρώτων έργων – ακόμη κι όταν αυτά αποτυγχάνουν, όπως συνέβη με το πρόγραμμα NuScale. Η Κίνα, από την άλλη, ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική διαδρομή: κρατικός έλεγχος της εφοδιαστικής αλυσίδας, τυποποιημένοι σχεδιασμοί μεγάλων αντιδραστήρων και ικανότητα υλοποίησης έργων εντός αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων και χαμηλότερου κόστους, κάτι που η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει την τελευταία δεκαετία. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ευρωπαϊκή πρόκληση δεν είναι να «αντιγράψει» κανένα από τα δύο μοντέλα, αλλά να αποκαταστήσει τη δυνατότητα υλοποίησης πυρηνικών έργων με προβλέψιμο κόστος, θεσμική συνοχή και διατηρήσιμη βιομηχανική βάση, σε ένα πλαίσιο αυστηρής ρύθμισης και κοινωνικής λογοδοσίας. Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι ο χρόνος. Η ευρωπαϊκή πυρηνική συζήτηση εισέρχεται σε φάση αποφάσεων μέσα στην επόμενη πενταετία, καθώς συμπίπτουν η ανάγκη αντικατάστασης παλαιών μονάδων, η πίεση για σταθερό φορτίο βάσης και η δοκιμασία της ενεργειακής ασφάλειας. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι το παράθυρο προετοιμασίας είναι συγκεκριμένο και όχι απεριόριστο. Όχι για να αποφασίσει σήμερα αν θα αποκτήσει πυρηνική ισχύ, αλλά για να κρίνει αν θα είναι παρούσα στο ευρωπαϊκό τραπέζι όταν οι επιλογές πάψουν να είναι θεωρητικές και μετατραπούν σε δεσμευτικές πολιτικές και επενδυτικές αποφάσεις.
  3. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του Energia. Gr χθες 31 Μαρτίου υπεβλήθη επίσημη αίτηση στην Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) από Γαλλό-Κινεζική Κοινοπραξία για την κατασκευή και λειτουργία δύο πυρηνικών μονάδων σε απόμερη τοποθεσία στην Ελλάδα. Όπως σημειώνεται στην εισηγητική έκθεση της αίτησης οι μονάδες αφορούν δύο πυρηνικούς αντιδραστήρες τρίτης γενιάς, ελαφρού ύδατος (LWR – Light Water Reactor) εγκατεστημένης ισχύος 1,000 MW ο κάθε ένας. Η τεχνολογία αυτή έχει αναπτυχθεί κυρίως από την Γαλλική Areva, η οποία συμμετέχει στην κοινοπραξία μαζί με τη Γαλλική EDF και τις Κινεζικές CGN και Sinopec, και εστιάζεται σε αντιδραστήρες πεπιεσμένου ύδατος, παρόμοιους με αυτούς που τώρα κατασκευάζονται στη Γαλλική πόλη Flamanville και στην Φινλανδική νήσο Olkiluoto. Όπως αναφέρεται στην αίτηση στόχος της κοινοπραξίας είναι η εξασφάλιση φθηνού ηλεκτρικού ρεύματος βάσης (base load) που θα παράγεται από τους δύο αντιδραστήρες και θα διοχετεύεται πρωτίστως στην Ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και δευτερευόντως θα κατευθύνεται σε εξαγωγές (βλέπε Ιταλία, Τουρκία). Μάλιστα, η αναγκαιότητα για ηλεκτρικό ρεύμα base load δικαιολογείται από τις εκτιμήσεις της κοινοπραξίας για την λειτουργία στην Ελλάδα περισσότερων από 12,000 MW από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο διασυνδεδεμένο δίκτυο μέχρι το 2024. Το σκεπτικό της κοινοπραξίας είναι ότι η πυρηνικά παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια θα καλύπτει τις ανάγκες δικτύου για το διάστημα όπου δεν θα εγχέεται στο δίκτυο ηλεκτρισμός παραγόμενος από ΑΠΕ, με απόλυτα οικονομικό και ανταγωνιστικό τρόπο. Για το θέμα αυτό, δηλ. την συνύπαρξη πυρηνικής ενέργειας και ΑΠΕ, η αίτηση της κοινοπραξίας αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, καθότι πιστεύει ότι αυτή αποτελεί ένα συγκριτικό πλεονέκτημα του όλου project. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η επιλεγείσα τοποθεσία για το συγκρότημα των δύο πυρηνικών αντιδραστήρων οι οποίοι, όπως όλες οι μεγάλες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, χρειάζονται μεγάλη ποσότητα νερού για τις ανάγκες ψύξης για την λειτουργία των λεβήτων. Ένας ακόμη κρίσιμος παράγων στη επιλογή της τοποθεσίας είναι η εγγύτητα σε κατοικημένες περιοχές, οι οποίες συνήθως αποφεύγονται για λόγους ασφαλείας. Ως εκ τούτου η τοποθεσία που προκρίνεται βάσει εκτενούς μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων που έχει ήδη εκπονήσει η κοινοπραξία, με την συμβολή της Βρετανικής PENSPEN, είναι η νήσος Σκάντζουρα στο Βόρειο Αιγαίο, 20 περίπου μίλια νοτιοανατολικά της Αλοννήσου. Η δε μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας που θα παράγεται από τους αντιδραστήρες θα γίνεται με υποβρύχιο καλώδιο μήκους περίπου 140 χλμ που θα συνδέεται με το δίκτυο στην ηπειρωτική Ελλάδα, πλησίον της Στυλίδας, όπου ήδη υπάρχει υποσταθμός υψηλής τάσης. Εκπρόσωπος της κοινοπραξίας ο οποίος μετέβη στην Αθήνα για την κατάθεση του φακέλου στην ΡΑΕ, σε συνομιλία του με το Energia. Gr, δήλωσε αισιόδοξος για την προοπτική του έργου λέγοντας ότι η χθεσινή ημέρα για τις εμπλεκόμενες εταιρείες ήτο ιδιαίτερα σημαντική καθότι ολοκληρώθηκε ουσιαστικά η πρώτη φάση του έργου που περιλαμβάνει το project definition, την τεχνική ανάλυση, την χωροταξική και περιβαλλοντική μελέτη και την οργάνωση και εξασφάλιση της χρηματοδότησης, μια διαδικασία που διήρκεσε 18 μήνες οπότε και έγιναν οι πρώτες επαφές με την κυβέρνηση Σαμαρά. «Είμεθα ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από την άριστη συνεργασία που είχαμε με το γραφείο του πρωθυπουργού αλλά και με το αρμόδιο υπουργείο (ΥΠΕΚΑ) αφού χωρίς την αμέριστη υποστήριξη τους και βοήθεια θα ήτο αδύνατη η ολοκλήρωση ενός τόσο σύνθετου φακέλου σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα». Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στου Μαξίμου το έργο των δύο πυρηνικών μονάδων θεωρείται η μεγαλύτερη μοναδιαία επένδυση και μάλιστα ξένη (Foreign Direct Investment) που πραγματοποιείται στην Ελλάδα την μεταπολεμική περίοδο συνολικού εκτιμώμενου ύψους άνω των 10,0 δις ευρώ. Η δε χρηματοδότηση της δίδυμης αυτής πυρηνικής μονάδας προέρχεται αποκλειστικά από τους συμμετέχουσες στην κοινοπραξία Γαλλικές και Κινεζικές εταιρείες οι οποίες εξάλλου συνεργάζονται στην κατασκευή δύο ανάλογων σταθμών στην Κίνα. Η στήριξη του εν λόγω έργου από πλευράς Ελληνικής κυβέρνησης θεωρήθηκε από την αρχή αυτονόητη σε ανταπόδοση της πολύτιμης βοήθειας που παρείχε η Γαλλική κυβέρνηση και ο τότε Γάλλος πρόεδρος της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, στην Ελλάδα για την παραμονή της στην Ευρωζώνη. Αναφορικά με την αδειοδοτική διαδικασία ο εκπρόσωπος της κοινοπραξίας διευκρίνισε ότι η αίτηση που υπεβλήθη δεν αφορά μόνο άδεια εγκατάστασης για τις πυρηνικές μονάδες και την κατασκευή τους αλλά και άδεια πόντισης και λειτουργίας του υποθαλάσσιου καλωδίου, την κατασκευή των προβλεπόμενων υποσταθμών μέχρι και την πρόσβαση στο δίκτυο του ΑΔΜΗΕ. Σύμφωνα με τον ίδιο εκπρόσωπο στην κοινοπραξία έχουν δοθεί οι απαραίτητες διαβεβαιώσεις από το πρωθυπουργικό γραφείο για πλήρη και σύντομη αξιολόγηση της αίτησης καθότι και στο παρελθόν όταν έγινε παρόμοια παρέμβαση από το Μαξίμου η άδεια εγκατάστασης είχε δοθεί από την ΡΑΕ εντός ολίγων εβδομάδων (βλέπε project για μονάδα παραγωγής ηλεκτρισμού από LPG στον Αστακό). Στην δε παρατήρηση του Energia.Gr εάν απασχόλησε την κοινοπραξία τον ενδεχόμενο μεγάλης κλίμακας αντιδράσεων από περιβαλλοντικούς φορείς και τις τοπικές κοινωνίες, ο εκπρόσωπος αναφέρθηκε σε εκτενείς επαφές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί με τους δημάρχους και κοινοτάρχες όλων των γύρω περιοχών (π.χ. Αλόννησος, Σκύρος, Βόρεια Εύβοια, Σκιάθος, Στυλίδα κλπ) οι οποίοι έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο αφού στο πλαίσιο συμφωνητικού που θα κληθούν να υπογράψουν με την κοινοπραξία προβλέπεται σειρά ανταποδοτικών ωφελειών συμπεριλαμβανομένης και της άπλετης χρηματοδότησης έργων υποδομής και προβολής, που θα κληθούν να υποβάλλουν οι τοπικοί παράγοντες. Ήδη με μερικούς από αυτούς έχουν υπογραφεί σχετικά μνημόνια συνεργασίας και έχουν καταβληθεί ποσά για την υποστήριξη κοινωφελών σκοπών. http://energy-engine...-post_9550.html Πατήστε εδώ για να διαβάσετε την πλήρη παρουσίαση
×
×
  • Create New...

Σημαντικό

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώνουμε το περιεχόμενο του website μας. Μπορείτε να τροποποιήσετε τις ρυθμίσεις των cookie, ή να δώσετε τη συγκατάθεσή σας για την χρήση τους.