Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'κλιματική αλλαγή'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • Ειδήσεις
    • Ειδήσεις
  • Εργασίες Μηχανικών
    • Τοπογραφικά-Χωροταξικά
    • Αρχιτεκτονικά
    • Στατικά
    • Μηχανολογικά
    • Ηλεκτρολογικά
    • Περιβαλλοντικά
    • Διάφορα
  • Εργασιακά-Διαδικαστικά
    • Άδειες-Διαδικασίες
    • Αυθαίρετα
    • Οικονομικά-Αμοιβές
    • Εργασιακά
    • Ασφαλιστικά
    • Εκπαίδευση
    • Ειδικότητες-Συλλογικά Όργανα
  • Εργαλεία
    • Προγράμματα Η/Υ
    • Εξοπλισμός
    • Διαδίκτυο
    • Showroom
  • Γενικά
    • Αγγελίες
    • Κουβέντα
    • Δράσεις-Προτάσεις προς φορείς
    • Michanikos.gr
    • Θέματα Ιδιωτών

Categories

  • 1. Τοπογραφικά-Πολεοδομικά
    • 1.1 Λογισμικό
    • 1.2 Νομοθεσία
    • 1.3 Έντυπα
    • 1.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 1.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 2. Συγκοινωνιακά - Οδοποιίας
    • 2.1 Λογισμικό
    • 2.2 Νομοθεσία
    • 2.3 Έντυπα
    • 2.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 2.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 3. Αρχιτεκτονικά - Σχεδιαστικά
    • 3.1 Λογισμικό
    • 3.2 Νομοθεσία
    • 3.3 Έντυπα
    • 3.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 3.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 4. Στατικά - Εδαφοτεχνικά
    • 4.1 Λογισμικό
    • 4.2 Νομοθεσία
    • 4.3 Έντυπα
    • 4.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 4.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 5. Μηχανολογικά
    • 5.1 Λογισμικό
    • 5.2 Νομοθεσία
    • 5.3 Έντυπα
    • 5.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 5.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 6. Ηλεκτρολογικά
    • 6.1 Λογισμικό
    • 6.2 Νομοθεσία
    • 6.3 Έντυπα
    • 6.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 6.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 7. ΑΠΕ - Φωτοβολταϊκά
    • 7.1 Λογισμικό
    • 7.2 Νομοθεσία
    • 7.3 Έντυπα
    • 7.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 7.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 8. Περιβαλλοντικά
    • 8.1 Λογισμικό
    • 8.2 Νομοθεσία
    • 8.3 Έντυπα
    • 8.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 8.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 9. Υδραυλικά - Λιμενικά
    • 9.1 Λογισμικό
    • 9.2 Νομοθεσία
    • 9.3 Έντυπα
    • 9.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 9.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 10. Διαχείριση Έργων - Εκτιμήσεις - Πραγματογνωμοσύνες
    • 10.1 Λογισμικό
    • 10.2 Νομοθεσία
    • 10.3 Έντυπα
    • 10.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 10.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 11. Δημόσια Έργα - Ασφάλεια και Υγιεινή
    • 11.1 Λογισμικό
    • 11.2 Νομοθεσία
    • 11.3 Έντυπα
    • 11.4 Μελέτες-Βοηθήματα
    • 11.5 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 12. Αμοιβές - Φορολογικά - Άδειες
    • 12.1 Λογισμικό
    • 12.2 Νομοθεσία
    • 12.3 Έντυπα - Αιτήσεις
    • 12.4 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 13. Αυθαίρετα
    • 13.1 Λογισμικό
    • 13.2 Νομοθεσία
    • 13.3 Έντυπα
    • 13.4 Συνέδρια-Ημερίδες
  • 14. Διάφορα

Categories

  • Ειδήσεις
    • Νομοθεσία
    • Εργασιακά
    • Ασφαλιστικά-Φορολογικά
    • Περιβάλλον
    • Ενέργεια-ΑΠΕ
    • Τεχνολογία
    • Χρηματοδοτήσεις
    • Έργα-Υποδομές
    • Επικαιρότητα
    • Αρθρογραφία
    • Michanikos.gr
    • webTV
    • Sponsored

Categories

  • Εξοπλισμός
  • Software
  • Books
  • Jobs
  • Real Estate
  • Various

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Birthday

Between and
  1. Ζημιές ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ προκάλεσαν τα δέκα πιο ακραία καιρικά φαινόμενα που έπληξαν τον πλανήτη φέτος. Αυτό αναφέρει η ετήσια έκθεση της βρετανικής ΜΚΟ Christian Aid. Το κόστος των καταστροφών εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων ξεπέρασε τον αντίστοιχο περυσινό απολογισμό, αντανακλώντας τον αυξανόμενο αντίκτυπο της Κλιματικής Αλλαγής. Τα δέκα πιο ακραία καιρικά φαινόμενα του 2021 είχαν επίσης ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τουλάχιστον 1.075 άνθρωποι και να εκτοπιστούν πάνω από 1,3 εκατομμύρια. Το 2020 οι ζημιές των 10 μεγαλύτερων φυσικών καταστροφών υπολογίστηκαν σε σχεδόν 132,5 δισεκατομμύρια ευρώ από την Christian Aid, η οποία επισημαίνει ότι οι περισσότερες εκτιμήσεις «βασίζονται αποκλειστικά σε ζημιές που καλύπτονταν ασφαλιστικά, υποδηλώνοντας ακόμη υψηλότερο πραγματικό κόστος». H πλειονότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων που περιλαμβάνονται στη λίστα συνέβη σε ανεπτυγμένες χώρες. Ορισμένα από τα πιο καταστροφικά ακραία καιρικά φαινόμενα του 2021 συνέβησαν και σε φτωχές χώρες, οι οποίες - όπως αναφέρεται «ελάχιστα συνέβαλαν στις αιτίες της κλιματικής αλλαγής» και όπου το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών δεν καλύπτονταν ασφαλιστικά. Στο Νότιο Σουδάν, για παράδειγμα, οι πλημμύρες των οποίων το οικονομικό κόστος δεν ήταν δυνατό να εκτιμηθεί, επηρέασαν περίπου 800.000 ανθρώπους, σύμφωνα με την Christian Aid. Η μεγαλύτερη καταστροφή σε ό,τι αφορά το ύψος των ζημιών ήταν η καταιγίδα Άιντα, η οποία προκάλεσε πλημμύρες στη Νέα Υόρκη στα τέλη Αυγούστου, με το κόστος των καταστροφών να εκτιμάται στα 57,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Περίπου 95 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους λόγω της καταγίδας. Στη δεύτερη θέση βρίσκονται οι πλημμύρες του Ιουλίου στη Γερμανία, το Βέλγιο και άλλες γειτονικές χώρες, που προκάλεσαν ζημιές ύψους 38 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η χειμερινή καταιγίδα Uri προκάλεσε ζημιές 20,3 δισ. ευρώ, ενώ οι πλημμύρες στην επαρχία Χενάν της Κίνας τον Ιούλιο κόστισαν 15,5 δισ. ευρώ. Ακολουθούν οι πλημμύρες στη Βρετανική Κολομβία του Καναδά (7,5 δισ. δολάρια), το κύμα ψύχους στα τέλη Απριλίου στη Γαλλία που κατέστρεψε ξακουστούς αμπελώνες της περιοχής (5,6 δισ. δολάρια), ο κυκλώνας Yaas στην Ινδία και το Μπαγκλαντές (3 δισ. δολάρια), οι πλημμύρες στην Αυστραλία (2,1 δισ. δολάρια), ο τυφώνας In-Fa στην Κίνα (2 δισ. δολάρια) και ο κυκλώνας Tuktae στην Ινδία και τη Σρι Λάνκα (1,5 δισ. δολάρια).
  2. Ζημιές ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ προκάλεσαν τα δέκα πιο ακραία καιρικά φαινόμενα που έπληξαν τον πλανήτη φέτος. Αυτό αναφέρει η ετήσια έκθεση της βρετανικής ΜΚΟ Christian Aid. Το κόστος των καταστροφών εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων ξεπέρασε τον αντίστοιχο περυσινό απολογισμό, αντανακλώντας τον αυξανόμενο αντίκτυπο της Κλιματικής Αλλαγής. Τα δέκα πιο ακραία καιρικά φαινόμενα του 2021 είχαν επίσης ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τουλάχιστον 1.075 άνθρωποι και να εκτοπιστούν πάνω από 1,3 εκατομμύρια. Το 2020 οι ζημιές των 10 μεγαλύτερων φυσικών καταστροφών υπολογίστηκαν σε σχεδόν 132,5 δισεκατομμύρια ευρώ από την Christian Aid, η οποία επισημαίνει ότι οι περισσότερες εκτιμήσεις «βασίζονται αποκλειστικά σε ζημιές που καλύπτονταν ασφαλιστικά, υποδηλώνοντας ακόμη υψηλότερο πραγματικό κόστος». H πλειονότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων που περιλαμβάνονται στη λίστα συνέβη σε ανεπτυγμένες χώρες. Ορισμένα από τα πιο καταστροφικά ακραία καιρικά φαινόμενα του 2021 συνέβησαν και σε φτωχές χώρες, οι οποίες - όπως αναφέρεται «ελάχιστα συνέβαλαν στις αιτίες της κλιματικής αλλαγής» και όπου το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών δεν καλύπτονταν ασφαλιστικά. Στο Νότιο Σουδάν, για παράδειγμα, οι πλημμύρες των οποίων το οικονομικό κόστος δεν ήταν δυνατό να εκτιμηθεί, επηρέασαν περίπου 800.000 ανθρώπους, σύμφωνα με την Christian Aid. Η μεγαλύτερη καταστροφή σε ό,τι αφορά το ύψος των ζημιών ήταν η καταιγίδα Άιντα, η οποία προκάλεσε πλημμύρες στη Νέα Υόρκη στα τέλη Αυγούστου, με το κόστος των καταστροφών να εκτιμάται στα 57,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Περίπου 95 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους λόγω της καταγίδας. Στη δεύτερη θέση βρίσκονται οι πλημμύρες του Ιουλίου στη Γερμανία, το Βέλγιο και άλλες γειτονικές χώρες, που προκάλεσαν ζημιές ύψους 38 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η χειμερινή καταιγίδα Uri προκάλεσε ζημιές 20,3 δισ. ευρώ, ενώ οι πλημμύρες στην επαρχία Χενάν της Κίνας τον Ιούλιο κόστισαν 15,5 δισ. ευρώ. Ακολουθούν οι πλημμύρες στη Βρετανική Κολομβία του Καναδά (7,5 δισ. δολάρια), το κύμα ψύχους στα τέλη Απριλίου στη Γαλλία που κατέστρεψε ξακουστούς αμπελώνες της περιοχής (5,6 δισ. δολάρια), ο κυκλώνας Yaas στην Ινδία και το Μπαγκλαντές (3 δισ. δολάρια), οι πλημμύρες στην Αυστραλία (2,1 δισ. δολάρια), ο τυφώνας In-Fa στην Κίνα (2 δισ. δολάρια) και ο κυκλώνας Tuktae στην Ινδία και τη Σρι Λάνκα (1,5 δισ. δολάρια). View full είδηση
  3. Οι φετινοί παρατεταμένοι καύσωνες, οι καταστροφικές πυρκαγιές, οι ισχυρές βροχοπτώσεις και η πιο συχνή εμφάνιση έντονων καιρικών φαινομένων έδειξαν πως η κλιματική αλλαγή δεν είναι ένα σενάριο του μέλλοντος, αλλά μια πραγματικότητα που υποχρεώνει σε επιλογές εδώ και τώρα. Παρ’ όλα αυτά, η διεθνής σύνοδος του ΟΗΕ για το κλίμα αύριο στη Γλασκώβη, COP26, δεν ξεκινάει με τις πιο ευοίωνες προοπτικές. Εξι χρόνια μετά τη Συμφωνία του Παρισιού οι δεσμεύσεις σχεδόν όλων των κρατών αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Η Ελλάδα πέρασε δύο φάσεις όσον αφορά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ). Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι το 2007 παρουσιάστηκε μια σημαντική αύξηση των ΑτΘ, ενώ από τότε καταγράφεται σταθερή μείωση. Από τους 101.181,55 εκατ. τόνους ισοδύναμου CO2 το 1990, οι εκπομπές κορυφώνονται το 2007 στους 133.685,61 εκατ. τόνους, για να ξεκινήσει μετά μια έντονα καθοδική πορεία. Το 2019 η Ελλάδα είχε περιορίσει τις εκπομπές της σε σχέση με το 1990 κατά 18,8%, έναντι 24% σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η μείωση των εκπομπών για πολλά χρόνια ακολούθησε τον ρυθμό μείωσης του ΑΕΠ λόγω οικονομικής κρίσης, δηλαδή τη συρρίκνωση της παραγωγής αλλά και την οδυνηρή περικοπή κοινωνικών δραστηριοτήτων, όπως για παράδειγμα τον περιορισμό της θέρμανσης (ενεργειακή φτώχεια), των μετακινήσεων κ.λπ. Οπως σημειώνει έκθεση του ΣΕΒ, την περίοδο 2008-2018 οι εκπομπές ΑτΘ μειώθηκαν στην Ελλάδα κατά 25,4%, με τη μείωση του ΑΕΠ την ίδια περίοδο να είναι 24,6%. Αυτό αποτυπώνεται εξάλλου και σε έναν άλλο δείκτη, που αφορά την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα ανά ευρώ Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας. Σύμφωνα με στοιχεία της Εurostat για το 2019, η Ελλάδα είναι στην 6η χειρότερη θέση της Ε.Ε., πίσω από Βουλγαρία, Πολωνία, Εσθονία, Τσεχία, Σλοβακία, καθώς για κάθε ευρώ στην Ελλάδα εκπέμπονται περίπου 340 γραμμάρια CO2, έναντι 270 που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε. Η βασική αιτία γι’ αυτό βρίσκεται στην παραγωγή ενέργειας στην Ελλάδα, η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ορυκτά καύσιμα (κυρίως φυσικό αέριο και λιγότερο λιγνίτη). Το 2019 η Ελλάδα είχε περιορίσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με το 1990 κατά 18,8%, έναντι 24% σε επίπεδο Ε.Ε. «Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα φάση, καθώς η Ευρωπαϊκή Ενωση έθεσε ακόμα πιο φιλόδοξο στόχο για το 2030, δηλαδή να μειώσει τις εκπομπές κατά 55% σε σχέση με το 1990, έναντι 40% προηγουμένως. Αυτό θα φέρει ένα κύμα αναθεώρησης όλων των εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα (ΕΣΕΚ), μαζί και του ελληνικού. Ταυτόχρονα παραμένει ο στόχος για μηδενικές εκπομπές μέχρι το 2050», λέει στην «Κ» ο Σεβαστιανός Μοιρασγεντής, ερευνητής στο Εθνικό Αστεροσκοπείο και στην εμβληματική δράση για το κλίμα Climpact. «Το ζητούμενο είναι να υπάρχει ένα σχέδιο που να “πιάνει” τους στόχους του 2030, διαμορφώνοντας τους όρους επίτευξης των ακόμα πιο δύσκολων του 2050», σχολιάζει ο κ. Μοιρασγεντής. Σύμφωνα με τον ερευνητή του Αστεροσκοπείου, οι στόχοι που ήδη θέτει το ελληνικό ΕΣΕΚ για το 2030 είναι φιλόδοξοι, υπάρχουν όμως ερωτήματα για τον συνδυασμό με τους πολύ πιο απαιτητικούς στόχους του 2050. «Υπάρχουν πολύ υψηλοί στόχοι για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κάτι που είναι προφανώς αναγκαίο, παραμένουν όμως ανοικτά ζητήματα για τις δυνατότητες του δικτύου, ελλείψεις όσον αφορά την αποθήκευση της ενέργειας κ.λπ. Μια πιο ομαλή πορεία απολιγνιτοποίησης θα έδινε πιο σταθερό βηματισμό. Σήμερα δημιουργούνται κενά που καλύπτονται από ιδιωτικές επενδύσεις για νέες μονάδες φυσικού αερίου. Θα κλείσουν αυτές όταν πρέπει να περάσουμε στην πλήρη απανθρακοποίηση;», σημειώνει ο κ. Μοιρασγεντής. Οσον αφορά τις ΑΠΕ, ο ερευνητής του Αστεροσκοπείου υπογραμμίζει την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών μέσω δημοτικών επιχειρήσεων, ενεργειακών κοινοτήτων και την ανάπτυξη ουσιαστικού διαλόγου. Οι κατοικίες Κρίσιμος τομέας είναι αυτός της κατοικίας. «Οταν το 2050 πρέπει να πάμε σε μηδενικές εκπομπές, αυτό σημαίνει πως οι κατοικίες πρέπει να έχουν σχεδόν μηδενική ενεργειακή κατανάλωση, δηλαδή με βάση τις κατηγορίες των ενεργειακών πιστοποιητικών να είναι από την κατηγορία Β+ και πάνω», εξηγεί ο κ. Μοιρασγεντής. Σήμερα όμως για να μπει ένα ακίνητο στο Εξοικονομώ πρέπει να ανέβει τρεις κατηγορίες στην ενεργειακή κλίμακα. Εάν είναι όμως στις χαμηλές κατηγορίες Ζ+Η, που είναι το 45% των κατοικιών, θα φτάσει στο επίπεδο Γ+Δ αντίστοιχα, κάτι που δεν είναι αρκετό για το 2050. Οπως δηλώνει ο ίδιος, «σήμερα είναι αναγκαίο να ξεκινήσουν ριζικές ενεργειακές ανακαινίσεις. Αυτό απαιτεί την εκπόνηση ενός δημόσιου προγράμματος μαζικής παρέμβασης, βιομηχανικού τύπου, σε ολόκληρα τετράγωνα, που με τα ίδια χρήματα μπορούμε να έχουμε πολύ καλύτερα αποτελέσματα. Υπάρχουν στη Γαλλία αντίστοιχες επιτυχημένες πρακτικές. Επίσης πρέπει να αυξηθεί ο αριθμός των κατοικιών που αναβαθμίζονται κάθε έτος. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να υπάρχει για τα φτωχά νοικοκυριά, που δεν μπορούν να δώσουν τη συνεισφορά τους, παρότι είναι αυτά που διαμένουν σε σπίτια με επιτακτική ανάγκη ενεργειακής θωράκισης».
  4. Οι φετινοί παρατεταμένοι καύσωνες, οι καταστροφικές πυρκαγιές, οι ισχυρές βροχοπτώσεις και η πιο συχνή εμφάνιση έντονων καιρικών φαινομένων έδειξαν πως η κλιματική αλλαγή δεν είναι ένα σενάριο του μέλλοντος, αλλά μια πραγματικότητα που υποχρεώνει σε επιλογές εδώ και τώρα. Παρ’ όλα αυτά, η διεθνής σύνοδος του ΟΗΕ για το κλίμα αύριο στη Γλασκώβη, COP26, δεν ξεκινάει με τις πιο ευοίωνες προοπτικές. Εξι χρόνια μετά τη Συμφωνία του Παρισιού οι δεσμεύσεις σχεδόν όλων των κρατών αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Η Ελλάδα πέρασε δύο φάσεις όσον αφορά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ). Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι το 2007 παρουσιάστηκε μια σημαντική αύξηση των ΑτΘ, ενώ από τότε καταγράφεται σταθερή μείωση. Από τους 101.181,55 εκατ. τόνους ισοδύναμου CO2 το 1990, οι εκπομπές κορυφώνονται το 2007 στους 133.685,61 εκατ. τόνους, για να ξεκινήσει μετά μια έντονα καθοδική πορεία. Το 2019 η Ελλάδα είχε περιορίσει τις εκπομπές της σε σχέση με το 1990 κατά 18,8%, έναντι 24% σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η μείωση των εκπομπών για πολλά χρόνια ακολούθησε τον ρυθμό μείωσης του ΑΕΠ λόγω οικονομικής κρίσης, δηλαδή τη συρρίκνωση της παραγωγής αλλά και την οδυνηρή περικοπή κοινωνικών δραστηριοτήτων, όπως για παράδειγμα τον περιορισμό της θέρμανσης (ενεργειακή φτώχεια), των μετακινήσεων κ.λπ. Οπως σημειώνει έκθεση του ΣΕΒ, την περίοδο 2008-2018 οι εκπομπές ΑτΘ μειώθηκαν στην Ελλάδα κατά 25,4%, με τη μείωση του ΑΕΠ την ίδια περίοδο να είναι 24,6%. Αυτό αποτυπώνεται εξάλλου και σε έναν άλλο δείκτη, που αφορά την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα ανά ευρώ Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας. Σύμφωνα με στοιχεία της Εurostat για το 2019, η Ελλάδα είναι στην 6η χειρότερη θέση της Ε.Ε., πίσω από Βουλγαρία, Πολωνία, Εσθονία, Τσεχία, Σλοβακία, καθώς για κάθε ευρώ στην Ελλάδα εκπέμπονται περίπου 340 γραμμάρια CO2, έναντι 270 που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε. Η βασική αιτία γι’ αυτό βρίσκεται στην παραγωγή ενέργειας στην Ελλάδα, η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ορυκτά καύσιμα (κυρίως φυσικό αέριο και λιγότερο λιγνίτη). Το 2019 η Ελλάδα είχε περιορίσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με το 1990 κατά 18,8%, έναντι 24% σε επίπεδο Ε.Ε. «Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα φάση, καθώς η Ευρωπαϊκή Ενωση έθεσε ακόμα πιο φιλόδοξο στόχο για το 2030, δηλαδή να μειώσει τις εκπομπές κατά 55% σε σχέση με το 1990, έναντι 40% προηγουμένως. Αυτό θα φέρει ένα κύμα αναθεώρησης όλων των εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα (ΕΣΕΚ), μαζί και του ελληνικού. Ταυτόχρονα παραμένει ο στόχος για μηδενικές εκπομπές μέχρι το 2050», λέει στην «Κ» ο Σεβαστιανός Μοιρασγεντής, ερευνητής στο Εθνικό Αστεροσκοπείο και στην εμβληματική δράση για το κλίμα Climpact. «Το ζητούμενο είναι να υπάρχει ένα σχέδιο που να “πιάνει” τους στόχους του 2030, διαμορφώνοντας τους όρους επίτευξης των ακόμα πιο δύσκολων του 2050», σχολιάζει ο κ. Μοιρασγεντής. Σύμφωνα με τον ερευνητή του Αστεροσκοπείου, οι στόχοι που ήδη θέτει το ελληνικό ΕΣΕΚ για το 2030 είναι φιλόδοξοι, υπάρχουν όμως ερωτήματα για τον συνδυασμό με τους πολύ πιο απαιτητικούς στόχους του 2050. «Υπάρχουν πολύ υψηλοί στόχοι για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κάτι που είναι προφανώς αναγκαίο, παραμένουν όμως ανοικτά ζητήματα για τις δυνατότητες του δικτύου, ελλείψεις όσον αφορά την αποθήκευση της ενέργειας κ.λπ. Μια πιο ομαλή πορεία απολιγνιτοποίησης θα έδινε πιο σταθερό βηματισμό. Σήμερα δημιουργούνται κενά που καλύπτονται από ιδιωτικές επενδύσεις για νέες μονάδες φυσικού αερίου. Θα κλείσουν αυτές όταν πρέπει να περάσουμε στην πλήρη απανθρακοποίηση;», σημειώνει ο κ. Μοιρασγεντής. Οσον αφορά τις ΑΠΕ, ο ερευνητής του Αστεροσκοπείου υπογραμμίζει την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών μέσω δημοτικών επιχειρήσεων, ενεργειακών κοινοτήτων και την ανάπτυξη ουσιαστικού διαλόγου. Οι κατοικίες Κρίσιμος τομέας είναι αυτός της κατοικίας. «Οταν το 2050 πρέπει να πάμε σε μηδενικές εκπομπές, αυτό σημαίνει πως οι κατοικίες πρέπει να έχουν σχεδόν μηδενική ενεργειακή κατανάλωση, δηλαδή με βάση τις κατηγορίες των ενεργειακών πιστοποιητικών να είναι από την κατηγορία Β+ και πάνω», εξηγεί ο κ. Μοιρασγεντής. Σήμερα όμως για να μπει ένα ακίνητο στο Εξοικονομώ πρέπει να ανέβει τρεις κατηγορίες στην ενεργειακή κλίμακα. Εάν είναι όμως στις χαμηλές κατηγορίες Ζ+Η, που είναι το 45% των κατοικιών, θα φτάσει στο επίπεδο Γ+Δ αντίστοιχα, κάτι που δεν είναι αρκετό για το 2050. Οπως δηλώνει ο ίδιος, «σήμερα είναι αναγκαίο να ξεκινήσουν ριζικές ενεργειακές ανακαινίσεις. Αυτό απαιτεί την εκπόνηση ενός δημόσιου προγράμματος μαζικής παρέμβασης, βιομηχανικού τύπου, σε ολόκληρα τετράγωνα, που με τα ίδια χρήματα μπορούμε να έχουμε πολύ καλύτερα αποτελέσματα. Υπάρχουν στη Γαλλία αντίστοιχες επιτυχημένες πρακτικές. Επίσης πρέπει να αυξηθεί ο αριθμός των κατοικιών που αναβαθμίζονται κάθε έτος. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να υπάρχει για τα φτωχά νοικοκυριά, που δεν μπορούν να δώσουν τη συνεισφορά τους, παρότι είναι αυτά που διαμένουν σε σπίτια με επιτακτική ανάγκη ενεργειακής θωράκισης». View full είδηση
  5. Η «Καθημερινή» ξεκινάει σταθερή συνεργασία με τον κ. Γιάννη Μανιάτη, αν. καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιά και διευθυντή του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών «Κλιματική Κρίση και Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών». Μία φορά την εβδομάδα, θα ενημερώνουμε τους αναγνώστες μας για βασικά ζητήματα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, την ενέργεια, την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας, την κυκλική οικονομία, τις εξελίξεις σε σύγχρονα θέματα τεχνολογιών και καινοτομιών πληροφορικής και επικοινωνιών, που σχετίζονται με την κλιματική κρίση. Στόχος μας, να πληροφορούμε τους αναγνώστες με κρίσιμα και κυρίως αξιόπιστα στοιχεία για την κατάσταση και την πορεία εξέλιξης της μεγαλύτερης πρόκλησης που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Η ενημέρωση θα πραγματοποιείται μέσα από επίσημα δημοσιευμένα και αξιόπιστα διαγράμματα διεθνών οργανισμών, στα οποία θα γίνεται ένας σύντομος σχολιασμός, δεδομένου ότι στόχος είναι, τα διαγράμματα από μόνα τους να είναι ερμηνεύσιμα όσο το δυνατόν πιο εύκολα. Στην ερευνητική ομάδα του καθ. Γιάννη Μανιάτη συμμετέχουν φοιτητές/τριες του μεταπτυχιακού προγράμματός του, που δραστηριοποιούνται κυρίως σε θέματα πράσινης και έξυπνης ενέργειας, γεωπολιτικής, εξοικονόμησης ενέργειας, ευφυούς γεωργίας, έξυπνων πόλεων και μεταφορών / εφοδιαστικής αλυσίδας. Eρευνα – Ανάλυση: καθ. Γιάννης Μανιάτης Με τη συνεργασία των μεταπτυχιακών φοιτητών/τριών: Ιωάννας Βούλγαρη, Γεωργίας Πολυτάνου, Ανδρέα Συρεγγέλα «Πρωταγωνιστές» τα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα Η παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας (2018) ήταν της τάξεως των 14.000 δισ. τόνων ισοδύναμου πετρελαίου (million tones oil equivalent – bp outlook). Από αυτήν, το 34% προέκυψε από κατανάλωση πετρελαίου, το 27% από άνθρακα, το 24% από φυσικό αέριο, το 4% από πυρηνική ενέργεια, το 7% από υδροηλεκτρικά και μόλις το 4% από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Συνολικά, λοιπόν, τα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα συμμετείχαν κατά 85% στην παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας. Το ποσοστό αυτό δείχνει και τη μεγάλη παγκόσμια πρόκληση που έχουμε μπροστά μας ως ανθρωπότητα, ώστε να καταστήσουμε κλιματικά ουδέτερο τον πλανήτη έως το 2050, δηλαδή σε μόλις 30 χρόνια. Παραγωγή ενέργειας Σήμερα στην παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έχουμε 10.000 Τwh από άνθρακα, 6.000 Τwh από φυσικό αέριο, λιγότερο από 1.000 Τwh από πετρέλαιο, 2.000 Τwh από πυρηνικά, 4.000 Τwh από υδροηλεκτρικά και περίπου 2.000 Τwh από φωτοβολταϊκά, αιολικά, βιομάζα, γεωθερμία κ.ά. Η Αφρική σε ρόλο-κλειδί για τις ενεργειακές αγορές Η Αφρική πρόκειται να αποτελέσει κορυφαίο συντελεστή των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών. Το 2040 αναμένεται να ξεπεράσει τα 2,1 δισ. κατοίκους, με δεύτερη την Ινδία με 1,6 δισ. κατοίκους και τρίτη την Κίνα με 1,4 δισ. κατοίκους. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τα μοντέλα του 2019, οι ανάγκες σε πετρέλαιο θα ξεπερνούσαν για την Ινδία τα 4,2 εκατ. βαρέλια την ημέρα και για την Αφρική τα 3,1 εκατ. βαρέλια. Οι ανάγκες σε φυσικό αέριο αναμενόταν να είναι πάνω από 350 δισ. κυβ. μέτρα (bcm) για την Κίνα, πάνω από 250 για τη Μέση Ανατολή, πάνω από 150 για την Αφρική και περίπου 130 στην Ινδία. Στην παραγωγή ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές, η Κίνα το 2040 αναμένεται να είναι η πρωταθλήτρια με 3.000 Τwh, η Ινδία με πάνω από 2.000 Τwh, η Ε.Ε. με πάνω από 1.200 Τwh και η Αφρική με πάνω από 700 Τwh. Οι εργαζόμενοι Το ζήτημα της απασχόλησης στην κατασκευή μονάδων πράσινης ενέργειας αποτελεί σημαντικό συντελεστή στη λήψη των αποφάσεων κάθε κυβέρνησης. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία (2020), οι απασχολούμενοι της Ευρώπης στην αιολική ενέργεια είναι 1,4 εκατ. εργαζόμενοι στη Γερμανία, 0,7 εκατ. στο Ηνωμένο Βασίλειο και περίπου 0,3 εκατ. στην Ισπανία και στη Δανία. Η χρήση των κρίσιμων μεταλλευμάτων Τα κρίσιμα μεταλλεύματα (critical minerals) έχουν τον δικό τους σημαντικό ρόλο στην πράσινη μετάβαση. Ετσι, για τα μεταλλεύματα αυτά, ενώ ένα συμβατικό αυτοκίνητο χρειάζεται περίπου 30 kgr/όχημα, ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο χρειάζεται πάνω από 200 kgr/όχημα. Αντίστοιχα, οι ανάγκες σε κρίσιμα μεταλλεύματα ανά 1 ΜW είναι 15.000 kgr για τα θαλάσσια (offshore) αιολικά πάρκα, 10.000 kgr για τα χερσαία αιολικά και πάνω από 6.000 kgr για τα φωτοβολταϊκά. Οι εκπομπές αερίων Οι σημερινές εκπομπές αερίων ρύπων είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος στο πρόβλημα της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη. Αν και η Κίνα είναι σήμερα ο μεγαλύτερος παραγωγός διοξειδίου του άνθρακα, είναι υπεύθυνη μόνο για το 13% των συνολικών εκπομπών από την προβιομηχανική εποχή έως τη σημερινή, ενώ οι ΗΠΑ ξεπερνούν το 25% και η Ευρώπη το 22%. View full είδηση
  6. Η «Καθημερινή» ξεκινάει σταθερή συνεργασία με τον κ. Γιάννη Μανιάτη, αν. καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιά και διευθυντή του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών «Κλιματική Κρίση και Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών». Μία φορά την εβδομάδα, θα ενημερώνουμε τους αναγνώστες μας για βασικά ζητήματα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, την ενέργεια, την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας, την κυκλική οικονομία, τις εξελίξεις σε σύγχρονα θέματα τεχνολογιών και καινοτομιών πληροφορικής και επικοινωνιών, που σχετίζονται με την κλιματική κρίση. Στόχος μας, να πληροφορούμε τους αναγνώστες με κρίσιμα και κυρίως αξιόπιστα στοιχεία για την κατάσταση και την πορεία εξέλιξης της μεγαλύτερης πρόκλησης που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Η ενημέρωση θα πραγματοποιείται μέσα από επίσημα δημοσιευμένα και αξιόπιστα διαγράμματα διεθνών οργανισμών, στα οποία θα γίνεται ένας σύντομος σχολιασμός, δεδομένου ότι στόχος είναι, τα διαγράμματα από μόνα τους να είναι ερμηνεύσιμα όσο το δυνατόν πιο εύκολα. Στην ερευνητική ομάδα του καθ. Γιάννη Μανιάτη συμμετέχουν φοιτητές/τριες του μεταπτυχιακού προγράμματός του, που δραστηριοποιούνται κυρίως σε θέματα πράσινης και έξυπνης ενέργειας, γεωπολιτικής, εξοικονόμησης ενέργειας, ευφυούς γεωργίας, έξυπνων πόλεων και μεταφορών / εφοδιαστικής αλυσίδας. Eρευνα – Ανάλυση: καθ. Γιάννης Μανιάτης Με τη συνεργασία των μεταπτυχιακών φοιτητών/τριών: Ιωάννας Βούλγαρη, Γεωργίας Πολυτάνου, Ανδρέα Συρεγγέλα «Πρωταγωνιστές» τα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα Η παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας (2018) ήταν της τάξεως των 14.000 δισ. τόνων ισοδύναμου πετρελαίου (million tones oil equivalent – bp outlook). Από αυτήν, το 34% προέκυψε από κατανάλωση πετρελαίου, το 27% από άνθρακα, το 24% από φυσικό αέριο, το 4% από πυρηνική ενέργεια, το 7% από υδροηλεκτρικά και μόλις το 4% από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Συνολικά, λοιπόν, τα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα συμμετείχαν κατά 85% στην παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας. Το ποσοστό αυτό δείχνει και τη μεγάλη παγκόσμια πρόκληση που έχουμε μπροστά μας ως ανθρωπότητα, ώστε να καταστήσουμε κλιματικά ουδέτερο τον πλανήτη έως το 2050, δηλαδή σε μόλις 30 χρόνια. Παραγωγή ενέργειας Σήμερα στην παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έχουμε 10.000 Τwh από άνθρακα, 6.000 Τwh από φυσικό αέριο, λιγότερο από 1.000 Τwh από πετρέλαιο, 2.000 Τwh από πυρηνικά, 4.000 Τwh από υδροηλεκτρικά και περίπου 2.000 Τwh από φωτοβολταϊκά, αιολικά, βιομάζα, γεωθερμία κ.ά. Η Αφρική σε ρόλο-κλειδί για τις ενεργειακές αγορές Η Αφρική πρόκειται να αποτελέσει κορυφαίο συντελεστή των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών. Το 2040 αναμένεται να ξεπεράσει τα 2,1 δισ. κατοίκους, με δεύτερη την Ινδία με 1,6 δισ. κατοίκους και τρίτη την Κίνα με 1,4 δισ. κατοίκους. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τα μοντέλα του 2019, οι ανάγκες σε πετρέλαιο θα ξεπερνούσαν για την Ινδία τα 4,2 εκατ. βαρέλια την ημέρα και για την Αφρική τα 3,1 εκατ. βαρέλια. Οι ανάγκες σε φυσικό αέριο αναμενόταν να είναι πάνω από 350 δισ. κυβ. μέτρα (bcm) για την Κίνα, πάνω από 250 για τη Μέση Ανατολή, πάνω από 150 για την Αφρική και περίπου 130 στην Ινδία. Στην παραγωγή ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές, η Κίνα το 2040 αναμένεται να είναι η πρωταθλήτρια με 3.000 Τwh, η Ινδία με πάνω από 2.000 Τwh, η Ε.Ε. με πάνω από 1.200 Τwh και η Αφρική με πάνω από 700 Τwh. Οι εργαζόμενοι Το ζήτημα της απασχόλησης στην κατασκευή μονάδων πράσινης ενέργειας αποτελεί σημαντικό συντελεστή στη λήψη των αποφάσεων κάθε κυβέρνησης. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία (2020), οι απασχολούμενοι της Ευρώπης στην αιολική ενέργεια είναι 1,4 εκατ. εργαζόμενοι στη Γερμανία, 0,7 εκατ. στο Ηνωμένο Βασίλειο και περίπου 0,3 εκατ. στην Ισπανία και στη Δανία. Η χρήση των κρίσιμων μεταλλευμάτων Τα κρίσιμα μεταλλεύματα (critical minerals) έχουν τον δικό τους σημαντικό ρόλο στην πράσινη μετάβαση. Ετσι, για τα μεταλλεύματα αυτά, ενώ ένα συμβατικό αυτοκίνητο χρειάζεται περίπου 30 kgr/όχημα, ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο χρειάζεται πάνω από 200 kgr/όχημα. Αντίστοιχα, οι ανάγκες σε κρίσιμα μεταλλεύματα ανά 1 ΜW είναι 15.000 kgr για τα θαλάσσια (offshore) αιολικά πάρκα, 10.000 kgr για τα χερσαία αιολικά και πάνω από 6.000 kgr για τα φωτοβολταϊκά. Οι εκπομπές αερίων Οι σημερινές εκπομπές αερίων ρύπων είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος στο πρόβλημα της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη. Αν και η Κίνα είναι σήμερα ο μεγαλύτερος παραγωγός διοξειδίου του άνθρακα, είναι υπεύθυνη μόνο για το 13% των συνολικών εκπομπών από την προβιομηχανική εποχή έως τη σημερινή, ενώ οι ΗΠΑ ξεπερνούν το 25% και η Ευρώπη το 22%.
  7. Τσιμέντο, ένα υλικό που απαντάται σε πληθώρα στα αστικά κέντρα - και όχι μόνο - καθώς κυριαρχεί στην κατασκευή κτιρίων και υποδομών, που απαρτίζουν το δομημένο περιβάλλον. Το τσιμέντο αποτελεί το πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο τεχνητό υλικό στον πλανήτη, ενώ είναι ο δεύτερος περισσότερο χρησιμοποιημένος πόρος, μετά το νερό. Αποτελεί, επίσης, το λόγος ύπαρξης για μερικά από τα πιο εντυπωσιακά κτίρια του κόσμου. Η Όπερα του Σίδνεϊ, ο ναός Lotus στο Δελχί, το Burj Khalifa στο Ντουμπάι, καθώς και το Pantheon της Ρώμη - με τον μεγαλύτερο μη υποστηριζόμενο τσιμεντένιο τρούλο στον κόσμο - όλα οφείλουν την κατασκευή τους στο εν λόγω υλικό. Όμως, εκτός από τη συμβολή του στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στην πολιτισμική κληρονομιά, το τσιμέντο έχει και έναν σημαντικό αντίκτυπο: αποτελεί την πηγή για περίπου το 8% των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2), σύμφωνα με το think tank Chatham House. Ενδεικτικά, το τσιμέντο συμβάλει στις εκπομπές CO2 περισσότερο από τα αεροπορικά καύσιμα (2,5%), ενώ δεν απέχει πολύ από τις παγκόσμιες γεωργικές επιχειρήσεις (12%). Αν μάλιστα ήταν χώρα, θα βρισκόταν στην 3η θέση παγκοσμίως, ακολουθώντας την Κίνα και τις ΗΠΑ. Για την ακρίβεια, η πρωτιά της Κίνας στις παγκόσμιες εκπομπές οφείλεται, εν μέρει, και στην εκτεταμένη οικοδομική της δραστηριότητα. Η ιδιαίτερη σύνδεση του υλικού με την κλιματική αλλαγή, είχε ως αποτέλεσμα οι ηγέτες της βιομηχανίας τσιμέντου να βρεθούν το 2018 στην Πολωνία, στη διάσκεψη του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή - COP24 - για να συζητήσουν τους τρόπους με τους οποίους θα συνεισφέρουν στην ικανοποίηση των απαιτήσεων της Συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή. Για να γίνει αυτό, οι ετήσιες εκπομπές CO2 από τσιμέντο θα πρέπει να μειωθούν τουλάχιστον κατά 16% έως το 2030. Πως φαίνονται, λοιπόν, να εξελίσσονται τα πράγματα, σχεδόν τρία χρόνια αργότερα; Τρέχουσες εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, υποδηλώνουν ότι 4,1 γιγατόνοι τσιμέντου παρήχθησαν παγκοσμίως το 2019. Η παραγωγή έφτασε τους 4,2 Gt το 2014 και έκτοτε παρέμεινε σχεδόν σταθερή στους 4,1 Gt. Ωστόσο, αν δεν γίνουν προσπάθειες για μείωση της ζήτησης, η ετήσια παραγωγή τσιμέντου αναμένεται να αυξηθεί – έστω και ελαφρώς - έως το 2030. Παγκόσμια Παραγωγή τσιμέντου 2010-2019 http://ered.gr/admin/uploads/global-cement-production-2010-2019.png IEA, Global cement production, 2010-2019, IEA, Paris, https://www.iea.org/data-and-statistics/charts/global-cement-production-2010-2019 Η ζήτηση για τσιμέντο στον κατασκευαστικό κλάδο είναι αυτή που προσδιορίζει την παραγωγή και είναι, προφανώς, καθοριστικός παράγοντας για την κατανάλωση ενέργειας στον υποτομέα τσιμέντου και για τις εκπομπές CO2. Επί της παρούσης, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός τσιμέντου, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 55% της παγκόσμιας παραγωγής, ακολουθούμενη από την Ινδία με 8%. Η παραγωγή στην Κίνα αναμένεται να μειωθεί μακροπρόθεσμα, αλλά, ως αντιστάθμισμα, αναμένονται αυξήσεις στην Ινδία και άλλες ασιατικές χώρες, καθώς και στην υποσαχάρια Αφρική, ως αποτέλεσμα της οικονομικής προόδου, της αστικοποίησης και της ανάπτυξης υποδομών σε αυτές τις χώρες. Σε κάθε περίπτωση το τσιμέντο αποτελεί ένα εξαιρετικά ανθεκτικό και εύχρηστο υλικό. Είναι φτηνό, μπορεί να παραχθεί σχεδόν οπουδήποτε και έχει όλα τα δομικά χαρακτηριστικά, που το καθιστούν ιδανικό για κτίρια και υποδομές. Με άλλα λόγια, παρότι υπάρχουν εναλλακτικές, η δόμηση χωρίς τσιμέντο αποτελεί μια πρόκληση. Επομένως, η μείωση των εκπομπών CO2 με την παράλληλη κάλυψη της παγκόσμιας ζήτησης για τσιμέντο δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ορισμένες στρατηγικές επίτευξης αυτού του στόχου περιλαμβάνουν τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, τη μετάβαση σε καύσιμα χαμηλότερου άνθρακα, τη μείωση του λόγου κλίνκερ – του μεγαλύτερου ρυπαντή στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας - προς τσιμέντο, αλλά και την προώθηση καινοτομιών και νέας τεχνολογίας. Πράγματι, εναλλακτικές μορφές τσιμέντου έχουν κάνει δειλά την εμφάνισή τους τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά η BioMason, μια νεοσύστατη επιχείρηση στη Βόρια Καρολίνα, χρησιμοποιεί βακτήρια, για να δημιουργήσει τούβλα από «βιο-τσιμέντο». Μια ιδέα εμπνευσμένη από τις θαλάσσιες δομές και, μετά από χρόνια έρευνας και ανάπτυξης, πλέον μπορεί να παράγει τούβλα μέσα σε 4 μόλις μέρες, σε θερμοκρασία δωματίου, χωρίς την ανάγκη για ορυκτά καύσιμα και ασβεστοποίηση, που αποτελούν τις κυριότερες πηγές CO2 της βιομηχανίας. Ωστόσο, η βιομηχανία κυριαρχείται από λίγους, μεγάλους παραγωγούς, απρόθυμους να πειραματιστούν ή να αλλάξουν επιχειρηματικά μοντέλα. Αλλά και αρχιτέκτονες, μηχανικοί, εργολάβοι και κατασκευαστικές εταιρείες παραμένουν επιφυλακτικοί όσον αφορά τη χρήση νέων δομικών υλικών. Και, φυσικά, σε μια τέτοια βιομηχανία κλίμακας, με τα ψηλά και μεγάλα κτίρια να κυριαρχούν στις σύγχρονες κατασκευαστικές τάσεις, αυξάνοντας τις ανάγκες στατικότητας, αντοχής και διάρκειας στο χρόνο, ο οικονομικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος λόγος που κύριοι παίκτες του τομέα διστάζουν να ενσωματώσουν νέα υλικά στις κατασκευές τους. Εντούτοις, αν δεν υπάρξει η απαιτούμενη χρηματοδότηση για έρευνα και βελτίωση των υλικών και της τεχνολογίας, η επίτευξη του στόχου μείωσης των εκπομπών CO2 φαίνεται να ξεμακραίνει. Και τα χρονικά περιθώρια στενεύουν διαρκώς. Μια άλλη λύση, λιγότερο καινοτόμα, αποτελεί και η μείωση της ζήτησης του ίδιου του προϊόντος, μέσα από ενέργειες όπως η βελτιστοποίηση της χρήσης τσιμέντου σε μίγματα σκυροδέματος, η αποτελεσματικότερη χρήση του σκυροδέματος, η ελαχιστοποίηση των αποβλήτων στην κατασκευή και η μεγιστοποίηση της διάρκειας ζωής των κτιρίων και των υποδομών. Η βελτιστοποίηση της απόδοσης των υλικών κερδίζει διαρκώς αυξανόμενη υποστήριξη, καθώς προσφέρει άμεση λύση, χωρίς σημαντικές αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία ή υπέρογκες επενδύσεις. Επιπλέον, η υιοθέτηση τέτοιων στρατηγικών κατά τη χρήση τσιμέντου, θα συμβάλει στη μείωση της ζήτησης σε ολόκληρη την κατασκευαστική αλυσίδα, συμβάλλοντας αυτομάτως και στην μείωση των εκπομπών CO2. Κανείς δεν αναμένει την εξάλειψη του τσιμέντου από τον κατασκευαστικό τομέα στο προσεχές μέλλον. Και είναι πράγματι αυταπόδεικτο ότι οι ιδιότητες του υλικού δύσκολα μπορούν να αντικατασταθούν πλήρως. Ωστόσο, σε μια εποχή όπου η κλιματική αλλαγή αποτελεί κεντρική συζήτηση όλων και το κτιριακό απόθεμα βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής της ΕΕ, μέσα από κινήσεις όπως το European Green Deal, το Renovation Wave και το New European Bauhaus, η ανάγκη της βιομηχανίας παραγωγής τσιμέντου να κινητοποιηθεί είναι επιτακτική. View full είδηση
  8. Τσιμέντο, ένα υλικό που απαντάται σε πληθώρα στα αστικά κέντρα - και όχι μόνο - καθώς κυριαρχεί στην κατασκευή κτιρίων και υποδομών, που απαρτίζουν το δομημένο περιβάλλον. Το τσιμέντο αποτελεί το πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο τεχνητό υλικό στον πλανήτη, ενώ είναι ο δεύτερος περισσότερο χρησιμοποιημένος πόρος, μετά το νερό. Αποτελεί, επίσης, το λόγος ύπαρξης για μερικά από τα πιο εντυπωσιακά κτίρια του κόσμου. Η Όπερα του Σίδνεϊ, ο ναός Lotus στο Δελχί, το Burj Khalifa στο Ντουμπάι, καθώς και το Pantheon της Ρώμη - με τον μεγαλύτερο μη υποστηριζόμενο τσιμεντένιο τρούλο στον κόσμο - όλα οφείλουν την κατασκευή τους στο εν λόγω υλικό. Όμως, εκτός από τη συμβολή του στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στην πολιτισμική κληρονομιά, το τσιμέντο έχει και έναν σημαντικό αντίκτυπο: αποτελεί την πηγή για περίπου το 8% των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2), σύμφωνα με το think tank Chatham House. Ενδεικτικά, το τσιμέντο συμβάλει στις εκπομπές CO2 περισσότερο από τα αεροπορικά καύσιμα (2,5%), ενώ δεν απέχει πολύ από τις παγκόσμιες γεωργικές επιχειρήσεις (12%). Αν μάλιστα ήταν χώρα, θα βρισκόταν στην 3η θέση παγκοσμίως, ακολουθώντας την Κίνα και τις ΗΠΑ. Για την ακρίβεια, η πρωτιά της Κίνας στις παγκόσμιες εκπομπές οφείλεται, εν μέρει, και στην εκτεταμένη οικοδομική της δραστηριότητα. Η ιδιαίτερη σύνδεση του υλικού με την κλιματική αλλαγή, είχε ως αποτέλεσμα οι ηγέτες της βιομηχανίας τσιμέντου να βρεθούν το 2018 στην Πολωνία, στη διάσκεψη του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή - COP24 - για να συζητήσουν τους τρόπους με τους οποίους θα συνεισφέρουν στην ικανοποίηση των απαιτήσεων της Συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή. Για να γίνει αυτό, οι ετήσιες εκπομπές CO2 από τσιμέντο θα πρέπει να μειωθούν τουλάχιστον κατά 16% έως το 2030. Πως φαίνονται, λοιπόν, να εξελίσσονται τα πράγματα, σχεδόν τρία χρόνια αργότερα; Τρέχουσες εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, υποδηλώνουν ότι 4,1 γιγατόνοι τσιμέντου παρήχθησαν παγκοσμίως το 2019. Η παραγωγή έφτασε τους 4,2 Gt το 2014 και έκτοτε παρέμεινε σχεδόν σταθερή στους 4,1 Gt. Ωστόσο, αν δεν γίνουν προσπάθειες για μείωση της ζήτησης, η ετήσια παραγωγή τσιμέντου αναμένεται να αυξηθεί – έστω και ελαφρώς - έως το 2030. Παγκόσμια Παραγωγή τσιμέντου 2010-2019 http://ered.gr/admin/uploads/global-cement-production-2010-2019.png IEA, Global cement production, 2010-2019, IEA, Paris, https://www.iea.org/data-and-statistics/charts/global-cement-production-2010-2019 Η ζήτηση για τσιμέντο στον κατασκευαστικό κλάδο είναι αυτή που προσδιορίζει την παραγωγή και είναι, προφανώς, καθοριστικός παράγοντας για την κατανάλωση ενέργειας στον υποτομέα τσιμέντου και για τις εκπομπές CO2. Επί της παρούσης, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός τσιμέντου, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 55% της παγκόσμιας παραγωγής, ακολουθούμενη από την Ινδία με 8%. Η παραγωγή στην Κίνα αναμένεται να μειωθεί μακροπρόθεσμα, αλλά, ως αντιστάθμισμα, αναμένονται αυξήσεις στην Ινδία και άλλες ασιατικές χώρες, καθώς και στην υποσαχάρια Αφρική, ως αποτέλεσμα της οικονομικής προόδου, της αστικοποίησης και της ανάπτυξης υποδομών σε αυτές τις χώρες. Σε κάθε περίπτωση το τσιμέντο αποτελεί ένα εξαιρετικά ανθεκτικό και εύχρηστο υλικό. Είναι φτηνό, μπορεί να παραχθεί σχεδόν οπουδήποτε και έχει όλα τα δομικά χαρακτηριστικά, που το καθιστούν ιδανικό για κτίρια και υποδομές. Με άλλα λόγια, παρότι υπάρχουν εναλλακτικές, η δόμηση χωρίς τσιμέντο αποτελεί μια πρόκληση. Επομένως, η μείωση των εκπομπών CO2 με την παράλληλη κάλυψη της παγκόσμιας ζήτησης για τσιμέντο δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ορισμένες στρατηγικές επίτευξης αυτού του στόχου περιλαμβάνουν τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, τη μετάβαση σε καύσιμα χαμηλότερου άνθρακα, τη μείωση του λόγου κλίνκερ – του μεγαλύτερου ρυπαντή στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας - προς τσιμέντο, αλλά και την προώθηση καινοτομιών και νέας τεχνολογίας. Πράγματι, εναλλακτικές μορφές τσιμέντου έχουν κάνει δειλά την εμφάνισή τους τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά η BioMason, μια νεοσύστατη επιχείρηση στη Βόρια Καρολίνα, χρησιμοποιεί βακτήρια, για να δημιουργήσει τούβλα από «βιο-τσιμέντο». Μια ιδέα εμπνευσμένη από τις θαλάσσιες δομές και, μετά από χρόνια έρευνας και ανάπτυξης, πλέον μπορεί να παράγει τούβλα μέσα σε 4 μόλις μέρες, σε θερμοκρασία δωματίου, χωρίς την ανάγκη για ορυκτά καύσιμα και ασβεστοποίηση, που αποτελούν τις κυριότερες πηγές CO2 της βιομηχανίας. Ωστόσο, η βιομηχανία κυριαρχείται από λίγους, μεγάλους παραγωγούς, απρόθυμους να πειραματιστούν ή να αλλάξουν επιχειρηματικά μοντέλα. Αλλά και αρχιτέκτονες, μηχανικοί, εργολάβοι και κατασκευαστικές εταιρείες παραμένουν επιφυλακτικοί όσον αφορά τη χρήση νέων δομικών υλικών. Και, φυσικά, σε μια τέτοια βιομηχανία κλίμακας, με τα ψηλά και μεγάλα κτίρια να κυριαρχούν στις σύγχρονες κατασκευαστικές τάσεις, αυξάνοντας τις ανάγκες στατικότητας, αντοχής και διάρκειας στο χρόνο, ο οικονομικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος λόγος που κύριοι παίκτες του τομέα διστάζουν να ενσωματώσουν νέα υλικά στις κατασκευές τους. Εντούτοις, αν δεν υπάρξει η απαιτούμενη χρηματοδότηση για έρευνα και βελτίωση των υλικών και της τεχνολογίας, η επίτευξη του στόχου μείωσης των εκπομπών CO2 φαίνεται να ξεμακραίνει. Και τα χρονικά περιθώρια στενεύουν διαρκώς. Μια άλλη λύση, λιγότερο καινοτόμα, αποτελεί και η μείωση της ζήτησης του ίδιου του προϊόντος, μέσα από ενέργειες όπως η βελτιστοποίηση της χρήσης τσιμέντου σε μίγματα σκυροδέματος, η αποτελεσματικότερη χρήση του σκυροδέματος, η ελαχιστοποίηση των αποβλήτων στην κατασκευή και η μεγιστοποίηση της διάρκειας ζωής των κτιρίων και των υποδομών. Η βελτιστοποίηση της απόδοσης των υλικών κερδίζει διαρκώς αυξανόμενη υποστήριξη, καθώς προσφέρει άμεση λύση, χωρίς σημαντικές αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία ή υπέρογκες επενδύσεις. Επιπλέον, η υιοθέτηση τέτοιων στρατηγικών κατά τη χρήση τσιμέντου, θα συμβάλει στη μείωση της ζήτησης σε ολόκληρη την κατασκευαστική αλυσίδα, συμβάλλοντας αυτομάτως και στην μείωση των εκπομπών CO2. Κανείς δεν αναμένει την εξάλειψη του τσιμέντου από τον κατασκευαστικό τομέα στο προσεχές μέλλον. Και είναι πράγματι αυταπόδεικτο ότι οι ιδιότητες του υλικού δύσκολα μπορούν να αντικατασταθούν πλήρως. Ωστόσο, σε μια εποχή όπου η κλιματική αλλαγή αποτελεί κεντρική συζήτηση όλων και το κτιριακό απόθεμα βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής της ΕΕ, μέσα από κινήσεις όπως το European Green Deal, το Renovation Wave και το New European Bauhaus, η ανάγκη της βιομηχανίας παραγωγής τσιμέντου να κινητοποιηθεί είναι επιτακτική.
  9. Η Ευρώπη και ακόμη περισσότερο η Μεσόγειος οδεύουν προς ένα μέλλον με αυξανόμενες σοβαρές έως ακραίες ξηρασίες τα καλοκαίρια. Ολοένα περισσότερες ξηρασίες τα καλοκαίρια θα χαρακτηρίζονται ακραίες και, παράλληλα, ολοένα συχνότερα αυτές θα ακολουθούνται από πιο υγρούς χειμώνες με λιγότερη ξηρασία. Αυτό είναι το μάλλον δυσοίωνο συμπέρασμα μιας νέας διεθνούς επιστημονικής έρευνας, σύμφωνα με την οποία, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής που τείνει να λάβει πια χαρακτηριστικά κρίσης, θα γίνονται όλο και συχνότερες οι περίοδοι ανομβρίας, ξηρασίας και άλλων ακραίων φαινομένων έως το τέλος του 21ου αιώνα. Οι ερευνητές από τη Γερμανία και τον Καναδά, με επικεφαλής τη Μαγκνταλένα Μιτελμάγιερ του Πανεπιστημίου Λούντβιχ-Μαξιμίλιανς του Μονάχου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα περιβάλλοντος «Frontiers in Water», βρήκαν μια «σαφή τάση για ολοένα και περισσότερες, μεγαλύτερης διάρκειας και πιο έντονες θερινές ξηρασίες, αυξάνοντας το έλλειμμα βροχοπτώσεων έως το τέλος του αιώνα». Σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς, οι ξηρασίες αποτελούν τον πιο σοβαρό κίνδυνο για τη γεωργία και την κτηνοτροφία σε όλο τον κόσμο, επηρεάζοντας κάθε χρόνο περίπου 55 εκατομμύρια ανθρώπους. Οι επιπτώσεις των ξηρασιών είναι οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές. Η μελέτη εκτιμά ότι μακροπρόθεσμα (μετά το 2080) η Ευρώπη - και αυτό δεν αφορά μόνο τη Νότια -θα δει μια αύξηση στη συχνότητα και στην ένταση των ξηρασιών, με αντίστοιχη μείωση στις ξηρασίες του χειμώνα. Όσο περνάνε τα χρόνια, θα μεγαλώνει η «ψαλίδα» ανάμεσα στις θερινές και στις χειμερινές ξηρασίες, με τις πρώτες να αυξάνουν και τις δεύτερες να μειώνονται. Περιοχές που θα γνωρίσουν μεγαλύτερες ξηρασίες, ιδίως τα καλοκαίρια (με ό,τι αυτό συνεπάγεται, π.χ. για τον κίνδυνο δασικών πυρκαγιών), θα είναι η Μεσογειακή Ευρώπη, αλλά επίσης και άλλα μέρη όπως η Ιβηρική Χερσόνησος, οι Άλπεις και η Ανατολική Ευρώπη. Ειδικότερα στη Νότια Ευρώπη και στη Μεσόγειο εκτιμάται ότι έως το τέλος του τρέχοντος αιώνα οι καλοκαιρινοί μήνες με ακραία ξηρασία μπορεί να φθάσουν το 80%, με αύξηση πάνω από 50% σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα ξηρασίας, ενώ στην Ιβηρική Χερσόνησο ίσως και το 96%. Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση εδώ Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ View full είδηση
  10. Η Ευρώπη και ακόμη περισσότερο η Μεσόγειος οδεύουν προς ένα μέλλον με αυξανόμενες σοβαρές έως ακραίες ξηρασίες τα καλοκαίρια. Ολοένα περισσότερες ξηρασίες τα καλοκαίρια θα χαρακτηρίζονται ακραίες και, παράλληλα, ολοένα συχνότερα αυτές θα ακολουθούνται από πιο υγρούς χειμώνες με λιγότερη ξηρασία. Αυτό είναι το μάλλον δυσοίωνο συμπέρασμα μιας νέας διεθνούς επιστημονικής έρευνας, σύμφωνα με την οποία, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής που τείνει να λάβει πια χαρακτηριστικά κρίσης, θα γίνονται όλο και συχνότερες οι περίοδοι ανομβρίας, ξηρασίας και άλλων ακραίων φαινομένων έως το τέλος του 21ου αιώνα. Οι ερευνητές από τη Γερμανία και τον Καναδά, με επικεφαλής τη Μαγκνταλένα Μιτελμάγιερ του Πανεπιστημίου Λούντβιχ-Μαξιμίλιανς του Μονάχου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα περιβάλλοντος «Frontiers in Water», βρήκαν μια «σαφή τάση για ολοένα και περισσότερες, μεγαλύτερης διάρκειας και πιο έντονες θερινές ξηρασίες, αυξάνοντας το έλλειμμα βροχοπτώσεων έως το τέλος του αιώνα». Σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς, οι ξηρασίες αποτελούν τον πιο σοβαρό κίνδυνο για τη γεωργία και την κτηνοτροφία σε όλο τον κόσμο, επηρεάζοντας κάθε χρόνο περίπου 55 εκατομμύρια ανθρώπους. Οι επιπτώσεις των ξηρασιών είναι οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές. Η μελέτη εκτιμά ότι μακροπρόθεσμα (μετά το 2080) η Ευρώπη - και αυτό δεν αφορά μόνο τη Νότια -θα δει μια αύξηση στη συχνότητα και στην ένταση των ξηρασιών, με αντίστοιχη μείωση στις ξηρασίες του χειμώνα. Όσο περνάνε τα χρόνια, θα μεγαλώνει η «ψαλίδα» ανάμεσα στις θερινές και στις χειμερινές ξηρασίες, με τις πρώτες να αυξάνουν και τις δεύτερες να μειώνονται. Περιοχές που θα γνωρίσουν μεγαλύτερες ξηρασίες, ιδίως τα καλοκαίρια (με ό,τι αυτό συνεπάγεται, π.χ. για τον κίνδυνο δασικών πυρκαγιών), θα είναι η Μεσογειακή Ευρώπη, αλλά επίσης και άλλα μέρη όπως η Ιβηρική Χερσόνησος, οι Άλπεις και η Ανατολική Ευρώπη. Ειδικότερα στη Νότια Ευρώπη και στη Μεσόγειο εκτιμάται ότι έως το τέλος του τρέχοντος αιώνα οι καλοκαιρινοί μήνες με ακραία ξηρασία μπορεί να φθάσουν το 80%, με αύξηση πάνω από 50% σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα ξηρασίας, ενώ στην Ιβηρική Χερσόνησο ίσως και το 96%. Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση εδώ Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
  11. Ο Ραφαήλ Μωυσής γράφει στο Business Daily, με αφορμή μελέτη του ΜΙΤ, για τη την κλιματική αλλαγή και τα οφέλη χρήσης εναλλακτικών υλικών στην κατασκευή ή συντήρηση δρόμων. Στη διάρκεια καύσωνα του περασμένου Ιουλίου καταγράφηκαν στη Λεωφόρο Συγγρού και σε πολλούς δρόμους της Αθήνας θερμοκρασίες που έφταναν μέχρι τους 70°C οι οποίες, όπως ήταν φυσικό, συνέβαλαν στην άνοδο της μέσης θερμοκρασίας στα ανυπόφορα σαραντάρια. Σύμφωνα με δημοσίευμα του MIT News της 22ας Αυγούστου, η επιλογή κατάλληλων υλικών πλακόστρωσης στους δρόμους, μπορούσε να είχε μετριάσει τις ακραίες θερμοκρασίες των επιφανειών, να κατεβάσει τη μέγιστη θερμοκρασία του αέρα της περιοχής μέχρι και κατά δύο βαθμούς Κελσίου και ταυτόχρονα να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Το άρθρο με τον ελκυστικό τίτλο «Αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής με δροσερούς δρόμους» περιγράφει εργασία ερευνητών της ομάδας «Κέντρο Βιωσιμότητας Σκυροδέματος» (Concrete Sustainability Hub) του ΜΙΤ στην οποία προβάλλονται και αξιολογούνται τα οφέλη από τη χρησιμοποίηση στην κατασκευή ή συντήρηση δρόμων, διάφορων υλικών που αντανακλούν περισσότερη ηλιακή ακτινοβολία και εκπέμπουν λιγότερη θερμότητα από τις συμβατικές επιφάνειες πλακόστρωσης. Στη μελέτη αναφέρεται ότι η άσφαλτος που σήμερα χρησιμοποιείται στο 95% των δρόμων του Κόσμου και καλύπτει περίπου το 40% των πόλεων, απορροφά μεγάλο ποσοστό της ηλιακής ακτινοβολίας που πέφτει επάνω της, ζεσταίνεται πολύ, εκπέμπει αυτή τη ζέστη στο περιβάλλον και αυξάνει τη θερμοκρασία του αέρα μέχρι και κατά 4 βαθμούς Κελσίου. Υπάρχουν αντίθετα άλλα υλικά, που είναι συνήθως ανοικτού χρώματος όπως το λευκό σκυρόδεμα, τα οποία αντανακλούν περισσότερο από τρεις φορές περισσότερη ακτινοβολία και κατά συνέπεια απορροφούν και εκπέμπουν πολύ λιγότερη θερμότητα. Το φαινόμενο είναι σε όλους ασφαλώς απόλυτα γνωστό από την καθημερινότητά μας: Τα μαύρα ρούχα είναι πιο ζεστά το καλοκαίρι από τα άσπρα και η μαύρη άμμος στη Σαντορίνη καίει τα γυμνά πόδια μας περισσότερο από ότι η άσπρη, επειδή τα μαύρα απορροφούν περισσότερη και εκπέμπουν λιγότερη ακτινοβολία. Οι δροσεροί δρόμοι μπορούν να δημιουργηθούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Σε νέες κατασκευές μπορούν να χρησιμοποιηθούν φωτεινότερα υλικά όπως ενισχυμένης ακτινοβολίας άσφαλτος, σκυρόδεμα και άλλα ανοιχτόχρωμα αδρανή υλικά που προσφέρουν υψηλότερη ακτινοβολία ενώ υπάρχοντες δρόμοι ασφάλτου μπορούν να γίνουν «δροσεροί» με ανακλαστικές επικαλύψεις. Η μελέτη διαπίστωσε συγκεκριμένα ότι θα μπορούσαν να μειωθούν οι θερμοκρασίες του αέρα στη Βοστώνη και το Φοίνιξ έως και 1,7 και 2,1 βαθμούς Κελσίου αντίστοιχα. Θα μπορούσαν να μειωθούν επίσης οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως και 3% στη Βοστώνη και 6% στο Φοίνιξ. Οι ερευνητές δεν ασχολήθηκαν με τις συνθήκες που επικρατούν στην Αθήνα αλλά οι γνωρίζοντες τις δύο Αμερικανικές πόλεις μπορούν λογικά να υποθέσουν ότι οι αριθμοί μειώσεως θα βρίσκονται ενδιάμεσα στους αναφερόμενους παραπάνω. Εκτός από τη μείωση της θερμοκρασίας του αέρα, οι δροσεροί δρόμοι ασκούν άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στην κλιματική αλλαγή μεταβάλλοντας τη χρήση ενέργειας σε παρακείμενα κτίρια αλλά για τη μεγιστοποίηση των εξοικονομήσεων πρέπει να επιλέγονται στρατηγικές ανάλογα με το κλίμα, την κυκλοφορία και τις διαμορφώσεις κτιρίων κάθε γειτονιάς, αναφέρεται στη μελέτη. Η ολοκληρωμένη ανάλυση του θέματος είναι αρκετά πολύπλοκη και υπεισέρχονται διάφοροι δευτερεύοντες παράγοντες μεταφοράς θερμότητας αλλά το γενικό συμπέρασμα είναι κατηγορηματικό: «Αν και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής που μελετήθηκαν έχουν αποδειχθεί πολυάριθμες και συχνά σε αντίθεση μεταξύ τους, τα συμπεράσματα είναι σαφή: Οι δροσεροί δρόμοι θα μπορούσαν να προσφέρουν τεράστια οφέλη μετριασμού της κλιματικής αλλαγής». * Ο κ. Ραφαήλ Μωυσής είναι ιδρυτής του Συλλόγου Αποφοίτων ΜΙΤ στην Ελλάδα. Έχει εκδώσει δύο βιβλία: «Θα γίνει της Δεής» και «ΑΛΗΘΙΝΑ ΚΑΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ. Ιστορίες με 55 πρόσωπα».
  12. Ο Ραφαήλ Μωυσής γράφει στο Business Daily, με αφορμή μελέτη του ΜΙΤ, για τη την κλιματική αλλαγή και τα οφέλη χρήσης εναλλακτικών υλικών στην κατασκευή ή συντήρηση δρόμων. Στη διάρκεια καύσωνα του περασμένου Ιουλίου καταγράφηκαν στη Λεωφόρο Συγγρού και σε πολλούς δρόμους της Αθήνας θερμοκρασίες που έφταναν μέχρι τους 70°C οι οποίες, όπως ήταν φυσικό, συνέβαλαν στην άνοδο της μέσης θερμοκρασίας στα ανυπόφορα σαραντάρια. Σύμφωνα με δημοσίευμα του MIT News της 22ας Αυγούστου, η επιλογή κατάλληλων υλικών πλακόστρωσης στους δρόμους, μπορούσε να είχε μετριάσει τις ακραίες θερμοκρασίες των επιφανειών, να κατεβάσει τη μέγιστη θερμοκρασία του αέρα της περιοχής μέχρι και κατά δύο βαθμούς Κελσίου και ταυτόχρονα να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Το άρθρο με τον ελκυστικό τίτλο «Αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής με δροσερούς δρόμους» περιγράφει εργασία ερευνητών της ομάδας «Κέντρο Βιωσιμότητας Σκυροδέματος» (Concrete Sustainability Hub) του ΜΙΤ στην οποία προβάλλονται και αξιολογούνται τα οφέλη από τη χρησιμοποίηση στην κατασκευή ή συντήρηση δρόμων, διάφορων υλικών που αντανακλούν περισσότερη ηλιακή ακτινοβολία και εκπέμπουν λιγότερη θερμότητα από τις συμβατικές επιφάνειες πλακόστρωσης. Στη μελέτη αναφέρεται ότι η άσφαλτος που σήμερα χρησιμοποιείται στο 95% των δρόμων του Κόσμου και καλύπτει περίπου το 40% των πόλεων, απορροφά μεγάλο ποσοστό της ηλιακής ακτινοβολίας που πέφτει επάνω της, ζεσταίνεται πολύ, εκπέμπει αυτή τη ζέστη στο περιβάλλον και αυξάνει τη θερμοκρασία του αέρα μέχρι και κατά 4 βαθμούς Κελσίου. Υπάρχουν αντίθετα άλλα υλικά, που είναι συνήθως ανοικτού χρώματος όπως το λευκό σκυρόδεμα, τα οποία αντανακλούν περισσότερο από τρεις φορές περισσότερη ακτινοβολία και κατά συνέπεια απορροφούν και εκπέμπουν πολύ λιγότερη θερμότητα. Το φαινόμενο είναι σε όλους ασφαλώς απόλυτα γνωστό από την καθημερινότητά μας: Τα μαύρα ρούχα είναι πιο ζεστά το καλοκαίρι από τα άσπρα και η μαύρη άμμος στη Σαντορίνη καίει τα γυμνά πόδια μας περισσότερο από ότι η άσπρη, επειδή τα μαύρα απορροφούν περισσότερη και εκπέμπουν λιγότερη ακτινοβολία. Οι δροσεροί δρόμοι μπορούν να δημιουργηθούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Σε νέες κατασκευές μπορούν να χρησιμοποιηθούν φωτεινότερα υλικά όπως ενισχυμένης ακτινοβολίας άσφαλτος, σκυρόδεμα και άλλα ανοιχτόχρωμα αδρανή υλικά που προσφέρουν υψηλότερη ακτινοβολία ενώ υπάρχοντες δρόμοι ασφάλτου μπορούν να γίνουν «δροσεροί» με ανακλαστικές επικαλύψεις. Η μελέτη διαπίστωσε συγκεκριμένα ότι θα μπορούσαν να μειωθούν οι θερμοκρασίες του αέρα στη Βοστώνη και το Φοίνιξ έως και 1,7 και 2,1 βαθμούς Κελσίου αντίστοιχα. Θα μπορούσαν να μειωθούν επίσης οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως και 3% στη Βοστώνη και 6% στο Φοίνιξ. Οι ερευνητές δεν ασχολήθηκαν με τις συνθήκες που επικρατούν στην Αθήνα αλλά οι γνωρίζοντες τις δύο Αμερικανικές πόλεις μπορούν λογικά να υποθέσουν ότι οι αριθμοί μειώσεως θα βρίσκονται ενδιάμεσα στους αναφερόμενους παραπάνω. Εκτός από τη μείωση της θερμοκρασίας του αέρα, οι δροσεροί δρόμοι ασκούν άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στην κλιματική αλλαγή μεταβάλλοντας τη χρήση ενέργειας σε παρακείμενα κτίρια αλλά για τη μεγιστοποίηση των εξοικονομήσεων πρέπει να επιλέγονται στρατηγικές ανάλογα με το κλίμα, την κυκλοφορία και τις διαμορφώσεις κτιρίων κάθε γειτονιάς, αναφέρεται στη μελέτη. Η ολοκληρωμένη ανάλυση του θέματος είναι αρκετά πολύπλοκη και υπεισέρχονται διάφοροι δευτερεύοντες παράγοντες μεταφοράς θερμότητας αλλά το γενικό συμπέρασμα είναι κατηγορηματικό: «Αν και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής που μελετήθηκαν έχουν αποδειχθεί πολυάριθμες και συχνά σε αντίθεση μεταξύ τους, τα συμπεράσματα είναι σαφή: Οι δροσεροί δρόμοι θα μπορούσαν να προσφέρουν τεράστια οφέλη μετριασμού της κλιματικής αλλαγής». * Ο κ. Ραφαήλ Μωυσής είναι ιδρυτής του Συλλόγου Αποφοίτων ΜΙΤ στην Ελλάδα. Έχει εκδώσει δύο βιβλία: «Θα γίνει της Δεής» και «ΑΛΗΘΙΝΑ ΚΑΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ. Ιστορίες με 55 πρόσωπα». View full είδηση
  13. Το Σίδνει σκοπεύει να απαγορεύσει τις σκουρόχρωμες στέγες και να απαιτήσει από όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων να φυτέψουν τουλάχιστον ένα δέντρο σε κάθε κήπο, καθώς οι αρχές θέλουν να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή και τις συνέπειες των αυξανόμενων θερινών θερμοκρασιών που μπορούν να ξεπεράσουν τους 50 βαθμούς Κελσίου. Οι κανόνες θα ισχύουν αρχικά για τα προάστια στα νοτιοδυτικά της πόλης, όπου τετράγωνα με σκουρόχρωμα σπίτια, χωρίς δέντρα. «Οι στέγες όχι μόνο διατηρούν τη θερμότητα και αυξάνουν την θερμοκρασία, αλλά οδηγούν επίσης σε υψηλούς λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος λόγω της ανάγκης ψύξης των σπιτιών», δήλωσε ο Rob Stokes, υπουργός σχεδιασμού για τη Νέα Νότια Ουαλία. «Η ανάγκη προσαρμογής και άμβλυνσης της αστικής θερμότητας δεν είναι μελλοντική πρόκληση. Είναι ήδη εδώ», πρόσθεσε. Αντίθετα, υποχρεωτικές θα είναι οι ανοιχτόχρωμες στέγες στα καινούρια σπίτια ενώ τα νέα οικόπεδα θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλα ώστε να έχουν ένα δέντρο στην πίσω αυλή. Η έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή που δημοσιεύθηκε αυτόν τον μήνα, ανέφερε ότι η αστικοποίηση έχει επιδεινώσει τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη στις πόλεις. Στις χερσαίες περιοχές της Αυστραλίας η θερμοκρασία έχει αυξηθεί κατά περίπου 1,4 βαθμούς Κελσίου από το 1910. Η έκθεση έδειξε ότι μπορεί να υπάρξουν καταστροφικές επιπτώσεις στην υγεία, την οικονομία και το περιβάλλον εάν η κυβέρνηση δεν ενεργήσει άμεσα. «Χρειαζόμαστε αυλές που να είναι αρκετά μεγάλες για να φυτέψουμε ένα δέντρο ή να έχουμε έναν κήπο. Επίσης, πρέπει να πούμε αντίο στην τάση να έχουμε σκουρόχρωμες στέγες» όπως είπε χαρακτηριστικά. Μελέτες έχουν δείξει ότι τμήματα στα δυτικά του Σίδνεϊ είναι από τα λιγότερο φυλλώδη στην αστική Αυστραλία. Σε ορισμένα μέρη η φυσική σκιά, μετά βίας καλύπτει το 1% της επιφάνειας ενώ, αντίθετα, στη βόρεια ακτή του Σίδνεϊ η κάλυψη με δέντρα φτάνει ως και το 60%. Ο Mattheos Santamouris, καθηγητής αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας σημειώνει ότι οι «δροσερές στέγες» θα μπορούσαν να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας από μη μονωμένα κτίρια στο δυτικό Σίδνεϊ έως και 50%. Μιλώντας στη The Sydney Morning Herald εξήγησε ότι τα δυτικά προάστια της πόλης ήταν σταθερά πολύ πιο ζεστά από τα ανατολικά και επηρεάζονται από τους καυτούς ανέμους της ερήμου. Ωστόσο, ο Stephen McMahon, πρόεδρος του τμήματος της Νέας Νότιας Ουαλίας του Ινστιτούτου Αστικής Ανάπτυξης της Αυστραλίας, επέκρινε τους νέους νόμους ως «κακώς σχεδιασμένους και μη λειτουργικούς». Ο ίδιος αντιτίθεται στους κανόνες που απαιτούν «κάθε στέγη να βάφεται λευκή» ενώ εκτίμησε ότι μία τέτοια απόφαση θα οδηγήσει σε επιβαλλόμενη γραφειοκρατική νωχελικότητα στις νέες κοινότητες, προσφέροντας αμελητέα βελτίωση στη θερμική απόδοση». Με πληροφορίες των The Times View full είδηση
  14. Το Σίδνει σκοπεύει να απαγορεύσει τις σκουρόχρωμες στέγες και να απαιτήσει από όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων να φυτέψουν τουλάχιστον ένα δέντρο σε κάθε κήπο, καθώς οι αρχές θέλουν να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή και τις συνέπειες των αυξανόμενων θερινών θερμοκρασιών που μπορούν να ξεπεράσουν τους 50 βαθμούς Κελσίου. Οι κανόνες θα ισχύουν αρχικά για τα προάστια στα νοτιοδυτικά της πόλης, όπου τετράγωνα με σκουρόχρωμα σπίτια, χωρίς δέντρα. «Οι στέγες όχι μόνο διατηρούν τη θερμότητα και αυξάνουν την θερμοκρασία, αλλά οδηγούν επίσης σε υψηλούς λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος λόγω της ανάγκης ψύξης των σπιτιών», δήλωσε ο Rob Stokes, υπουργός σχεδιασμού για τη Νέα Νότια Ουαλία. «Η ανάγκη προσαρμογής και άμβλυνσης της αστικής θερμότητας δεν είναι μελλοντική πρόκληση. Είναι ήδη εδώ», πρόσθεσε. Αντίθετα, υποχρεωτικές θα είναι οι ανοιχτόχρωμες στέγες στα καινούρια σπίτια ενώ τα νέα οικόπεδα θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλα ώστε να έχουν ένα δέντρο στην πίσω αυλή. Η έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή που δημοσιεύθηκε αυτόν τον μήνα, ανέφερε ότι η αστικοποίηση έχει επιδεινώσει τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη στις πόλεις. Στις χερσαίες περιοχές της Αυστραλίας η θερμοκρασία έχει αυξηθεί κατά περίπου 1,4 βαθμούς Κελσίου από το 1910. Η έκθεση έδειξε ότι μπορεί να υπάρξουν καταστροφικές επιπτώσεις στην υγεία, την οικονομία και το περιβάλλον εάν η κυβέρνηση δεν ενεργήσει άμεσα. «Χρειαζόμαστε αυλές που να είναι αρκετά μεγάλες για να φυτέψουμε ένα δέντρο ή να έχουμε έναν κήπο. Επίσης, πρέπει να πούμε αντίο στην τάση να έχουμε σκουρόχρωμες στέγες» όπως είπε χαρακτηριστικά. Μελέτες έχουν δείξει ότι τμήματα στα δυτικά του Σίδνεϊ είναι από τα λιγότερο φυλλώδη στην αστική Αυστραλία. Σε ορισμένα μέρη η φυσική σκιά, μετά βίας καλύπτει το 1% της επιφάνειας ενώ, αντίθετα, στη βόρεια ακτή του Σίδνεϊ η κάλυψη με δέντρα φτάνει ως και το 60%. Ο Mattheos Santamouris, καθηγητής αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας σημειώνει ότι οι «δροσερές στέγες» θα μπορούσαν να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας από μη μονωμένα κτίρια στο δυτικό Σίδνεϊ έως και 50%. Μιλώντας στη The Sydney Morning Herald εξήγησε ότι τα δυτικά προάστια της πόλης ήταν σταθερά πολύ πιο ζεστά από τα ανατολικά και επηρεάζονται από τους καυτούς ανέμους της ερήμου. Ωστόσο, ο Stephen McMahon, πρόεδρος του τμήματος της Νέας Νότιας Ουαλίας του Ινστιτούτου Αστικής Ανάπτυξης της Αυστραλίας, επέκρινε τους νέους νόμους ως «κακώς σχεδιασμένους και μη λειτουργικούς». Ο ίδιος αντιτίθεται στους κανόνες που απαιτούν «κάθε στέγη να βάφεται λευκή» ενώ εκτίμησε ότι μία τέτοια απόφαση θα οδηγήσει σε επιβαλλόμενη γραφειοκρατική νωχελικότητα στις νέες κοινότητες, προσφέροντας αμελητέα βελτίωση στη θερμική απόδοση». Με πληροφορίες των The Times
  15. Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα Guardian, η Αθήνα είναι η μόνη πρωτεύουσα της Ευρώπης που θεωρείται πιο πιθανό να χτυπηθεί πιο σφοδρά από τις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη - Η Ελλάδα κατέγραψε μέσα στον Αύγουστο θερμοκρασία ρεκόρ, 47,1 βαθμούς Κελσίου. Αντιμέτωπη με παρατεταμένα κύματα καύσωνα, η Ελλάδα σχεδιάζει να ακολουθήσει την πρακτική ονοματοδοσίας ακραίων φαινομένων ζέστης, στη λογική που το πράττει και για την κακοκαιρία. Μιλώντας στον βρετανικό Observer, ο διευθυντής ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Κώστας Λαγουβάρδος, αφού επεσήμανε πως το κύμα ακραίου καύσωνα του φετινού καλοκαιριού, υποεκτιμήθηκε, είπε: «Αυτό το πολύ ζεστό καλοκαίρι μας έδωσε μια γεύση του μελλοντικού κλίματος σε 20 ή 30 χρόνια, όταν είναι πολύ πιθανό να βιώνουμε παρατεταμένες περιόδους εξαιρετικά υψηλών θερμοκρασιών». Τα δύο μεγάλα κύματα καύσωνα στην Ελλάδα Σε δημοσίευμα του Guardian για το θέμα σημειώνεται πως η Ελλάδα βίωσε δύο μεγάλα κύματα ακραίου καύσωνα από τον περασμένο Ιούνιο, με χαρακτηριστικό τη διάρκεια και την ένταση, αφού το δεύτερο κύμα κράτησε σχεδόν τρεις εβδομάδες. Αυτή η εικόνα του φετινού καλοκαιριού, οδηγεί τους ειδικούς στο συμπέρασμα πως η κατηγοριοποίηση και η ονοματοδοσία των περιόδων καύσωνα θα βοηθήσει αρχές και πολίτες να προετοιμάζονται αποτελεσματικότερα. «Πιστεύουμε πως οι πολίτες θα είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν ένα επικείμενο καιρικό φαινόμενο, όταν αυτό έχει ένα όνομα» υποστηρίζει ο Λαγουβάρδος και συμπληρώνει: «Θα είναι πιο συνειδητοποιημένοι για πιθανά προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει στις ζωές και τις περιουσίες τους. Οι καύσωνες προκαλούν πολλούς θανάτους. Δεν κάνουν θόρυβο και μπορεί να μην είναι ορατοί, αλλά είναι σιωπηλοί δολοφόνοι». Η Αθήνα κινδυνεύει από την υπερθέρμανση του πλανήτη Σύμφωνα με τον Guardian η Αθήνα είναι η μόνη πρωτεύουσα της Ευρώπης που θεωρείται πιο πιθανό να χτυπηθεί πιο σφοδρά από τις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Η Ελλάδα κατέγραψε μέσα στον Αύγουστο θερμοκρασία ρεκόρ, 47,1 βαθμούς Κελσίου. Το βρετανικό δημοσίευμα περιγράφει την πρωτοβουλία του Αστεροσκοπείου εδώ και τέσσερα χρόνια να κατηγοριοποιήσει τις χειμερινές καταιγίδες και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα, δίνοντάς τους ονόματα, κάθε φορά που τίθετο ζήτημα απειλής κατά της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Ο Κώστας Λαγουβάρδος, ο οποίος έχει εκπαιδευτεί στη Γαλλία, όπως σημειώνει το δημοσίευμα, τονίζει ωστόσο πως η ονοματοδοσία των κυμάτων καύσωνα ίσως αποδειχθεί πιο δύσκολη, καθώς μια τέτοια κατηγοριοποίηση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη πέραν της θερμοκρασίας και την πληθυσμιακή πυκνότητα κάθε περιοχής. Πότε θα λαμβάνει όνομα ένας καύσωνας Σε γενικές γραμμές όμως, ένας καύσωνας είναι πιο εύκολο να προβλεφθεί, σε σύγκριση με τις καταιγίδες, τόσο αναφορικά με την έντασή του, όσο όμως και σχετικά με τη διάρκειά του. Αν οι θερμοκρασίες πάνω από 40 βαθμούς επιμένουν για διάστημα μεγαλύτερο της μιας εβδομάδας, τότε οι επιστήμονες πιστεύουν πως το φαινόμενο θα πρέπει να λαμβάνει ένα όνομα, συνήθως βγαλμένο από την ελληνική αρχαιότητα και την μυθολογία. Όπως συμβαίνει δηλαδή μέχρι σήμερα με τις κακοκαιρίες. Η πρώτη Επικεφαλής Αντιμετώπισης Αστικής Υπερθέρμανσης στην Ευρώπη Ο Guardian αναφέρεται όμως και στην πρώτη Επικεφαλής Αντιμετώπισης Αστικής Υπερθέρμανσης, την πρώτη στην Ευρώπη, η οποία έχει ήδη αναλάβει καθήκοντα στην Ελλάδα. Η Ελένη Μυρηβήλη, ακαδημαϊκός και πρώην αντιδήμαρχος Αθηνών, θεωρεί την πρωτοβουλία αυτή ως καταλύτη στη διαχείριση των υψηλών θερμοκρασιών. View full είδηση
  16. Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα Guardian, η Αθήνα είναι η μόνη πρωτεύουσα της Ευρώπης που θεωρείται πιο πιθανό να χτυπηθεί πιο σφοδρά από τις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη - Η Ελλάδα κατέγραψε μέσα στον Αύγουστο θερμοκρασία ρεκόρ, 47,1 βαθμούς Κελσίου. Αντιμέτωπη με παρατεταμένα κύματα καύσωνα, η Ελλάδα σχεδιάζει να ακολουθήσει την πρακτική ονοματοδοσίας ακραίων φαινομένων ζέστης, στη λογική που το πράττει και για την κακοκαιρία. Μιλώντας στον βρετανικό Observer, ο διευθυντής ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Κώστας Λαγουβάρδος, αφού επεσήμανε πως το κύμα ακραίου καύσωνα του φετινού καλοκαιριού, υποεκτιμήθηκε, είπε: «Αυτό το πολύ ζεστό καλοκαίρι μας έδωσε μια γεύση του μελλοντικού κλίματος σε 20 ή 30 χρόνια, όταν είναι πολύ πιθανό να βιώνουμε παρατεταμένες περιόδους εξαιρετικά υψηλών θερμοκρασιών». Τα δύο μεγάλα κύματα καύσωνα στην Ελλάδα Σε δημοσίευμα του Guardian για το θέμα σημειώνεται πως η Ελλάδα βίωσε δύο μεγάλα κύματα ακραίου καύσωνα από τον περασμένο Ιούνιο, με χαρακτηριστικό τη διάρκεια και την ένταση, αφού το δεύτερο κύμα κράτησε σχεδόν τρεις εβδομάδες. Αυτή η εικόνα του φετινού καλοκαιριού, οδηγεί τους ειδικούς στο συμπέρασμα πως η κατηγοριοποίηση και η ονοματοδοσία των περιόδων καύσωνα θα βοηθήσει αρχές και πολίτες να προετοιμάζονται αποτελεσματικότερα. «Πιστεύουμε πως οι πολίτες θα είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν ένα επικείμενο καιρικό φαινόμενο, όταν αυτό έχει ένα όνομα» υποστηρίζει ο Λαγουβάρδος και συμπληρώνει: «Θα είναι πιο συνειδητοποιημένοι για πιθανά προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει στις ζωές και τις περιουσίες τους. Οι καύσωνες προκαλούν πολλούς θανάτους. Δεν κάνουν θόρυβο και μπορεί να μην είναι ορατοί, αλλά είναι σιωπηλοί δολοφόνοι». Η Αθήνα κινδυνεύει από την υπερθέρμανση του πλανήτη Σύμφωνα με τον Guardian η Αθήνα είναι η μόνη πρωτεύουσα της Ευρώπης που θεωρείται πιο πιθανό να χτυπηθεί πιο σφοδρά από τις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Η Ελλάδα κατέγραψε μέσα στον Αύγουστο θερμοκρασία ρεκόρ, 47,1 βαθμούς Κελσίου. Το βρετανικό δημοσίευμα περιγράφει την πρωτοβουλία του Αστεροσκοπείου εδώ και τέσσερα χρόνια να κατηγοριοποιήσει τις χειμερινές καταιγίδες και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα, δίνοντάς τους ονόματα, κάθε φορά που τίθετο ζήτημα απειλής κατά της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Ο Κώστας Λαγουβάρδος, ο οποίος έχει εκπαιδευτεί στη Γαλλία, όπως σημειώνει το δημοσίευμα, τονίζει ωστόσο πως η ονοματοδοσία των κυμάτων καύσωνα ίσως αποδειχθεί πιο δύσκολη, καθώς μια τέτοια κατηγοριοποίηση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη πέραν της θερμοκρασίας και την πληθυσμιακή πυκνότητα κάθε περιοχής. Πότε θα λαμβάνει όνομα ένας καύσωνας Σε γενικές γραμμές όμως, ένας καύσωνας είναι πιο εύκολο να προβλεφθεί, σε σύγκριση με τις καταιγίδες, τόσο αναφορικά με την έντασή του, όσο όμως και σχετικά με τη διάρκειά του. Αν οι θερμοκρασίες πάνω από 40 βαθμούς επιμένουν για διάστημα μεγαλύτερο της μιας εβδομάδας, τότε οι επιστήμονες πιστεύουν πως το φαινόμενο θα πρέπει να λαμβάνει ένα όνομα, συνήθως βγαλμένο από την ελληνική αρχαιότητα και την μυθολογία. Όπως συμβαίνει δηλαδή μέχρι σήμερα με τις κακοκαιρίες. Η πρώτη Επικεφαλής Αντιμετώπισης Αστικής Υπερθέρμανσης στην Ευρώπη Ο Guardian αναφέρεται όμως και στην πρώτη Επικεφαλής Αντιμετώπισης Αστικής Υπερθέρμανσης, την πρώτη στην Ευρώπη, η οποία έχει ήδη αναλάβει καθήκοντα στην Ελλάδα. Η Ελένη Μυρηβήλη, ακαδημαϊκός και πρώην αντιδήμαρχος Αθηνών, θεωρεί την πρωτοβουλία αυτή ως καταλύτη στη διαχείριση των υψηλών θερμοκρασιών.
  17. Ένα στα τρία παιδιά ζουν σε χώρες, που θα εκτεθούν μελλοντικά σε ακραίες περιβαλλοντικές προκλήσεις - Τρομάζουν τα νούμερα - Πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη έκθεση από Unicef και ΟΗΕ - Δραστική πρέπει να είναι η παρέμβαση για την αποτροπή τους. Νέα έκθεση των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής έρχεται να προκαλέσει ταραχή, αφού μετά τις περιβαλλοντικές καταστροφές, θέτει στο επίκεντρο τα παιδιά. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι οι νέοι που ζουν σε χώρες της Αφρικανικής Δημοκρατίας, όπως το Τσαντ, τη Νιγηρία, τη Γουινέα και τη Γουινέα Μπισάου είναι πιο πιθανό να επηρεαστούν από έναν «θανατηφόρο» συνδυασμό έκθεσης σε κλιματικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, εκτός από την ανεπαρκή υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση. Η Υποσαχάρια Αφρική αφορά στις 24 από τις συνολικά 33 χώρες, όπου τα παιδιά ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο από τις κλιματικές αλλαγές, μεταξύ των οποίων κυκλώνες και καύσωνες, την στιγμή που στερούνται της πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, όπως εκείνες της ύδρευσης και της στέγασης. Ο «Παιδικός Δείκτης Κινδύνου» για το κλίμα από τον ΟΗΕ και την Unicef είναι η πρώτη ολοκληρωμένη ανάλυση του σχετικά με τον κλιματικό κίνδυνο. Διαπιστώθηκε ότι σχεδόν τα μισά από τα 2,2 δισεκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως ζουν σε χώρες που μπαίνουν στη λίστα «εξαιρετικά υψηλού κινδύνου». Greta and eight young activists reveal how the climate crisis is shaping their lives | UNICEF «Για πρώτη φορά έχουμε πλήρη εικόνα για το πού και το πώς τα παιδιά καθίστανται ευάλωτα στις περιβαλλοντικές μεταβολές και τα αποτελέσματα είναι τρομακτικά», δήλωσε η Ενριέττα Φορ, εκτελεστική διευθύντρια της UNICEF. Αυτό που αποκαλύπτει επίσης η έκθεση είναι ότι οι χώρες που θα αντιμετωπίσουν τις χειρότερες συνέπειες από την κλιματική αλλαγή είναι αυτές που κατέγραψαν τα χαμηλότερα επίπεδα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Συνολικά τα 33 έθνη που ανήκουν στην ζώνη «εξαιρετικά υψηλού κινδύνου» εκπέμπουν το 9% των παγκόσμιων εκπομπών CO2. Στο στόχαστρο μπαίνει και η Βρετανία, η οποία αναμένεται να απειληθεί μελλοντικά από καύσωνες, πλημμύρες και ρύπανση τους εδάφους και των υδάτων. Περισσότερα από 850 εκατομμύρια παιδιά σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή το 1 στα 3, ζουν σε περιοχές που θα κληθούν να ανταπεξέλθουν σε αντίστοιχες προκλήσεις, επισημαίνεται στην έκθεση. Η Φορ συνέχισε: «Η κλιματική αλλαγή είναι βαθιά άνιση. Ενώ κανένα παιδί δεν είναι υπεύθυνο για την άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας, αυτά θα αναγκαστούν να πληρώσουν το τίμημα της καταστροφής που άφησαν πίσω τους οι προγενέστεροι. Τα παιδιά από τις χώρες που έχουν και το μικρότερο μερίδιο ευθύνης, θα υποφέρουν περισσότερο από τα υπόλοιπα. Αλλά υπάρχει ακόμα χρόνος για δράση. Η βελτίωση της πρόσβασης των παιδιών σε βασικές υπηρεσίες, όπως το νερό, η υγεία και η εκπαίδευση, μπορεί να αυξήσει σημαντικά την ικανότητά τους να επιβιώσουν από αυτούς τους κλιματικούς κινδύνους. Η UNICEF παροτρύνει τις κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις να ακούσουν τα παιδιά και να δώσουν προτεραιότητα σε δράσεις που θα τα προστατεύσουν από αυτές τις επιπτώσεις, επιταχύνοντας τις εργασίες για τη μείωση των εκπομπών αερίων που τροφοδοτούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου».
  18. Ένα στα τρία παιδιά ζουν σε χώρες, που θα εκτεθούν μελλοντικά σε ακραίες περιβαλλοντικές προκλήσεις - Τρομάζουν τα νούμερα - Πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη έκθεση από Unicef και ΟΗΕ - Δραστική πρέπει να είναι η παρέμβαση για την αποτροπή τους. Νέα έκθεση των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής έρχεται να προκαλέσει ταραχή, αφού μετά τις περιβαλλοντικές καταστροφές, θέτει στο επίκεντρο τα παιδιά. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι οι νέοι που ζουν σε χώρες της Αφρικανικής Δημοκρατίας, όπως το Τσαντ, τη Νιγηρία, τη Γουινέα και τη Γουινέα Μπισάου είναι πιο πιθανό να επηρεαστούν από έναν «θανατηφόρο» συνδυασμό έκθεσης σε κλιματικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, εκτός από την ανεπαρκή υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση. Η Υποσαχάρια Αφρική αφορά στις 24 από τις συνολικά 33 χώρες, όπου τα παιδιά ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο από τις κλιματικές αλλαγές, μεταξύ των οποίων κυκλώνες και καύσωνες, την στιγμή που στερούνται της πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, όπως εκείνες της ύδρευσης και της στέγασης. Ο «Παιδικός Δείκτης Κινδύνου» για το κλίμα από τον ΟΗΕ και την Unicef είναι η πρώτη ολοκληρωμένη ανάλυση του σχετικά με τον κλιματικό κίνδυνο. Διαπιστώθηκε ότι σχεδόν τα μισά από τα 2,2 δισεκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως ζουν σε χώρες που μπαίνουν στη λίστα «εξαιρετικά υψηλού κινδύνου». Greta and eight young activists reveal how the climate crisis is shaping their lives | UNICEF «Για πρώτη φορά έχουμε πλήρη εικόνα για το πού και το πώς τα παιδιά καθίστανται ευάλωτα στις περιβαλλοντικές μεταβολές και τα αποτελέσματα είναι τρομακτικά», δήλωσε η Ενριέττα Φορ, εκτελεστική διευθύντρια της UNICEF. Αυτό που αποκαλύπτει επίσης η έκθεση είναι ότι οι χώρες που θα αντιμετωπίσουν τις χειρότερες συνέπειες από την κλιματική αλλαγή είναι αυτές που κατέγραψαν τα χαμηλότερα επίπεδα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Συνολικά τα 33 έθνη που ανήκουν στην ζώνη «εξαιρετικά υψηλού κινδύνου» εκπέμπουν το 9% των παγκόσμιων εκπομπών CO2. Στο στόχαστρο μπαίνει και η Βρετανία, η οποία αναμένεται να απειληθεί μελλοντικά από καύσωνες, πλημμύρες και ρύπανση τους εδάφους και των υδάτων. Περισσότερα από 850 εκατομμύρια παιδιά σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή το 1 στα 3, ζουν σε περιοχές που θα κληθούν να ανταπεξέλθουν σε αντίστοιχες προκλήσεις, επισημαίνεται στην έκθεση. Η Φορ συνέχισε: «Η κλιματική αλλαγή είναι βαθιά άνιση. Ενώ κανένα παιδί δεν είναι υπεύθυνο για την άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας, αυτά θα αναγκαστούν να πληρώσουν το τίμημα της καταστροφής που άφησαν πίσω τους οι προγενέστεροι. Τα παιδιά από τις χώρες που έχουν και το μικρότερο μερίδιο ευθύνης, θα υποφέρουν περισσότερο από τα υπόλοιπα. Αλλά υπάρχει ακόμα χρόνος για δράση. Η βελτίωση της πρόσβασης των παιδιών σε βασικές υπηρεσίες, όπως το νερό, η υγεία και η εκπαίδευση, μπορεί να αυξήσει σημαντικά την ικανότητά τους να επιβιώσουν από αυτούς τους κλιματικούς κινδύνους. Η UNICEF παροτρύνει τις κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις να ακούσουν τα παιδιά και να δώσουν προτεραιότητα σε δράσεις που θα τα προστατεύσουν από αυτές τις επιπτώσεις, επιταχύνοντας τις εργασίες για τη μείωση των εκπομπών αερίων που τροφοδοτούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου». View full είδηση
  19. Οι επενδύσεις στη γεωθερμία αποτελούν μέχρι στιγμής μια αναξιοποίητη ευκαιρία σε έναν κόσμο όπου οι ανανεώσιμες πηγές διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία. Αν και πολλοί διεθνείς ενεργειακοί κολοσσοί επανεξετάζουν την πολιτική τους απέναντι στη γεωθερμική ενέργεια και κάνουν κάποια βήματα προσέγγισης (ή επαναπροσέγγισης), ο τομέας δεν έχει έχει ακόμη αξιοποιήσει πλήρως το παγκόσμιο δυναμικό του. Το κενό αυτό δεν είναι τυχαίο καθώς βασικά ζητήματα εμποδίζουν την ευρεία διάδοση γεωθερμικών έργων. Το κυριότερο από αυτά είναι το κόστος της αρχικής επένδυσης, το οποίο, παρ’ ότι βαίνει μειούμενο λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, εξακολουθεί να είναι αρκετά υψηλό. Για παράδειγμα, στην Κένυα εκτιμάται ότι για να τρυπηθεί ένα μόνο γεωθερμικό πηγάδι μπορεί να απαιτούνται έως και 6 εκατομμύρια δολάρια. Έτσι, ενώ η γεωθερμική ενέργεια θεωρείται γενικά πιο αξιόπιστη μορφή ανανεώσιμης ενέργειας σε σχέση με την ηλιακή, την αιολική ή την υδροηλεκτρική - πηγές που βασίζονται σε πιο μεταβλητά στοιχεία όπως η ηλιοφάνεια, π άνεμος ή ροή νερού - το κόστος της υλοποίησης αντίστοιχων έργων την καθιστά δυσπρόσιτη. Πέραν του κόστους, όμως, αποθαρρυντικά λειτουργεί και η έλλειψη επιπλέον κινήτρων, οικονομικών, φορολογικών και θεσμικών, τα οποία θα έδιναν ώθηση στην ανάπτυξη με αποτέλεσμα οι επενδυτές να παραμένουν διστακτικοί στην υλοποίηση τέτοιων επενδύσεων. «Η γεωθερμία έχει τεράστιο δυναμικό για χώρες όπως η Ινδονησία και οι Φιλιππίνες, όπου υπάρχει προηγμένη τεχνολογία για να παραχθεί ενέργεια από μια πηγή θερμότητας βαθιά μέσα στη γη», δήλωσε Ο KK Ralhan, πρόεδρος του ομίλου Kaltimex Group ενώ σημειώνει ότι «για να συνειδητοποιήσουν αυτό το δυναμικό, οι κυβερνήσεις πρέπει να εντείνουν τις μεταρρυθμίσεις και να παράσχουν επαρκή κίνητρα, είτε πρόκειται για τιμολόγια τροφοδοσίας είτε για φοροαπαλλαγές, για να διασφαλίσουν ότι αυτό είναι οικονομικά βιώσιμο για τους επιχειρηματίες». Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), η παγκόσμια γεωθερμική ικανότητα δεν είναι σε καλό δρόμο για την επίτευξη των στόχων του ΟΗΕ για βιώσιμη ανάπτυξη ο οποίος θέτει την παραγωγή στις 162 TWh και 282 TWh έως το 2025 και το 2030, αντίστοιχα. Η παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από γεωθερμία ανήλθε στα 92 TWh το 2019, σύμφωνα με τον IEA, πολύ κάτω από τα συγκρίσιμα στατιστικά στοιχεία για την υδροηλεκτρική ενέργεια (4333 TWh), την αιολική ενέργεια (1390 TWh) και την ηλιακή ενέργεια (720 TWh). Η ευκαιρία για τις αναδυόμενες αγορές Ενώ οι ΗΠΑ θεωρούνται ο κορυφαίος παραγωγός γεωθερμικής ενέργειας στον κόσμο, οι αναδυόμενες αγορές παίζουν βασικό ρόλο στη διεθνή σκηνή, με την Ινδονησία και τις Φιλιππίνες να αντιπροσωπεύουν από μόνες τους το 25% περίπου της παγκόσμιας παραγωγής γεωθερμικής ενέργειας. Μάλιστα, με εγκατεστημένη ισχύ περίπου 2100 MW, η Ινδονησία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο και βρίσκεται σε καλό δρόμο για να ξεπεράσει τις ΗΠΑ μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Για να επιτευχθεί αυτό, η κυβέρνηση εφάρμοσε μια σειρά κινήτρων για να ενθαρρύνει την ανάπτυξη. Αυτά περιλαμβάνουν ένα νόμο (Νοέμβριος 2020) που απλοποίησε τη διαδικασία έγκρισης γεωθερμικών έργων και αφαίρεσε ένα τέλος παραγωγής για τη χρήση γεωθερμικών πόρων ενώ έχουν εισαχθεί ορισμένα οικονομικά κίνητρα όπως φορολογικές ελαφρύνσεις ή απαλλαγές. Στις Φιλιππίνες περίπου τα τρία τέταρτα της ενέργειας παράγεται από ορυκτά καύσιμα, σε σύγκριση με το 12% από γεωθερμικές πηγές. Ωστόσο, η γεωθερμία αναμένεται να αποτελέσει τη μεγαλύτερη ανανεώσιμη πηγή ενέργειας έως το 2030 και η χώρα σχεδιάζει να διπλασιάσει τη χωρητικότητά της έως το 2040 (η οποία βρίσκεται μόλις κάτω από τα 2000 MW αυτήν τη στιγμή). View full είδηση
  20. Οι επενδύσεις στη γεωθερμία αποτελούν μέχρι στιγμής μια αναξιοποίητη ευκαιρία σε έναν κόσμο όπου οι ανανεώσιμες πηγές διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία. Αν και πολλοί διεθνείς ενεργειακοί κολοσσοί επανεξετάζουν την πολιτική τους απέναντι στη γεωθερμική ενέργεια και κάνουν κάποια βήματα προσέγγισης (ή επαναπροσέγγισης), ο τομέας δεν έχει έχει ακόμη αξιοποιήσει πλήρως το παγκόσμιο δυναμικό του. Το κενό αυτό δεν είναι τυχαίο καθώς βασικά ζητήματα εμποδίζουν την ευρεία διάδοση γεωθερμικών έργων. Το κυριότερο από αυτά είναι το κόστος της αρχικής επένδυσης, το οποίο, παρ’ ότι βαίνει μειούμενο λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, εξακολουθεί να είναι αρκετά υψηλό. Για παράδειγμα, στην Κένυα εκτιμάται ότι για να τρυπηθεί ένα μόνο γεωθερμικό πηγάδι μπορεί να απαιτούνται έως και 6 εκατομμύρια δολάρια. Έτσι, ενώ η γεωθερμική ενέργεια θεωρείται γενικά πιο αξιόπιστη μορφή ανανεώσιμης ενέργειας σε σχέση με την ηλιακή, την αιολική ή την υδροηλεκτρική - πηγές που βασίζονται σε πιο μεταβλητά στοιχεία όπως η ηλιοφάνεια, π άνεμος ή ροή νερού - το κόστος της υλοποίησης αντίστοιχων έργων την καθιστά δυσπρόσιτη. Πέραν του κόστους, όμως, αποθαρρυντικά λειτουργεί και η έλλειψη επιπλέον κινήτρων, οικονομικών, φορολογικών και θεσμικών, τα οποία θα έδιναν ώθηση στην ανάπτυξη με αποτέλεσμα οι επενδυτές να παραμένουν διστακτικοί στην υλοποίηση τέτοιων επενδύσεων. «Η γεωθερμία έχει τεράστιο δυναμικό για χώρες όπως η Ινδονησία και οι Φιλιππίνες, όπου υπάρχει προηγμένη τεχνολογία για να παραχθεί ενέργεια από μια πηγή θερμότητας βαθιά μέσα στη γη», δήλωσε Ο KK Ralhan, πρόεδρος του ομίλου Kaltimex Group ενώ σημειώνει ότι «για να συνειδητοποιήσουν αυτό το δυναμικό, οι κυβερνήσεις πρέπει να εντείνουν τις μεταρρυθμίσεις και να παράσχουν επαρκή κίνητρα, είτε πρόκειται για τιμολόγια τροφοδοσίας είτε για φοροαπαλλαγές, για να διασφαλίσουν ότι αυτό είναι οικονομικά βιώσιμο για τους επιχειρηματίες». Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), η παγκόσμια γεωθερμική ικανότητα δεν είναι σε καλό δρόμο για την επίτευξη των στόχων του ΟΗΕ για βιώσιμη ανάπτυξη ο οποίος θέτει την παραγωγή στις 162 TWh και 282 TWh έως το 2025 και το 2030, αντίστοιχα. Η παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από γεωθερμία ανήλθε στα 92 TWh το 2019, σύμφωνα με τον IEA, πολύ κάτω από τα συγκρίσιμα στατιστικά στοιχεία για την υδροηλεκτρική ενέργεια (4333 TWh), την αιολική ενέργεια (1390 TWh) και την ηλιακή ενέργεια (720 TWh). Η ευκαιρία για τις αναδυόμενες αγορές Ενώ οι ΗΠΑ θεωρούνται ο κορυφαίος παραγωγός γεωθερμικής ενέργειας στον κόσμο, οι αναδυόμενες αγορές παίζουν βασικό ρόλο στη διεθνή σκηνή, με την Ινδονησία και τις Φιλιππίνες να αντιπροσωπεύουν από μόνες τους το 25% περίπου της παγκόσμιας παραγωγής γεωθερμικής ενέργειας. Μάλιστα, με εγκατεστημένη ισχύ περίπου 2100 MW, η Ινδονησία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο και βρίσκεται σε καλό δρόμο για να ξεπεράσει τις ΗΠΑ μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Για να επιτευχθεί αυτό, η κυβέρνηση εφάρμοσε μια σειρά κινήτρων για να ενθαρρύνει την ανάπτυξη. Αυτά περιλαμβάνουν ένα νόμο (Νοέμβριος 2020) που απλοποίησε τη διαδικασία έγκρισης γεωθερμικών έργων και αφαίρεσε ένα τέλος παραγωγής για τη χρήση γεωθερμικών πόρων ενώ έχουν εισαχθεί ορισμένα οικονομικά κίνητρα όπως φορολογικές ελαφρύνσεις ή απαλλαγές. Στις Φιλιππίνες περίπου τα τρία τέταρτα της ενέργειας παράγεται από ορυκτά καύσιμα, σε σύγκριση με το 12% από γεωθερμικές πηγές. Ωστόσο, η γεωθερμία αναμένεται να αποτελέσει τη μεγαλύτερη ανανεώσιμη πηγή ενέργειας έως το 2030 και η χώρα σχεδιάζει να διπλασιάσει τη χωρητικότητά της έως το 2040 (η οποία βρίσκεται μόλις κάτω από τα 2000 MW αυτήν τη στιγμή).
  21. Δεν είναι, δυστυχώς, ένα σπάνιο καιρικό φαινόμενο για την Ελλάδα ο πολυήμερος καύσωνας της τελευταίας περιόδου. Οπως καταγράφει το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών από το 1981 μέχρι σήμερα, συνολικά 10 καύσωνες με τα ίδια χαρακτηριστικά, δηλαδή τις υψηλές θερμοκρασίες και τη μεγάλη διάρκεια, έχουν χτυπήσει τη χώρα. Η δημοσιογραφική ομάδα του MIIR, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δημοσιογραφίας Δεδομένων (EDJNET) επεξεργάστηκε κλιματικά δεδομένα του European Centre for Medium – Range Weather Forecasts, συγκρίνοντας τη μέση θερμοκρασία σε όλους τους δήμους της χώρας για τη δεκαετία του 1960 και για τη δεκαετία 2009 – 2018, που αποτυπώνουν με απτό τρόπο τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής. Τα αρχικά δεδομένα έχουν ληφθεί από την υπηρεσία Copernicus, που προσφέρεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αναπτύσσεται από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μεσοπρόθεσμων Μετεωρολογικών Προβλέψεων (ECMWF). Αποτελούνται από μια σύνθεση διαφόρων κλιματολογικών μεταβλητών και περιέχουν επίσης δεδομένα σχετικά με τη θερμοκρασία που μετράται στα 2 μέτρα από το επίπεδο του εδάφους. Πρόκειται για μια πολύ πλούσια βάση στοιχείων, καθώς αποτελείται από σχεδόν 97 δισεκατομμύρια σημεία δεδομένων: 1.142.761 χωρικά κύτταρα, το καθένα με 4 μετρήσεις θερμοκρασίας που καλύπτουν χρονικό διάστημα 58 ετών (από 01/01/1961 έως 31/12/2018). Το αποτέλεσμα, αν και μοιάζει γνωστό, δεν παύει να είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό. Δείτε τον διαδραστικό χάρτη εδώ: https://miir.gr/el/poso-zestoteri-einai-kathe-periochi-tis-elladas-simera-se-schesi-me-ti-dekaetia-toy-60/ Στο 60% των ευρωπαϊκών δήμων, η μέση θερμοκρασία έχει αυξηθεί 1-2 βαθμούς Κελσίου τα τελευταία 50 χρόνια (διάμεσος 1,68°C αύξηση). Σε πάνω από 35.000 ευρωπαϊκούς δήμους (το 1/3 των δήμων της ηπείρου), η μέση θερμοκρασία έχει αυξηθεί πάνω από 2°C. Μόλις 73 γεωγραφικές ευρωπαϊκές περιφέρειες σε ένα σύνολο 102.445 καταγράφουν έστω μια μικρή μείωση της θερμοκρασίας την ίδια περίοδο. Στην Ελλάδα, από τις 20 πόλεις με τον μεγαλύτερο πληθυσμό, τη μεγαλύτερη αύξηση θερμοκρασίας έχουν κατά σειρά: Tα Χανιά (+2,26°C), η Λαμία (+1,94 °C), τα Τρίκαλα (+1,84 °C), η Αθήνα (+1,73°C), οι Σέρρες (+1,52 °C) και η Θεσσαλονίκη (+1,48 °C). Σε όλη τη χώρα, τις μεγαλύτερες αυξήσεις έχουν ο δήμος Τυμπακίου (+2,81°C) στον νομό Ηρακλείου, το παραθαλάσσιο χωριό Καμηλάρι στη νότια Κρήτη (+2,71 °C) και το χωριό Πιτσίδια (+2,71 °C), στον νομό Ηρακλείου και αυτό. Μπορεί μια αύξηση π.χ. της τάξης του 1,5 βαθμού, όπως συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη και στην Κατερίνη, να φαντάζει μικρή, όμως στην πραγματικότητα πρόκειται για δραματική αλλαγή. Για παράδειγμα, κάτι τέτοιο έχει ως αποτέλεσμα 20 ημέρες με θερμοκρασία νύχτας άνω των 30 βαθμών, αντί για 5. Αν στα επόμενα χρόνια υπάρξει μια νέα αύξηση 1,5 βαθμού Κελσίου (ιδανικό σενάριο), αυτό θα συνεπάγεται τα εξής: Οι δασικές εκτάσεις που θα καίγονται ετησίως θα αυξηθούν κατά 41%, οι ακραίοι καύσωνες που κανονικά εμφανίζονται μία φορά στα είκοσι χρόνια, θα αυξηθούν κατά 173%, οι ραγδαίες βροχοπτώσεις θα αυξηθούν κατά 10%. Αν αυξηθεί η θερμοκρασία κατά 2 βαθμούς, τότε οι δασικές εκτάσεις που θα καίγονται ετησίως θα αυξηθούν κατά 62%, οι ακραίοι καύσωνες κατά 478% και οι ραγδαίες βροχοπτώσεις κατά 21%. Οι περιοχές της Μεσογείου και της Μ. Ανατολής θα έχουν μείωση κατά 9% στα αποθέματα νερού (στο σενάριο του 1,5 βαθμού αύξησης) και 17% στους 2 βαθμούς. «Τα τελευταία 40 χρόνια, ο αριθμός των καυσώνων έχει τουλάχιστον διπλασιαστεί ή τριπλασιαστεί. Ομως δεν είναι μόνο η θερμοκρασία. Εχουμε παράλληλα λιώσιμο των πάγων, άρα αύξηση του ύψους της θάλασσας, παρουσιάζεται αύξηση σε περιοχές που έχουμε μεγάλες χρονοσειρές στην εμφάνιση των κυκλώνων (π.χ. Ατλαντικός)», εξηγεί ο Νίκος Μιχαλόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Οπως υπογραμμίζει ο ίδιος, «στην Ελλάδα τα δεδομένα δείχνουν μία μείωση στις βροχοπτώσεις. Μία από τις περιοχές που θα πληγεί ιδιαίτερα θα είναι η Κρήτη. Το ανατολικό τμήμα της Ελλάδας θα έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις. Αυξημένη ξηρασία, αυξημένη πιθανότητα πυρκαγιών. Αυτά ήδη φαίνονται. Τις επόμενες δύο δεκαετίες, αν δεν λάβουμε μέτρα, υπάρχει κίνδυνος η θερμοκρασία να φτάσει έως και 3,5 βαθμούς πάνω, το οποίο θα είναι πραγματική καταστροφή. Ο,τι σήμερα είναι ημέρες καύσωνα, στο τέλος του αιώνα θα είναι οι πιο δροσερές μέρες». Πηγή δεδομένων: European Data Journalism Network Αναπαραγωγή σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν το CC BY 4.0 View full είδηση
  22. Δεν είναι, δυστυχώς, ένα σπάνιο καιρικό φαινόμενο για την Ελλάδα ο πολυήμερος καύσωνας της τελευταίας περιόδου. Οπως καταγράφει το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών από το 1981 μέχρι σήμερα, συνολικά 10 καύσωνες με τα ίδια χαρακτηριστικά, δηλαδή τις υψηλές θερμοκρασίες και τη μεγάλη διάρκεια, έχουν χτυπήσει τη χώρα. Η δημοσιογραφική ομάδα του MIIR, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δημοσιογραφίας Δεδομένων (EDJNET) επεξεργάστηκε κλιματικά δεδομένα του European Centre for Medium – Range Weather Forecasts, συγκρίνοντας τη μέση θερμοκρασία σε όλους τους δήμους της χώρας για τη δεκαετία του 1960 και για τη δεκαετία 2009 – 2018, που αποτυπώνουν με απτό τρόπο τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής. Τα αρχικά δεδομένα έχουν ληφθεί από την υπηρεσία Copernicus, που προσφέρεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αναπτύσσεται από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μεσοπρόθεσμων Μετεωρολογικών Προβλέψεων (ECMWF). Αποτελούνται από μια σύνθεση διαφόρων κλιματολογικών μεταβλητών και περιέχουν επίσης δεδομένα σχετικά με τη θερμοκρασία που μετράται στα 2 μέτρα από το επίπεδο του εδάφους. Πρόκειται για μια πολύ πλούσια βάση στοιχείων, καθώς αποτελείται από σχεδόν 97 δισεκατομμύρια σημεία δεδομένων: 1.142.761 χωρικά κύτταρα, το καθένα με 4 μετρήσεις θερμοκρασίας που καλύπτουν χρονικό διάστημα 58 ετών (από 01/01/1961 έως 31/12/2018). Το αποτέλεσμα, αν και μοιάζει γνωστό, δεν παύει να είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό. Δείτε τον διαδραστικό χάρτη εδώ: https://miir.gr/el/poso-zestoteri-einai-kathe-periochi-tis-elladas-simera-se-schesi-me-ti-dekaetia-toy-60/ Στο 60% των ευρωπαϊκών δήμων, η μέση θερμοκρασία έχει αυξηθεί 1-2 βαθμούς Κελσίου τα τελευταία 50 χρόνια (διάμεσος 1,68°C αύξηση). Σε πάνω από 35.000 ευρωπαϊκούς δήμους (το 1/3 των δήμων της ηπείρου), η μέση θερμοκρασία έχει αυξηθεί πάνω από 2°C. Μόλις 73 γεωγραφικές ευρωπαϊκές περιφέρειες σε ένα σύνολο 102.445 καταγράφουν έστω μια μικρή μείωση της θερμοκρασίας την ίδια περίοδο. Στην Ελλάδα, από τις 20 πόλεις με τον μεγαλύτερο πληθυσμό, τη μεγαλύτερη αύξηση θερμοκρασίας έχουν κατά σειρά: Tα Χανιά (+2,26°C), η Λαμία (+1,94 °C), τα Τρίκαλα (+1,84 °C), η Αθήνα (+1,73°C), οι Σέρρες (+1,52 °C) και η Θεσσαλονίκη (+1,48 °C). Σε όλη τη χώρα, τις μεγαλύτερες αυξήσεις έχουν ο δήμος Τυμπακίου (+2,81°C) στον νομό Ηρακλείου, το παραθαλάσσιο χωριό Καμηλάρι στη νότια Κρήτη (+2,71 °C) και το χωριό Πιτσίδια (+2,71 °C), στον νομό Ηρακλείου και αυτό. Μπορεί μια αύξηση π.χ. της τάξης του 1,5 βαθμού, όπως συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη και στην Κατερίνη, να φαντάζει μικρή, όμως στην πραγματικότητα πρόκειται για δραματική αλλαγή. Για παράδειγμα, κάτι τέτοιο έχει ως αποτέλεσμα 20 ημέρες με θερμοκρασία νύχτας άνω των 30 βαθμών, αντί για 5. Αν στα επόμενα χρόνια υπάρξει μια νέα αύξηση 1,5 βαθμού Κελσίου (ιδανικό σενάριο), αυτό θα συνεπάγεται τα εξής: Οι δασικές εκτάσεις που θα καίγονται ετησίως θα αυξηθούν κατά 41%, οι ακραίοι καύσωνες που κανονικά εμφανίζονται μία φορά στα είκοσι χρόνια, θα αυξηθούν κατά 173%, οι ραγδαίες βροχοπτώσεις θα αυξηθούν κατά 10%. Αν αυξηθεί η θερμοκρασία κατά 2 βαθμούς, τότε οι δασικές εκτάσεις που θα καίγονται ετησίως θα αυξηθούν κατά 62%, οι ακραίοι καύσωνες κατά 478% και οι ραγδαίες βροχοπτώσεις κατά 21%. Οι περιοχές της Μεσογείου και της Μ. Ανατολής θα έχουν μείωση κατά 9% στα αποθέματα νερού (στο σενάριο του 1,5 βαθμού αύξησης) και 17% στους 2 βαθμούς. «Τα τελευταία 40 χρόνια, ο αριθμός των καυσώνων έχει τουλάχιστον διπλασιαστεί ή τριπλασιαστεί. Ομως δεν είναι μόνο η θερμοκρασία. Εχουμε παράλληλα λιώσιμο των πάγων, άρα αύξηση του ύψους της θάλασσας, παρουσιάζεται αύξηση σε περιοχές που έχουμε μεγάλες χρονοσειρές στην εμφάνιση των κυκλώνων (π.χ. Ατλαντικός)», εξηγεί ο Νίκος Μιχαλόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Οπως υπογραμμίζει ο ίδιος, «στην Ελλάδα τα δεδομένα δείχνουν μία μείωση στις βροχοπτώσεις. Μία από τις περιοχές που θα πληγεί ιδιαίτερα θα είναι η Κρήτη. Το ανατολικό τμήμα της Ελλάδας θα έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις. Αυξημένη ξηρασία, αυξημένη πιθανότητα πυρκαγιών. Αυτά ήδη φαίνονται. Τις επόμενες δύο δεκαετίες, αν δεν λάβουμε μέτρα, υπάρχει κίνδυνος η θερμοκρασία να φτάσει έως και 3,5 βαθμούς πάνω, το οποίο θα είναι πραγματική καταστροφή. Ο,τι σήμερα είναι ημέρες καύσωνα, στο τέλος του αιώνα θα είναι οι πιο δροσερές μέρες». Πηγή δεδομένων: European Data Journalism Network Αναπαραγωγή σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν το CC BY 4.0
  23. Η άνοδος της ατμοσφαιρικής θερμοκρασίας και της στάθμης της θάλασσας, η μονιμοποίηση των τυφώνων και των πλημμυρών και πολυποίκιλοι παράγοντες που οφείλονται στο φαινόμενο του θερμοκηπίου καταπονούν τα δομικά υλικά των πάσης φύσεως κατασκευών, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οι αρχιτέκτονες και οι μηχανικοί σχεδιάζουν κτίρια και άλλες κατασκευές, όπως γέφυρες, για να λειτουργούν εντός των παραμέτρων του τοπικού κλίματος. Είναι κατασκευασμένα με υλικά και ακολουθούν πρότυπα σχεδίασης που μπορούν να αντέξουν το αναμενόμενο εύρος θερμοκρασιών, βροχοπτώσεων, χιονιού και ανέμων, καθώς και οποιωνδήποτε γεωλογικών ζητημάτων όπως οι σεισμοί, οι καθιζήσεις και τα επίπεδα των υπόγειων υδάτων. Οταν ξεπεραστεί οποιαδήποτε από αυτές τις παραμέτρους, πιθανότατα κάποια στοιχεία του κτιρίου θα αποτύχουν. Εάν υπάρχουν ισχυροί άνεμοι, ορισμένα πλακίδια οροφής μπορεί να αποκολληθούν. Εάν, έπειτα από μέρες έντονης βροχής, ο υδροφόρος ορίζοντας ανεβεί, το υπόγειο μπορεί να πλημμυρίσει. Ωστόσο, αφού περάσει το συμβάν, η ζημιά μπορεί να αποκατασταθεί και πρόσθετα μέτρα μπορούν να μειώσουν την επανεμφάνιση του κινδύνου. Ομως, νέα δεδομένα που αφορούν ορισμένες αλλαγές, όπως τις υψηλότερες μέσες ατμοσφαιρικές θερμοκρασίες και την αυξημένη υγρασία, εμφανίζουν μια τάση μονιμοποίησης. Για παράδειγμα, αυτό που προηγουμένως θεωρούσαμε πλημμύρα που συμβαίνει μια φορά τον αιώνα μπορεί να γίνει ένα συνηθέστερο περιστατικό. Μερικές από αυτές τις επιπτώσεις είναι αρκετά προφανείς. Τα σπίτια θα είναι πιο επιρρεπή στην υπερθέρμανση, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των κατοίκων, κάτι που συνέβη κατά τη διάρκεια του πρόσφατου «θερμικού θόλου» στη Βόρεια Αμερική. Η αυξημένη συχνότητα των πλημμυρών και το πλημμύρισμα μεγαλύτερων περιοχών ενδέχεται να οδηγήσει στην εγκατάλειψή τους. Τήξη υλικών Σε κάποιο βαθμό, αυτές οι επιπτώσεις θα εντοπιστούν και θα μπορούσαν να περιοριστούν, με αρκετά απλές θεραπείες. Για παράδειγμα, η υπερθέρμανση μπορεί να μειωθεί με σκίαση παραθύρων με τέντες ή περσίδες, καλή μόνωση και άφθονο αερισμό. Ισως πιο ανησυχητικές είναι οι ύπουλες επιπτώσεις των προαναφερόμενων φαινομένων που υπονομεύουν σταδιακά τις βασικές λειτουργίες ενός κτιρίου με λιγότερο φανερούς τρόπους, γράφει στο Conversation ο Ραν Μπόιντελ, λέκτορας στη Βιώσιμη Ανάπτυξη στο Πανεπιστήμιο Χέριοτ-Βατ. Τα υλικά διαστέλλονται καθώς θερμαίνονται, ειδικά τα μέταλλα, τα οποία μπορούν να λυγίσουν μόλις ξεπεραστεί η σχεδιασμένη αντοχή τους. Για έναν ουρανοξύστη στο Σενζέν της Κίνας, οι υψηλές θερμοκρασίες κατηγορήθηκαν εν μέρει για την ανατάραξη της δομής, αναγκάζοντας την εκκένωσή του, καθώς ο χαλύβδινος σκελετός «τεντώθηκε» με τη ζέστη. Οι ακραίες θερμοκρασίες μπορούν ακόμη και να προκαλέσουν τήξη υλικών, με αποτέλεσμα οι δρόμοι να «αιμορραγούν» καθώς το επιφανειακό στρώμα της πίσσας μαλακώνει. Η καθίζηση –όταν το έδαφος κάτω από μια δομή υποχωρεί, προκαλώντας τη ρωγμή ή την κατάρρευσή του– αναμένεται επίσης να συμβαίνει συχνότερα σε έναν θερμότερο κόσμο. Τα κτίρια με θεμέλια σε αργιλώδη εδάφη είναι ιδιαίτερα ευάλωτα, καθώς τα εδάφη διογκώνονται όταν απορροφούν νερό και στη συνέχεια σκληραίνουν και συρρικνώνονται καθώς στεγνώνουν. Αυτό θα επιδεινωθεί με την αλλαγή των μοτίβων των βροχοπτώσεων. Για τα επόμενα 50 χρόνια, για παράδειγμα, αναμένεται ότι περισσότερο από το 10% των ακινήτων στη Βρετανία θα επηρεαστούν από καθίζηση. Μπετόν με «καρκίνο» Ισως η μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι αυτά τα φαινόμενα θα επηρεάσουν το οπλισμένο σκυρόδεμα, ένα από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα υλικά στη Γη. Χρησιμοποιείται σε όλα, από ουρανοξύστες και γέφυρες έως τα υπέρθυρα πάνω από τα παράθυρα στα σπίτια. Το οπλισμένο σκυρόδεμα κατασκευάζεται με την τοποθέτηση χαλύβδινων ράβδων μέσα σε ένα καλούπι και την πρόσθεση υγρού σκυροδέματος. Μόλις στεγνώσει, παράγει απίστευτα ισχυρές κατασκευές. Ομως, ένα θερμότερο υγρό κλίμα θα καταστρέψει την αντοχή αυτού του υλικού. Οταν ο χάλυβας μέσα στο σκυρόδεμα βραχεί, σκουριάζει και διαστέλλεται, σπάει το σκυρόδεμα και εξασθενεί τη δομή σε μια διαδικασία που μερικές φορές αναφέρεται ως «καρκίνος του σκυροδέματος». Τα κτίρια σε παράκτιες περιοχές είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα καθώς το χλωρίδιο στο αλμυρό νερό επιταχύνει τη σκουριά. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα ανεβάσει τον υδροφόρο ορίζοντα και θα τον καταστήσει πιο αλμυρό, επηρεάζοντας τα θεμέλια των κτιρίων, ενώ η διασπορά του αλατιού θα εξαπλωθεί περαιτέρω με ισχυρότερους ανέμους. Η ενανθράκωση Ταυτόχρονα, το σκυρόδεμα επηρεάζεται από την ενανθράκωση, μια διαδικασία όπου το διοξείδιο του άνθρακα από τον αέρα αντιδρά με το τσιμέντο για να σχηματίσει ένα διαφορετικό χημικό στοιχείο, το ανθρακικό ασβέστιο. Αυτό μειώνει το pH του σκυροδέματος, καθιστώντας τον χάλυβα ακόμη πιο επιρρεπή στη διάβρωση. Από τη δεκαετία του 1950, τα παγκόσμια επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχουν αυξηθεί από περίπου 300 μέρη ανά εκατομμύριο σε πάνω από 400. Περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα σημαίνει περισσότερη ενανθράκωση. Επί της ουσίας, προκύπτει μια αφύπνιση για την ευθραυστότητα των υπαρχόντων κτιρίων. Αλλά, πέραν αυτού, τα δεδομένα δείχνουν ότι ο πλούτος δεν προστατεύει από τις επιπτώσεις των έντονων κλιματικών φαινομένων που χτυπούν αδιάκριτα. Τα πλούσια έθνη έχουν την οικονομική δυνατότητα να προσαρμοστούν πιο γρήγορα και να μετριάσουν αυτές τις επιπτώσεις, αλλά δεν μπορούν να τις σταματήσουν στα σύνορα. Τα κτίρια είναι ευάλωτα σε αυτές τις επιπτώσεις, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται στον κόσμο και, αν μη τι άλλο, τα σύγχρονα κτίρια των ανεπτυγμένων χωρών έχουν περισσότερα πράγματα που μπορούν να πάνε στραβά, παρά οι απλούστερες παραδοσιακές κατασκευές.
  24. Η άνοδος της ατμοσφαιρικής θερμοκρασίας και της στάθμης της θάλασσας, η μονιμοποίηση των τυφώνων και των πλημμυρών και πολυποίκιλοι παράγοντες που οφείλονται στο φαινόμενο του θερμοκηπίου καταπονούν τα δομικά υλικά των πάσης φύσεως κατασκευών, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οι αρχιτέκτονες και οι μηχανικοί σχεδιάζουν κτίρια και άλλες κατασκευές, όπως γέφυρες, για να λειτουργούν εντός των παραμέτρων του τοπικού κλίματος. Είναι κατασκευασμένα με υλικά και ακολουθούν πρότυπα σχεδίασης που μπορούν να αντέξουν το αναμενόμενο εύρος θερμοκρασιών, βροχοπτώσεων, χιονιού και ανέμων, καθώς και οποιωνδήποτε γεωλογικών ζητημάτων όπως οι σεισμοί, οι καθιζήσεις και τα επίπεδα των υπόγειων υδάτων. Οταν ξεπεραστεί οποιαδήποτε από αυτές τις παραμέτρους, πιθανότατα κάποια στοιχεία του κτιρίου θα αποτύχουν. Εάν υπάρχουν ισχυροί άνεμοι, ορισμένα πλακίδια οροφής μπορεί να αποκολληθούν. Εάν, έπειτα από μέρες έντονης βροχής, ο υδροφόρος ορίζοντας ανεβεί, το υπόγειο μπορεί να πλημμυρίσει. Ωστόσο, αφού περάσει το συμβάν, η ζημιά μπορεί να αποκατασταθεί και πρόσθετα μέτρα μπορούν να μειώσουν την επανεμφάνιση του κινδύνου. Ομως, νέα δεδομένα που αφορούν ορισμένες αλλαγές, όπως τις υψηλότερες μέσες ατμοσφαιρικές θερμοκρασίες και την αυξημένη υγρασία, εμφανίζουν μια τάση μονιμοποίησης. Για παράδειγμα, αυτό που προηγουμένως θεωρούσαμε πλημμύρα που συμβαίνει μια φορά τον αιώνα μπορεί να γίνει ένα συνηθέστερο περιστατικό. Μερικές από αυτές τις επιπτώσεις είναι αρκετά προφανείς. Τα σπίτια θα είναι πιο επιρρεπή στην υπερθέρμανση, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των κατοίκων, κάτι που συνέβη κατά τη διάρκεια του πρόσφατου «θερμικού θόλου» στη Βόρεια Αμερική. Η αυξημένη συχνότητα των πλημμυρών και το πλημμύρισμα μεγαλύτερων περιοχών ενδέχεται να οδηγήσει στην εγκατάλειψή τους. Τήξη υλικών Σε κάποιο βαθμό, αυτές οι επιπτώσεις θα εντοπιστούν και θα μπορούσαν να περιοριστούν, με αρκετά απλές θεραπείες. Για παράδειγμα, η υπερθέρμανση μπορεί να μειωθεί με σκίαση παραθύρων με τέντες ή περσίδες, καλή μόνωση και άφθονο αερισμό. Ισως πιο ανησυχητικές είναι οι ύπουλες επιπτώσεις των προαναφερόμενων φαινομένων που υπονομεύουν σταδιακά τις βασικές λειτουργίες ενός κτιρίου με λιγότερο φανερούς τρόπους, γράφει στο Conversation ο Ραν Μπόιντελ, λέκτορας στη Βιώσιμη Ανάπτυξη στο Πανεπιστήμιο Χέριοτ-Βατ. Τα υλικά διαστέλλονται καθώς θερμαίνονται, ειδικά τα μέταλλα, τα οποία μπορούν να λυγίσουν μόλις ξεπεραστεί η σχεδιασμένη αντοχή τους. Για έναν ουρανοξύστη στο Σενζέν της Κίνας, οι υψηλές θερμοκρασίες κατηγορήθηκαν εν μέρει για την ανατάραξη της δομής, αναγκάζοντας την εκκένωσή του, καθώς ο χαλύβδινος σκελετός «τεντώθηκε» με τη ζέστη. Οι ακραίες θερμοκρασίες μπορούν ακόμη και να προκαλέσουν τήξη υλικών, με αποτέλεσμα οι δρόμοι να «αιμορραγούν» καθώς το επιφανειακό στρώμα της πίσσας μαλακώνει. Η καθίζηση –όταν το έδαφος κάτω από μια δομή υποχωρεί, προκαλώντας τη ρωγμή ή την κατάρρευσή του– αναμένεται επίσης να συμβαίνει συχνότερα σε έναν θερμότερο κόσμο. Τα κτίρια με θεμέλια σε αργιλώδη εδάφη είναι ιδιαίτερα ευάλωτα, καθώς τα εδάφη διογκώνονται όταν απορροφούν νερό και στη συνέχεια σκληραίνουν και συρρικνώνονται καθώς στεγνώνουν. Αυτό θα επιδεινωθεί με την αλλαγή των μοτίβων των βροχοπτώσεων. Για τα επόμενα 50 χρόνια, για παράδειγμα, αναμένεται ότι περισσότερο από το 10% των ακινήτων στη Βρετανία θα επηρεαστούν από καθίζηση. Μπετόν με «καρκίνο» Ισως η μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι αυτά τα φαινόμενα θα επηρεάσουν το οπλισμένο σκυρόδεμα, ένα από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα υλικά στη Γη. Χρησιμοποιείται σε όλα, από ουρανοξύστες και γέφυρες έως τα υπέρθυρα πάνω από τα παράθυρα στα σπίτια. Το οπλισμένο σκυρόδεμα κατασκευάζεται με την τοποθέτηση χαλύβδινων ράβδων μέσα σε ένα καλούπι και την πρόσθεση υγρού σκυροδέματος. Μόλις στεγνώσει, παράγει απίστευτα ισχυρές κατασκευές. Ομως, ένα θερμότερο υγρό κλίμα θα καταστρέψει την αντοχή αυτού του υλικού. Οταν ο χάλυβας μέσα στο σκυρόδεμα βραχεί, σκουριάζει και διαστέλλεται, σπάει το σκυρόδεμα και εξασθενεί τη δομή σε μια διαδικασία που μερικές φορές αναφέρεται ως «καρκίνος του σκυροδέματος». Τα κτίρια σε παράκτιες περιοχές είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα καθώς το χλωρίδιο στο αλμυρό νερό επιταχύνει τη σκουριά. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα ανεβάσει τον υδροφόρο ορίζοντα και θα τον καταστήσει πιο αλμυρό, επηρεάζοντας τα θεμέλια των κτιρίων, ενώ η διασπορά του αλατιού θα εξαπλωθεί περαιτέρω με ισχυρότερους ανέμους. Η ενανθράκωση Ταυτόχρονα, το σκυρόδεμα επηρεάζεται από την ενανθράκωση, μια διαδικασία όπου το διοξείδιο του άνθρακα από τον αέρα αντιδρά με το τσιμέντο για να σχηματίσει ένα διαφορετικό χημικό στοιχείο, το ανθρακικό ασβέστιο. Αυτό μειώνει το pH του σκυροδέματος, καθιστώντας τον χάλυβα ακόμη πιο επιρρεπή στη διάβρωση. Από τη δεκαετία του 1950, τα παγκόσμια επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχουν αυξηθεί από περίπου 300 μέρη ανά εκατομμύριο σε πάνω από 400. Περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα σημαίνει περισσότερη ενανθράκωση. Επί της ουσίας, προκύπτει μια αφύπνιση για την ευθραυστότητα των υπαρχόντων κτιρίων. Αλλά, πέραν αυτού, τα δεδομένα δείχνουν ότι ο πλούτος δεν προστατεύει από τις επιπτώσεις των έντονων κλιματικών φαινομένων που χτυπούν αδιάκριτα. Τα πλούσια έθνη έχουν την οικονομική δυνατότητα να προσαρμοστούν πιο γρήγορα και να μετριάσουν αυτές τις επιπτώσεις, αλλά δεν μπορούν να τις σταματήσουν στα σύνορα. Τα κτίρια είναι ευάλωτα σε αυτές τις επιπτώσεις, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται στον κόσμο και, αν μη τι άλλο, τα σύγχρονα κτίρια των ανεπτυγμένων χωρών έχουν περισσότερα πράγματα που μπορούν να πάνε στραβά, παρά οι απλούστερες παραδοσιακές κατασκευές. View full είδηση
  25. Η ΔΕΠΑ Εμπορίας αποδεικνύει έμπρακτα την προσήλωσή της στην απολιγνιτοποίηση και την ενεργειακή μετάβαση της χώρας προς «καθαρές» μορφές ενέργειας, παρέχοντας καθοριστικής σημασίας στήριξη στην προσπάθεια του δήμου Κοζάνης να ενταχθεί στις «100 κλιματικά ουδέτερες πόλεις έως το 2030» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση της εταιρείας. Η δράση της Ε.Ε. «100 κλιματικά ουδέτερες πόλεις έως το 2030», προωθεί τον μετασχηματισμό τους σε «έξυπνες και ουδέτερες για το κλίμα» πόλεις, υιοθετώντας τρόπους παραγωγής και εξοικονόμησης ενέργειας μέσα από ανανεώσιμες πηγές και προηγμένες τεχνολογίες, με χρήση έξυπνων και ευέλικτων συστημάτων διαχείρισης ενέργειας. Παράλληλα, στοχεύει στην αλλαγή και εμπέδωση μίας νέας κουλτούρας στη συμπεριφορά του πολίτη που σέβεται εμπράκτως το περιβάλλον, φροντίζοντας ταυτόχρονα για τη μείωση του περιβαλλοντικού του αποτυπώματος. Οι επιχειρησιακές κινήσεις της ΔΕΠΑ Εμπορίας στην περιοχή προς αυτήν την κατεύθυνση, αποτελούν πολύτιμο «όπλο» στη φαρέτρα του δήμου Κοζάνης για την ένταξη της πόλης στη δράση αυτή. Η ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης βρίσκεται στο επίκεντρο του νέου business plan της ΔΕΠΑ Εμπορίας για επενδύσεις που αποβλέπουν στη δημιουργία ενός «πράσινου» χαρτοφυλακίου άνω των 200 MW σε φωτοβολταϊκά έργα, τα οποία ανήκουν στην πολυμετοχική εταιρεία North Solar, όπου η ΔΕΠΑ Εμπορίας και η Kiefer είναι βασικοί μέτοχοι. Παράλληλα, η ΔΕΠΑ Εμπορίας έχει αναλάβει τον συντονισμό του IPCEI έργου «White Dragon». Το «White Dragon» θα συνδυάζει την παραγωγή πράσινου υδρογόνου με τη χρήση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, αλλά και τη χρήση της θερμότητας για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των δικτύων τηλεθέρμανσης της Δυτικής Μακεδονίας. Ο πυρήνας του έργου βασίζεται στη σταδιακή αντικατάσταση των λιγνιτικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της Δυτικής Μακεδονίας και τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας με τελικό στόχο την απανθρακοποίηση του ενεργειακού μείγματος της χώρας. Στη συνάντηση του με τον δήμαρχο Κοζάνης, κ. Λάζαρο Μαλούτα, μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας της πόλης, ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΔΕΠΑ Εμπορίας, κ. Κωνσταντίνος Ξιφαράς δήλωσε: «Η ΔΕΠΑ Εμπορίας στηρίζει έμπρακτα τη μετάβαση του Δήμου Κοζάνης στην κλιματική ουδετερότητα. Οι επενδύσεις στην ευρύτερη περιοχή βρίσκονται στον πυρήνα του επιχειρησιακού σχεδιασμού της ΔΕΠΑ Εμπορίας για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας. Η Κοζάνη μπορεί να αναδειχθεί, μαζί με ολόκληρη την περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας, σε πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης για την Ε.Ε.». Ο Δήμαρχος Κοζάνης κ. Λάζαρος Μαλούτας τόνισε ότι «με την πολύτιμη συμβολή της ΔΕΠΑ Εμπορίας, η πόλη της Κοζάνης «χτίζει» μια ισχυρή υποψηφιότητα για την ένταξη της στις 100 κλιματικά ουδέτερες πόλεις έως το 2030. Τα δύο ενεργειακά projects που υλοποιεί η ΔΕΠΑ Εμπορίας, θα έχουν θετικό περιβαλλοντικό, κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα για την Κοζάνη. θα προσελκύσουν σημαντικές και νέες επενδύσεις στον κλάδο των καθαρών τεχνολογιών, και θα δημιουργήσουν νέες βιώσιμες θέσεις εργασίας στην περιοχή. Με την ένταξη του στη δράση της Ε.Ε., ο Δήμος Κοζάνης θα τύχει ευρωπαϊκής προβολής, θα επαναπροσδιορίσει την ταυτότητα του και θα λειτουργήσει ως πρότυπο καλής πρακτικής τόσο σε εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.»
×
×
  • Create New...

Important Information

We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue.