Jump to content
  • Revit - Μαθήματα BIM
eupalinos

Οι μηχανικοί προτείνουν λογοτεχνία

Recommended Posts

Διάβασα το μυθιστόρημα Eνα Kομμένο Kεφάλι, το πρώτο απ΄ τα δυο της Iris Murdoch που πρότεινε ο camelot για συζήτηση. Η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι είναι τόσο ιδιότυπο το dna της συγγραφής, που εικάζω με σχεδόν ορατή βεβαιότητα, ότι και τα άλλα κείμενά της Ι.Μ., (-το Μια αρκετά αξιοπρεπής ήττα για παράδειγμα, αλλά και τα υπόλοιπα, όπως το Τhe sea, Τhe sea για το οποίο τιμήθηκε με το booker και το οποίο προτείνει για ανάγνωση ο/η lpal) κινούνται στον ίδιο κεντρικό άξονα. Ο οποίος, κατά τη (μέχρι στιγμής) γνώμη μου που την εξηγώ παρακάτω με λεπτομέρεια, και μοναδικός είναι, και τελολογικά προσανατολισμένος.

 

Όμως, πριν μπω στην ουσία αυτού για το οποίο γράφω, θέλω να σημειώσω κάτι γενικότερο. Έχει σημασία που εύκολα γίνεται αντιληπτή, η έντιμη (με την έννοια της ρητής μετοχής της συνειδητότητας) προσπάθεια ενός αναγνώστη να αναμετρηθεί με ένα λογοτεχνικό κείμενο, να το αποκρυπτογραφήσει, να το κατανοήσει, να το αναδέψει στους χώρους της νοητικής διεργασίας του, να αποκρυσταλλώσει το νόημά του, να το συμπυκνώσει με σαφήνεια και εντέλει να το κοινωνήσει. Η σημασία έγκειται στο γεγονός ότι ο αναγνώστης κατά τη διαδικασία της ανάλυσης βιώνει το κείμενο δημιουργικά. Ιδωμένο κάτω από αυτό το πρίσμα το εγχείρημα της ανάλυσης, απαιτώντας χρόνο, κόπο, και συναισθηματικο-νοητική λειτουργία, αποτελεί μια πιο σύνθετη προσπάθεια συγκρινόμενο με την παθητική ανάγνωση καθαυτή. Πολλές φορές μάλιστα, αποτελεί αυτή την πιο σύνθετη προσπάθεια χωρίς παράλληλα να εξασφαλίζει, (-ή έστω, χωρίς να εξασφαλίζει ικανά) το ποθητό ζητούμενο, που είναι η κοινωνία του κειμένου. Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν, εύλογα αναρωτιέται κανείς, αν έχει νόημα για τον ίδιο τον αναγνώστη αυτή η (ας την ονομάσω ‘κάπως σπάταλη’) διεργασία. Η καίρια ερώτηση είναι: Του παρέχει κάποιο κέρδος; Η απάντηση κατά τη γνώμη μου είναι ναι, ανεπιφύλακτα ναι. Για τον απλό και ευνόητο λόγο οτι οι αυτοματισμοί της κριτικής προσέγγισης κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του κειμένου είναι απλουστευτικοί (βλ. υπεραπλουστευτικοί), ως τελείως μηχανικοί και συμβατικοί, ενώ αντίθετα, η έντιμα επιχειρούμενη κριτική ανάλυση εμπεριέχει την προσπάθεια μεταβολής του ασυνείδητου σε συνειδητό, την προσπάθεια δηλαδή συρρίκνωσης του ασυνείδητου υπέρ της διεύρυνσης του συνειδητού. Και, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση σε σχέση με το σκοπό της ανάλυσης (κοινωνία του κειμένου), στην μεν πρώτη περίπτωση (της απλής δηλ. ανάγνωσης) μιλάμε για μονόλογο εντυπώσεων, ενώ στην δεύτερη μιλάμε για διάλογο επί της ουσίας. Η απόσταση που μεσολαβεί από την ανάγνωση ως την ανάλυση αντιστοιχίζεται στην απόσταση ανάμεσα στην αντανάκλαση και την πραγματικότητα, -ή στην απόσταση ανάμεσα στη φαντασίωση και τη βίωση του έρωτα. Το καταλαβαίνει κάποιος τη στιγμή που θα επιχειρήσει ανάλυση. Θα ανακαλύψει άγνοια εκεί που φαντάστηκε γνώση, θα ανακαλύψει αδυναμία στη διάβαση νοημάτων, θα ανακαλύψει το νοητικό αδιέξοδο εννοιών που υποτίθεται πως έχει ήδη κατακτήσει κατά την ανάγνωση, -και, ναι, τότε, θα καταλάβει.

 

Σκέφτηκα και είπα τα παραπάνω γιατί, στην περίπτωση του μυθιστορήματος Eνα Kομμένο Kεφάλι της Murdoch το οποίο προσπάθησα να προσεγγίσω αναλυτικά, χρειάστηκε πραγματικά να διατρέξω αυτή την απόσταση. Η Ι.Μ. δεν είναι αυτό που κάποιος θα χαρακτήριζε ‘εύκολη’ συγγραφέας. Όμως να κάνω εδώ μια απαραίτητη διευκρίνιση: Η έλλειψη ‘ευκολίας’ δεν εστιάζεται στην δυσχέρεια πρόσληψης του μυθιστορηματικού λόγου της Ι.Μ, -κάθε άλλο. Ο λόγος της είναι στρωτός, ευκρινής, απέριττος και αβίαστος, η συνεχής παράθεση ζωηρών, πυκνών και ευφυών διαλόγων στο κείμενό της του δίνει βαθιές ανάσες κι ευχάριστο όγκο, ενώ η πλοκή της, επειδή ακριβώς πραγματεύεται και αναμοχλεύει την κοσμογονία του έρωτα, (ταυτίζοντας μάλιστα το ερωτικό στοιχείο με το σεξουαλικό ένστικτο αν όχι τη σεξουαλική πράξη), κρατάει σε τέτοια εγρήγορση το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ώστε αυτός φτάνει στο τέλος του βιβλίου πριν καλά-καλά να το συνειδητοποιήσει. Λοιπόν, όχι. Η έλλειψη ‘ευκολίας’ δεν ταυτίζεται με δυσχέρεια της μυθοπλαστικής κατανόησης. Η δυσκολία που εγώ αντιμετώπισα, είχε να κάνει με την αποκρυπτογράφηση της στόχευσης του κειμένου. Επειδή πιστεύω, πως σε κάθε αξιοπρεπή συγγραφική περιπέτεια, ενυπάρχον συστατικό στοιχείο του εγχειρήματος αποτελεί ο τελολογικός προσανατολισμός του κειμένου, η ψυχολογική τελολογία στη δική μας περίπτωση. Διατυπωμένη σε ερώτημα επί του προκείμενου η άποψη αυτή, θέτει το ερώτημα «ποιο σκοπό επιδιώκει η Ι.Μ. με το κείμενο αυτό, -ποιους στόχους επιδιώκει;» Στην αρχική λοιπόν ανάλυση που επιχείρησα, έκανα την υπόθεση ότι το μυθιστόρημα ασχολείται με ένα σύνολο χαρακτήρων, περιγράφοντας εύστοχα τις ψυχικές διεργασίες του κάθε ήρωα-χαρακτήρα (ακριβέστερα: αντιήρωα-χαρακήρα), ώστε να τονίσει τις συναισθηματικο-βουλητικές απύθμενες ιδιαιτερότητες των ανθρώπων, και να υπογραμμίσει τελικά το υποκειμενικό νόημα της ζωής, το ασυνείδητο του ψυχολογικού προσανατολισμού των ατόμων, το αδιάκριτο και αδιάφορο του ‘κανονικού’ (φυσιολογικού) και του παρεκκλίνοντος ερωτισμού ως κυρίαρχου συστατικού στοιχείου του βίου, τις αλληλεπιδράσεις και τις αλληλοεπιρροές του πλέγματος των ανθρωπίνων σχέσεων, και οπωσδήποτε να ανασύρει το φανταστικό πέπλο του έρωτα ώστε να υπενθυμίσει το γεγονός ότι η αλληλοεξιδανίκευση αποτελεί την ακριβώς άλλη εκδοχή της αληλοεξαπάτησης. Σε αυτή την υπόθεση θα παρέμενα μέχρι τέλους, εάν δεν υπήρχε σε δεύτερο νοητικό επίπεδο μια ενστικτώδης ενόχλησή μου, η οποία επέμενε να αμφισβητεί και να ακυρώνει αυτή την πρώτη ανάλυση. Υποστήριζε λοιπόν σθεναρά αυτή μου η ενόχληση, ότι η συνεχής και εν σειρά παράθεση μοναδικά ακραίων περιστατικών - ακραίων καταστάσεων - ακραίων επιλογών - ακραίων χαρακτήρων χωρίς την προσθήκη κάποιου (έστω ελάχιστου) ρεαλιστικού αντίβαρου εναλλακτικής τροπής που θα αποκαθιστούσε την εσωτερική ισορροπία της ιστορίας και συνεπακόλουθα την αξιοπιστία της μυθοπλασίας, συνιστούσε έναν ιδιόμορφο, και θα έλεγα (ίσως υπερβάλλοντας) κάπως γκροτέσκο τρόπο συγγραφής, που απέκλεια να είναι τυχαίος ή αναίτια επιλεγμένος από αυτήν ειδικά τη συγγραφέα. Το λάθος που αργότερα αποφάσισα ότι εξαρχής έκανα, ήταν ότι θεωρούσα αυτονόητη κι αδιαπραγμάτευτη την πρόθεση της Murdoch για το ‘σερβίρισμα’ μιας πειστικής και ρεαλιστικής μυθοπλασίας. Μόλις αποδεσμεύτηκα απ΄ αυτή μου την ιδεοληψία, (και άρα από την αναζήτηση τελολογικού προσανατολισμού του έργου μέσα από τους ήρωες και τη μυθοπλασία), τότε σχεδόν άμεσα μπόρεσα να διακρίνω τον κεντρικό άξονα του έργου, που είναι κατά τη γνώμη μου το αίνιγμα της αυτογνωσίας. Σε όλη την πορεία του μυθιστορήματος, ξετυλίγεται από τη συγγραφέα με τρόπο ευφυή, σαφή και ως το τέλος ανέκκλητο η κατάθεση της αντίληψης μιας σκαιής πραγματικότητας: Ότι ο βαθύτερος εαυτός μας αρέσκεται να κρύβεται στα βάθη του είναι μας, στα βάθη του ασυνειδήτου. Ότι εμείς οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας όχι όπως πραγματικά είναι, αλλά με υποκειμενικά, προσωπικά, μη αμερόληπτα και παραμορφωτικά κριτήρια που αλλοιώνουν την εικόνα μας, έτσι ώστε εμείς οι ίδιοι να αδυνατούμε να αντιληφθούμε τον εαυτό μας, με συνέπεια να αδυνατούμε εν συνεχεία να θέσουμε αυτόνομα τους όρους της ζωής και της ύπαρξής μας, να μην μπορούμε να χαράξουμε την πορεία μας στη ζωή, ούτε και να επιλέξουμε τους σκοπούς μας ή να διαμορφώσουμε τους εαυτούς μας όπως εμείς θέλουμε. Οι άνθρωποι, δυστυχώς, έχουμε εμφανή αδυναμία να εξουδετερώσουμε τους εξωτερικούς παράγοντες που μας σπρώχνουν προς τυχαίες κατευθύνσεις, άλλες απ΄ αυτές της όντως επιλογής μας.

 

Παρά την εντελώς αντίθετη φαινομενική εντύπωση, μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι η Murdoch δεν έχει ως κύριο ενδιαφέρον να ξεψαχνίσει καταστάσεις, συμπεριφορές, συναισθήματα, χαρακτήρες, αλλά ούτε κι ανθρώπους, -και για το λόγο αυτό δείχνει συχνά τόσο συναισθηματικά αποστασιοποιημένη απ τους ήρωες του μυθιστορήματος. Νομίζω αντίθετα, ότι χρησιμοποιεί τους χαρακτήρες της, ειδικότερα δε την ευφυΐα τους, προκειμένου να τους μετατρέψει σε μέσον για να μιλήσει για τη λύτρωση από τα συμπλέγματα και την αλλαγή συμπεριφοράς, που ορίζονται ως τα ανώτερα κέρδη που μπορεί να αποφέρει η αυτογνωσία.

 

Τελικά, η Iris Murdoch στο Eνα Kομμένο Kεφάλι κατέληξα πως εξετάζει την ανελευθερία του ανθρώπου ως απόρροιας της έλλειψης αυτογνωσίας, εξετάζει δηλαδή την τραγική και ρεαλιστική εκείνη κατάσταση, που φέρει τους ανθρώπους υποκείμενους στο νόμο της αιτιότητας, αλλά με έναν τρόπο μοιραίο, κατά τον οποίο η επίδραση της αιτίας στο αποτέλεσμα διαπιστώνεται, εφαρμόζεται και ασκείται εξωτερικά, μονομερώς, ερήμην της βουλήσεως των ατόμων συνολικά, όμως και του καθενός από μας όλους ξεχωριστά έναν προς έναν, -δυστυχώς.

 

Και τότε;

 

«Το σημαντικό», είπε ο Άλντους Χάξλεϊ «δεν είναι οι εμπειρίες που αποκτάς, αλλ' αυτό που φτιάχνεις από τις εμπειρίες αυτές».

Share this post


Link to post
Share on other sites

Nομίζω roka τα είπες όλα.

 

Tι θα μπορούσε να συμπληρώσει κανείς σε όλα αυτά που τόσο έντεχνα και στοχαστικά έγραψες? Tο διεισδυτικό σου βλέμμα και η πολυπρισματική ανάλυση που επιχείρησες αποκάλυψαν (σε μένα τουλάχιστον) κρυφά, σκοτεινά και αδιαφανή σημεία του βιβλίου και της σκέψης της συγγραφέα που ενδεχομένως πέρασαν απαρατήρητα στην πρώτη μου ανάγνωση.

 

Πράγματι έχεις δίκιο: πολλές φορές κρίνοντας ένα κείμενο μιλάμε για «μονόλογο εντυπώσεων» και όχι για «διάλογο επί της ουσίας».

 

Aλλά μήπως και η ενδιάμεση διαχωριστική απόσταση αυτών των δύο τάσεων δεν είναι η απόσταση που καθορίζει ενίοτε και τις διαφορετικές εκφάνσεις της ζωής μας, τις ποικίλες δραστηριότητές μας, τις καθημερινές συμπεριφορές μας?

 

Λέμε: «Aυτό που υπάρχει δεν μπορεί να είναι αληθινό». H πρόταση αυτή αντηχεί προκλητικά και πολλές φορές κωμικά στα καλομαθημένα αυτιά μας και φαίνεται τόσο υπερβολική, όσο και μια άλλη πρόταση που φαίνεται να λέει ακριβώς το αντίθετο:«Ό,τι είναι πραγματικό, είναι και λογικό».

 

Kαι όμως αυτό που εγώ γνωρίζω είναι ότι εκφράζουν και οι δύο με προκλητική λακωνικότητα την ιδέα του Λόγου που καθοδήγησε τη Λογική. Aκόμα περισσότερο και οι δύο μας λένε πως η πραγματικότητα και η σκέψη (αυτή που προσπαθεί να κατανοήσει αυτή την πραγματικότητα) έχουν ανταγωνιστική δομή. O κόσμος της άμεσης εμπειρίας, δηλαδή ο κόσμος που μέσα του ζούμε, πρέπει να κατανοηθεί, να μεταμορφωθεί και να μετουσιωθεί ακόμη πιο ολοκληρωτικά για να γίνει αυτό που πραγματικά είναι.

 

Για να εκφραστώ και λίγο μαθηματικά: στην εξίσωση Λόγος=Aλήθεια=Πραγματικότητα που συνενώνει τον υποκειμενικό και τον αντικειμενικό κόσμο σε μια ανταγωνιστική ενότητα, ο Λόγος μπορεί να είναι η μόνη υπονομευτική δύναμη. Eίναι η «δύναμη του αρνητικού» που καθιερώνει την αλήθεια για τους ανθρώπους και για τα πράγματα, ως θεωρητικός και πρακτικός Λόγος. Eίναι η «δύναμη του αρνητικού» που καθιερώνει τις συνθήκες που κάτω από αυτές οι άνθρωποι και τα πράγματα μπορούν να γίνουν αυτό που πραγματικά είναι. Kαι όλ αυτά μέχρι του σημείου που τα ρυθμιστικά στοιχεία του Λόγου συγκρούονται με τα ανατρεπτικά στοιχεία της Λογικής, όταν δηλαδή η θετική σκέψη έρχεται σε αντίθεση με την αρνητική σκέψη και μέχρις ότου τα επιτεύγματα του ορθού λόγου εξασφαλίσουν το θρίαμβο της μονοδιάστατης πραγματικότητας και περιορίσουν όλες τις αντιθέσεις.

 

Ότι ο βαθύτερος εαυτός μας αρέσκεται να κρύβεται στα βάθη του είναι μας, στα βάθη του ασυνείδητου, όπως λες, είναι μια αλήθεια. Μια παλιά αλήθεια.

 

Εγώ θα έλεγα λίγο πιο αναλυτικά: κατά τη δραματουργική θεωρία του Γκόφμαν, στη συνηθισμένη κοσμική ζωή συντηρούμε τρεις οπτικές γωνίες του εαυτού μας.

Ο εαυτός ως ηθοποιός-υποκριτής, ο εαυτός ως κοινό-θεατής και ο εαυτός ως ρόλος-μάσκα. Ο τρόπος δηλαδή, που συχνά εναγώνια προσπαθούμε να δώσουμε την εντύπωση που επιθυμούμε στον Άλλον ή εκείνη που αισθανόμαστε από υπαρξιακή αγωνία ότι χρωστάμε στον Άλλον. Ο Λουϊτζι Πιραντέλο άλλωστε στο γνωστό θεατρικό του έργο Απόψε αυτοσχεδιάζουμε το λέει χωρίς περιστροφές: μέσα μας υπάρχουν τρεις Γιάννηδες. Ο Γιάννης που θέλω να είμαι. Ο Γιάννης που νομίζουν οι άλλοι ότι είμαι. Και ο Γιάννης που πραγματικά είμαι.

 

Επίσης ο Τζόρτζ Μιντ, πιο αισιόδοξος και ανακουφιστικός, ρίχνει τη θεωρία του (I and Me) σαν σανίδα σωτηρίας σ αυτήν τη θύελλα της αστάθειας του ανθρώπινου χαρακτήρα και της καθημερινής του συμπεριφοράς. Ο Μιντ ισχυρίζεται ότι κάτω από αυτές τις αναρίθμητες μεταλλάξεις του εαυτού βρίσκεται αμετακίνητος ένας γνήσιος, ανεξάρτητος, ελεύθερος, αυθεντικός εαυτός, ο εαυτός-πυρήνας. Το κουκούτσι μας (the core self), όπως λέει. Κοντά σε αυτόν τον εαυτό-πυρήνα βρίσκουμε εντός μας ελευθερία, αυθορμητισμό, δημιουργικότητα, χαρά, δύναμη φυσικότητα, απλότητα. Δηλαδή εσωτερική ισορροπία. (Και είναι πολύ σημαντικό αυτό κατά τη γνώμη μου).

 

Ακριβώς αυτόν τον εαυτό προσπαθεί να αποκαλύψει η Μέρντοχ στα βιβλία της προκαλώντας τον αναγνώστη να βαδίσει την οδό της δικής του αυτογνωσίας, όπως πολύ σωστά συμπέρανες εσύ.

 

Στόχος του βιβλίου και κατά τη δική μου γνώμη δεν είναι η ανάγνωση της μυθοπλασίας αλλά η παρακολούθηση σε βαθύτερο επίπεδο του χαρακτήρα των ηρώων του βιβλίου και της εσωτερικής τους αγωνίας για την αναζήτηση του εαυτου-πυρήνα, κάτι που αποκρύπτεται σε πρώτη επιφανειακή ανάγνωση. Είναι ακριβώς αυτή η αφύπνιση, η πρόκληση αλλά και η σιωπηρή προτροπή που οδηγεί τον αναγνώστη να προχωρήσει στη δική του εσωτερική αναζήτηση και να βαδίσει προς τη μυστική, αλλά αναγνωριστική και αποκαλυπτική συνάντηση με τον εαυτό-πυρήνα.

 

Και πιστεύω ότι ως ένα μεγάλο ποσοστό το βιβλίο πετυχαίνει το στόχο του.

Share this post


Link to post
Share on other sites

χρόνο που βρίσκετε συνάδελφοι ?

 

Συγγνώμη για το οφ τόπικ, αλλά εως 25 είχα διαβάσει μπορεί και 1000 βιβλία και μετά μπορεί και κανένα.

:oops:

Share this post


Link to post
Share on other sites

Τιτλος: Αγριεμένοι Ανάπηροι Επισρεφουν από Καυτά κλίματα

Συγγραφέας: Tom Robins

 

ΠΕριγραφη: Το βιβλίο είναι απλά τελειο. Οι προβληματισμοί πηγάζουν μεσα από τον καθημερινό λόγο. Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ένας σύγχρονος άνθρωπος γεμάτος αντιφάσεις.

Είναι το... holy graal μου στις δύσκολες ώρες. Περισσότερα... οσοι πιστοί το ψάξετε.

Share this post


Link to post
Share on other sites

@TheoTDM900

Περίμενε. Με τον καιρό θα ξαναγίνεις κάτω από 25, οπότε αυτό που ρωτάς θα το ρωτάνε σε σένα.

 

@Vaggelis2000

Δεν γνωρίζω ούτε το Αγριεμένοι Ανάπηροι Επιστρέφουν από Καυτά κλίματα ούτε τον Tom Robins, γνωρίζω όμως το holy graal για δύσκολες ώρες.

 

@ Camelot,

Αντιγράφω κομμάτι από την #23 απάντηση του sgp:

Και κάτι τελευταίο, είναι τόσο ωραία και πυκνή η γραφή του camelot, σε όσες δημοσιεύσεις του έχω διαβάσει, που θεωρώ ότι θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε την πρότασή του (σσ αυτή για τη λέσχη ανάγνωσης ) και στα κείμενά του.

Επειδή συμφωνώ με τον sgp ακολουθώ την πρότασή του.

[Γιατί, αλλοίμονο αν ανασηκώνουμε τους ώμους αδιάφορα στο μονόλογο εντυπώσεων και δεν προσπαθήσουμε για το διάλογο επί της ουσίας. (η ατάκα «μπορώ τουλάχιστον να προσπαθήσω» στο Ένα Κομμένο Κεφάλι της Murdoch είναι από τις χαρακτηριστικότερες και ουσιαστικότερες του βιβλίου κατά τη γνώμη μου)]

Λοιπόν:

Όπως και έχουμε ξαναπεί: Στις πολυσήμαντες έννοιες πρέπει απ΄ την αρχή να ξεκαθαρίζουμε το τοπίο με τους ορισμούς.

Στην εξίσωση λόγος = αλήθεια = πραγματικότητα εγώ καταλαβαίνω ότι :

1) Την ενδιάμεση έννοια «αλήθεια», δεν την ορίζεις από μόνη της ως μια αξία, αλλά ως μια αξιολογική κρίση. Δλδ δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια, αλλά ανθρώπινη, στοχαστική, σχετική αλήθεια.

2) Αυτήν δε, (δλδ την ιδιοσυστασία και υπόστασή της) την καθορίζει η πρώτη έννοια, ο λόγος, και ειδικότερα ο θεωρητικός λόγος ως διεργασία της έμφυτης νόησης, και ο πρακτικός λόγος ως ηθικός νόμος. Άρα, η πρώτη έννοια της εξίσωσης, ο λόγος, είναι «δύναμη του αρνητικού» επειδή ακριβώς είναι ρυθμιστικός παράγοντας της σχετικής ανθρώπινης αλήθειας ως πλέγματος κανονων και συμβάσεων ανασταλτικών της ανθρώπινης ελευθερης πράξης και βούλησης.

Αν μέχρι εδώ συμφωνούμε, τότε συνεχίζω:

3) Την σχετική μας αλήθεια αναθέτουμε να την αναδιαρθρώσει, ανασκευάσει, αναδομήσει κλπ, ο αισιόδοξος γνωσιολογικός προσανατολισμός του ορθού λόγου προς την ορθή κατεύθυνση, που είναι η σύμπτωσή της με την ελεύθερη πράξη μας. Η σύμπτωση δε αυτή, ορίζεται ως η τρίτη έννοια, πραγματικότητα, που είναι και ένα τελικό λυτρωτικό σχήμα. Είναι όπως λες ο θρίαμβος της μονοδιάστατης πραγματικότητας και ο περιορισμός όλων των αντιθέσεων, η εσωτερική μας ισορροπία, η ταύτιση της σχετικής αλήθειας με το core self – κουκούτσι του Μιντ. (Ο οποίος βρίσκω πως πολύ καλά μας τα λεει)

Αν σωστά λοιπόν σε καταλαβαίνω, τότε, από το στόμα σου και στου Θεου τ΄ αυτί, γιατί όλο το σκεπτικό είναι μια (ας πούμε) τεκμηριωμένη έλλογη φαντασία (!), που φτεροκοπάει πετώντας, ‘κάνοντας τη σωτηρία εύκολη σαν μια ευχή’!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Τιτλος: Αγριεμένοι Ανάπηροι Επισρεφουν από Καυτά κλίματα

Συγγραφέας: Tom robins

 

.

 

Το διάβασα πριν δύο μήνες και το προτείνω και εγώ

Υ.Γ Φέρτε τους κλόουν

Share this post


Link to post
Share on other sites

(...το έσβησα..)

edit: καταργήθηκε η διαγραφή των posts? δεν την βγάζει

Share this post


Link to post
Share on other sites

ΤΟΜ ΡΟΜΠΙΝΣ - ΑΓΡΙΕΜΕΝΟΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΑΠΟ ΚΑΥΤΑ ΚΛΙΜΑΤΑ

Ο Τομ Ρόμπινς στο μυθιστόρημά του ξεδιπλώνει ένα γρήγορο, χαρισματικό μυαλό. Αποκαλύπτει την ευφυή, οξυδερκή σκέψη του, και την ευρηματική του φαντασία. Έχει εξαιρετικές στιγμές στην ανάπτυξη, στην εξέλιξη και στο χειρισμό του γραπτού του λόγου. Εφευρίσκει αναπάντεχους τρόπους εξόδου από τις μυθιστορηματικές του ενότητες, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη του και διεγείροντας το ενδιαφέρον του για την επόμενη ενότητα. Έντονα χαρακτηριστική του τρόπου γραφής του είναι η τακτική της αποξένωσης, που η εφαρμογή και η διατύπωσή της (κλείνει το μάτι στον αναγνώστη με εξομολογητική και χιουμοριστική διάθεση, -έξοχα δείγματα το τέλος της εισαγωγής (σελ δεκαοκτώ) και η αρχή του α΄κεφ του 4ου μέρους, σελ.509) παραπέμπει στην τεχνική του Ζοζέ Σαραμάγκου. Διαθέτει αίσθηση λεπτής ειρωνείας, και ευρύτητα γνώσης και πνεύματος. Του αρέσει να δηλώνει ακραιφνής ανατρεπτικός, προοδευτικός και αντικομφορμιστής. Αυτά ως προς τα θετικά στοιχεία του συγγραφέα, -γιατί εισέπραξα και κάποια αρνητικά. Θεωρώ για παράδειγμα κάπως άκομψη την πρακτική της προνομιακής αυτομεταχείρισης, ιδιαίτερα αν δεν τηρούνται αυτά που στους άλλους προσάπτονται. Ένα παράδειγμα: Ο Τ.Ρ. δηλώνει απερίφραστα δια του πρωταγωνιστή του Σουίτερς ότι εκτιμάει την περιστασιακή αξία της αισχρολογίας ως ένα «λεκτικό σημείο στίξης» ή ως ένα «αποτελεσματικό μέσο έμφασης», αλλά ότι την περιφρονεί εξίσου αν βλέπει αγροίκους να τη χρησιμοποιούν ως υποκατάστατο ελλιπούς λεξιλογίου, ή νέους ως υποκατάστατο επαναστατικότητας, ή κωμικούς ως υποκατάστατο του χιούμορ.(σελ 582). Ο ίδιος θεωρώ ότι έχει αρκετές στιγμές που δεν την χρησιμοποιεί απολύτως περιστασιακά, κι ότι μάλλον εκτρέπεται σε άσκοπη κατάχρησή της. (αυτό υποκειμενικότατα κρίνοντας, εκτός κι αν δεχτούμε ότι υπάρχει μια κάποιου είδους αντικειμενική αντίληψη για την αισχρολογία, ή μια κατά κάποιο τρόπο ενιαία και κοινή αισθητική για το θέμα). Επίσης, ο Τ.Ρ. θεωρώ ότι επαναλαμβάνει πολλές φορές τα ίδια και τα ίδια ανενδοίαστα, χρησιμοποιώντας απλές παραλλαγές της αρχικής του διατύπωσης, ειδικά όταν περιγράφει τις ιδιοσυγκρασιακές αντιδράσεις του ήρωα –προτύπου του, κι ότι αυτή του η συγγραφική συνήθεια, εκτός του ότι προκαλεί την κόπωση του αναγνώστη, αποκαλύπτει και μια ροπή προς τον πλατειασμό και τη φλυαρία που μάλλον τον αδικεί αφού αφαιρεί και μειώνει την αίγλη της οικονομίας και της πυκνότητας που ούτως ή άλλως μοιάζει να μπορεί αβίαστα να την επιτύχει. Να προσθέσω ακόμα πως πολλές φορές, ένιωσα πως ο συγγραφικός του λόγος τείνει να γίνεται εύπεπτος, κι ότι ίσως κάποιες φορές άγγιξε την υπερβολή η περιγραφή των οριακών καταστάσεων της ιστορίας του. Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά λοιπόν, θα έλεγα τελικά, πως η ανάγνωση των 600 σελίδων του βιβλίου με ταξίδευε απ΄ τα ψηλά στα χαμηλά και πάλι, με πήγαινε και μ΄ έφερνε και πάλι, και πως για το λόγο αυτό εισέπραξα συνολικά μια μάλλον άνιση ιδιαιτερότητα συγγραφής.

Σ΄ ότι αφορά τώρα το ΑΓΡΙΕΜΕΝΟΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΑΠΟ ΚΑΥΤΑ ΚΛΙΜΑΤΑ καθαυτό ως μυθιστόρημα, έχω να πω τα εξής: Ο Τομ Ρόμπινς σε όλο το μήκος και το πλάτος του κειμένου ανάβει κεριά στον Τζοϋς, υποκλινόμενος σ΄ αυτόν και ομολογεί παντοιοτρόπως το θαυμασμό και την επιρροή του. Επισημαίνω τρια ενδεικτικά σημεία: 1. οι συνεχείς, απ΄ την αρχή ως το τέλος, άμεσες και έμμεσες αναφορές στο «ξύπνημα του Φίνεγκαν» με ύφος-σπονδή στον πειραματισμό και στη γλώσσα, 2. «….ο Σταν Γκέμπλερ Ντέιβις έγραφε για τον Τζοϋς, «έζησε ενδιαφέρουσα ζωή, πράγμα που συμβαίνει με τους περισσότερους άντρες που ενδιαφέρονται βαθιά για τις γυναίκες, το ποτό, την υψηλή τέχνη, και τη λειτουργία της ιδιοφυίας τους» (σελ. 497) και 3. «…αν δεν παρατήσεις αυτό το γαμημένο τον Τζεημς Τζόϋς, μια μέρα θα σε παλαβώσει –και να που σε παλάβωσε». (σελ. 543) (Σε αντιστοιχία της συναισθηματικής έντασης που ο Τ.Ρ. επιφυλάσσει στον Τζόϋς θα διάλεγα και μια ερμηνεία που θα έλεγε ότι εκτός των αυτονόητων νοητικών διεργασιών, αυτό ίσως να συμβαίνει και λόγω του συγγενούς περιπετειώδους βίου τους, και πως ίσως μ΄αυτό τον τρόπο, ο Τ.Ρ. αναγνωρίζει στον εαυτό του, ή επιχειρεί να του αναγνωριστεί απ΄ τους άλλους, μια σχετική ψυχοπνευματική συγγένεια, ή υιοθεσία, γεγονός κατά την άποψή μου χαρακτηριστικό μιας εσωτερικότητας που αποζητάει επικρότηση). Αμέσως μετά τον Τζόϋς ο Τομ Ρόμπινς υποκλίνεται στη γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας, και την ασπάζεται ως σύστημα που περικλείει πείρα ζωής, και συγχρόνως διατυπώνει μια κοσμοθεωρία. Σε κάθε γλώσσα, λέει ο Τ.Ρ., μπορείς να εκφράσεις τον εαυτό σου. Να πεις ποιος είσαι. Κι όσο πιο μακριά απ΄ τον πολιτισμό συμβαίνει αυτό, τόσο πιο κοντά στον πυρήνα της ψυχής σου βρίσκεσαι. Και κοντά στον πυρήνα της ψυχής, είναι η ευθυμία που αναγορεύεται σε υπέρτατη αρετή, γιατί αυτή και μόνη, με τη μορφή του γέλιου, διαχωρίζει τη σοβαρότητα απ΄ τη σοβαροφάνεια. Με πολλούς τρόπους, πάλι άμεσους και έμμεσους και οπωσδήποτε ευρηματικούς, ο Τ.Ρ. υμνεί τη γλώσσα, μάλιστα αυτό ακριβώς πιστεύω πως επιχειρεί συμβολικά να εκφράσει όταν ανεμίζει σα σημαία επανάστασης ξανά και ξανά το «προσόν» του πρωταγωνιστή του Σουίτερς να γνωρίζει πως λέγεται «ο θησαυρός μιας κυρίας» σε εβδομήντα μια τουλάχιστον γλώσσες.

Τώρα: Πέρα απ΄ τις αναμφισβήτητες αρετές και τα προτερήματα, και τις καλές στιγμές, και τις δεξιότητες, γλωσσικές ή πνευματικές, του μυθιστορήματος ΑΓΡΙΕΜΕΝΟΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΑΠΟ ΚΑΥΤΑ ΚΛΙΜΑΤΑ που συζητάμε, αυτό που ισχύει σε γενικότερη βάση είναι οτι κάθε μυθιστόρημα πρώτα απ΄ όλα απεικονίζει ένα κόσμο, ή σκαρώνει το ίδιο ένα κόσμο, μέσα από φανταστικά γεγονότα και καταστάσεις, και τις φιγούρες των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών του. Κι ότι απ αυτόν τον κόσμο αντλούνται, παίρνονται κομμάτια, χρήσιμα για την παραγωγή και τη δημιουργία των συναισθηματικών διαθέσεων, των διανοητικών διεργασιών και των ψυχοπνευματικών αντιδράσεων του κάθε αναγνώστη. Αυτό συμβαίνει επειδή όλοι οι παραπάνω εφευρημένοι και γεννημένοι απ΄ τον συγγραφέα ανθρώπινοι χαρακτήρες, τα μικρότερα ή τα μεγαλύτερα γνωρίσματά τους, τα πάθη τους, οι επιλογές τους και οι πράξεις τους, αντανακλούν σε μια περιοχή του αναγνώστη που στο κέντρο της, μοιάζει εύκολο αυτός να πει: «Ναι, -έτσι» -ή, «Όχι έτσι» -ή, «Ναι, αυτή ήταν μια δίκαιη έκβαση, που αντιστοιχίζεται στο ανθρώπινο μέτρο, ή στον ανθρώπινο νου, ή στην ανθρώπινη αξία, -ή οτιδήποτε». Και υπάρχουν και οι εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις όπου αυτή η αντανάκλαση δεν εξαντλείται στη συναισθηματική και στις λοιπές ζυμώσεις του κέντρου της περιοχής, αλλά πλαταίνει κι απλώνεται και προς την περιφέρειά της, απηχώντας στα ακραία όριά της τη μύχια ανθρώπινη γνώση, κι ανάγκη, κι ελπίδα, και προσδοκία, προκαλώντας το σχηματισμό και φωτίζοντας στη συνέχεια το περίγραμμα ενός γοητευτικού, εσώτερου, και ιδανικού εαυτού μας. Αυτή λοιπόν την αντανάκλαση, αυτόν τον αντίκτυπο του βιβλίου στον αναγνώστη, τον ονομάζω (ίσως όχι πολύ εύστοχα αλλά δεν έχω σκεφτεί κάτι καλύτερο) «τελολογικό προσανατολισμό» ή «εντελέχεια» ή «σκοπό» του μυθιστορήματος, θέτω ως πυρήνα της κοινωνίας μου με το κείμενο την αναζήτηση και την ποιοτική ανάλυση των παραπάνω αυτών εννοιών, ενώ η απάντηση στο «γιατί» της συγγραφής ενός μυθιστορήματος σ΄ ότι με αφορά αναδύεται ικανοποιητικά μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία.

Τα λέω όλα αυτά για να καταλήξω τελικά, πως το ΑΓΡΙΕΜΕΝΟΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΑΠΟ ΚΑΥΤΑ ΚΛΙΜΑΤΑ στις 600 σελίδες του, μου χάρισε αρκετές ευχάριστες έως και χαμογελαστές στιγμές, δεν μου έδωσε ωστόσο κάποια ικανοποιητική απάντηση στην αναζήτηση του παραπάνω «γιατί» της συγγραφής του. Και επειδή για το ίδιο μυθιστόρημα έχουν ήδη διατυπωθεί δυο αντίθετες απ τη δική μου απόψεις, εξαιτίας των οποίων μάλιστα και το αναζήτησα, θα με ενδιέφερε πάρα πολύ να ακούσω οποιαδήποτε άλλη ανάλυση το προσεγγίζει από διαφορετική οπτική γωνιά ή αφετηρία απ΄ αυτήν που εγώ μέχρι στιγμής μπόρεσα να διακρίνω.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Μέσα στο καλοκαίρι διάβασα το βιβλίο του Simon Singh Κώδικες και Μυστικά, εκδ. Τραυλός.

 

Το βιβλίο το επέστρεψα στην δανειστική βιβλιοθήκη, οπότε δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, αλλά θα προσπαθήσω να κάνω μία χονδρική παρουσίαση.

 

Γράφει για την κρυπτογραφία και τις διάφορες μεθόδους κρυπτογράφησης και αποκρυπτογράφησης, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα.

Περιγράφει με σαφήνεια και με παραδείγματα τους βασικούς τρόπους κρυπτογράφησης (μονοαλφαβητική, πολυαλφαβητική, μπλοκ μιας χρήσης, πλειφεαρ κτλ)

Εξιστορεί την αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών, (τελικά τα σύμβολα, γεράκι, ζυγός κτλ, αναπαριστούν συλλαβές και όχι ιδεογράμματα, όπως λάθος νόμιζα). Η περιγραφή της αποκρυπτογράφησης της γραμμικής Β', είναι εντυπωσιακή, καθώς έγινε δυνατή με την συμβολή πολλών διαφορετικών ανθρώπων από διαφορετικά γνωσιακά αντικείμενα. Η αποκρυπτογράφηση της γραμμικής Β' επιβεβαίωσε ότι η ελληνική γλώσσα μιλιούνταν και πριν την εμφάνιση του ελληνικού αλφαβήτου. Εϊναι συγκλονιστικό να διαβάζεις ελληνικά στην γραμμική Β'. Και αυτό έγινε δυνατό μόλις το 1950 και κάτι.

Ερχόμαστε στην ιστορία της κρυπτογράφησης κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Η θρυλική συσκευή Enigma των Γερμανών ήταν τελικά το αδύνατό τους σημείο. Η αντικατασκοπεία των Αγγλών, δείχνει την αξία τους. Μεθοδικότητα πάνω από όλα. Ο Turing ίσως είναι ο ήρωας που βοήθησε να τελειώσει ο πόλεμος υπέρ των συμμάχων.

Στην συνέχεια αναλύονται οι έννοιες του Pretty Good Privacy (PGP), της ασύμμετρης κρυπτογράφησης και του δημόσιου κλειδιού. Πίστευα ότι ποτέ δεν θα καταλάβαινα, τόσο ... απόκρυφες έννοιες. Τελικά δεν ήταν καθόλου δύσκολο.

Φτάνουμε στην κβαντική κρυπτογράφηση. Χρησιμοποιώντας την έννοια του πολωμένου φωτός, γίνεται αντιληπτό γιατί η κβαντική κρυπτογράφηση μπορεί να καταργήσει τον κανόνα που λέει ότι "ό,τι κλειδώνει, ξεκλειδώνει", και να εγγυηθεί την δια παντός νίκη της κρυπτογραφίας απέναντι στην αποκρυπτογράφηση.

Στο τέλος του βιβλίου, υπάρχουν τα 10 τεστ που όποιος τα λύσει, μπορεί να κερδίσει ένα έπαθλο μερικών χιλιάδων λιρών από έναν εγγλέζικο σύλλογο. Ελυσα το πρώτο τεστ, που ήταν στα αρχαία ελληνικά και ομολογώ ότι πέρασα πολύ ευχάριστα ειδικά όταν έφθασα στο σημείο της αποκρυπτογράφησης μιας ολόκληρης λέξης του κειμένου, που σήμαινε ότι είχε αρχίσει να "ξηλώνεται η κάλτσα". Δυστυχώς για τα επόμενα τεστ, χρειάζονταν είτε πολύ χειρόγραφη δουλειά, είτε ένας λάπτοπ, και εγώ δεν είχα λάπτοπ μαζί μου.

 

Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

 

Μιά πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση του βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Τα Έπη του Ομήρου. Για μένα δεν υπάρχει καλλίτερο από αυτά.

Αιεν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×
×
  • Create New...

Important Information

We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue.