Search the Community
Showing results for tags 'ελλάδα'.
-
Στις 30 πιο δημοφιλείς τοποθεσίες παγκοσμίως, του δείκτη Savills Executive Nomad Index 2025 συγκαταλέγεται η Ελλάδα με την Αθήνα να ανεβαίνει στην 27η θέση και την Κρήτη να λανσάρεται στις πρώτες 15 θέσεις. Πρόκειται για μια ξεχωριστή κατηγορία επιχειρηματιών η ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων που εργάζονται από απόσταση οι οποίοι επιλέγουν τοποθεσίες που προσφέρουν τόσο συνδεσιμότητα όσο ποιότητα ζωής. Οι executitve nomads συνήθως ταξιδεύουν με τις οικογένειές τους και σε αντίθεση με τους τυπικά νεότερους – digital nomads δίνουν προτεραιότητα και στην εκπαίδευση όπως και στην υγειονομική περίθαλψη Οι executive nomads συνήθως νοικιάζουν, με προτεραιότητα μεγάλες πολυτελείς κατοικίες που βρίσκονται σε κεντρικά σημεία των πόλεων. Τα ενοίκια σε αυτή την κατηγορία (prime rents) στις 30 τοποθεσίες που παρακολουθούνται σε αυτόν τον δείκτη αυξήθηκαν κατά μέσο όρο κατά 2,9% φέτος, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη ζήτηση. Η νεοεισερχόμενη στην κατάταξη, Κρήτη προσφέρει τη δεύτερη υψηλότερη ποιότητα ζωής απ’ όλους τους προορισμούς του δείκτη, μαζί με ευνοϊκό μεσογειακό νησιωτικό κλίμα. Η Αθήνα, από την άλλη, προσφέρει πιο προσιτά prime ενοίκια και παραμένει σημαντικός περιφερειακός κόμβος πτήσεων προς την Ευρώπη και πέραν αυτής. Όπως ανέφερε η Δανάη Τσακίρη, Διευθύντρια Τομέα οικιστικών ακινήτων της Savills Ελλάδας, η αεροπορική συνδεσιμότητα, σε συνδυασμό με τον τρόπο ζωής και τη γεωγραφική θέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, έχουν βοηθήσει την Ελλάδα να καταστεί βασικός προορισμός για executive nomads. Σύμφωνα με την κυρία Τσακίρη «η γαστρονομία, η νυχτερινή ζωή, οι αγορές και, φυσικά, ο καιρός της Αθήνας επιτρέπουν να ανταγωνίζεται με άλλες πόλεις της Νότιας Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει πιο προσιτό κόστος ζωής. Οι ξένοι επαγγελματίες έρχονται στην Ελλάδα για να συνδυάσουν έναν ζωντανό τρόπο ζωής, πολιτισμό, υψηλής ποιότητας ακίνητα και πρόσβαση σε καλές διεθνείς σχολές». Καθοριστικά τα προγράμματα visa για digital nomads Τα προγράμματα visa για digital nomads παραμένουν καθοριστικά για την προσέλκυση αυτών των επαγγελματιών. Σήμερα 67 χώρες προσφέρουν κάποια μορφή visa για απομακρυσμένη εργασία. Ωστόσο, ο ρυθμός δημιουργίας νέων προγραμμάτων έχει αρχίσει να επιβραδύνεται ενώ κάποιοι προορισμοί, όπως οι Βερμούδες, έχουν καταργήσει εντελώς τα προγράμματα τους. Η επιβράδυνση αυτή στην ανάπτυξη προγραμμάτων visa έχει αντισταθμιστεί από αγορές που έχουν αναπτύξει νέες στρατηγικές για να προσελκύσουν αυτούς τους χωρίς πατρίδα» (footloose workers) εργαζόμενους. Στην Ελλάδα από το 2021 υπάρχει θεσμικό πλαίσιο για digital nomads – δηλαδή για μη‐Ευρωπαίους πολίτες που εργάζονται απομακρυσμένα για εταιρείες ή πελάτες εκτός Ελλάδας. Συγκεκριμένα με τον Νόμο 4825/2021 θεσπίστηκε ειδική άδεια για πολίτες τρίτων χωρών (non‐EU) που εργάζονται εξ αποστάσεως μέσω τεχνολογίας (ICT), είτε ως εξαρτημένη εργασία, είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή αυτοαπασχολούμενοι, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης/πελάτες δεν βρίσκονται στην Ελλάδα. Η αρχική θεώρηση (visa) εκδίδεται για 12 μήνες. Μετά την πρώτη χρονιά, υπάρχει δυνατότητα αίτησης για άδεια διαμονής (residence permit) με διάρκεια δύο ετών. Οι βασικές προϋποθέσεις για χορήγηση visa είναι το ελάχιστο εισόδημα το οποίο έχει οριστεί στα €3.500 μηνιαίως για τον αιτούντα το οποίο πρέπει να προέρχεται από το εξωτερικό. Αν έχεις σύζυγο ή παιδιά, το ποσό αυξάνεται: +20% για σύζυγο και +15% για κάθε παιδί. Επιπλέον πρέπει να διαθέτει ασφάλιση που να καλύπτει τη διάρκεια της παραμονής στην Ελλάδα για τον ίδιο και την οικογένεια του. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι είναι τα Φορολογικά κίνητρα που προβλέπονται για όσους διαμείνουν 183 ημέρες ή περισσότερο μέσα σε 12 μήνες. Για τους ψηφιακούς νομάδες που αποκτούν το σχετικό καθεστώς (Digital Nomad Visa), προβλέπεται μειωμένος φορολογικός συντελεστής, δηλαδή φορολογείται μόνο το 50% του εισοδήματος για τα πρώτα επτά (7) χρόνια διαμονής. Επιπλέον υπάρχουν συμφωνίες για αποφυγή διπλής φορολογίας με διάφορα κράτη, οι οποίες μπορεί να μειώσουν το βάρος της φορολογίας αν ήδη πληρώνεις φόρους στη χώρα κατοικίας ή προέλευσης. View full είδηση
-
Στις 30 πιο δημοφιλείς τοποθεσίες παγκοσμίως, του δείκτη Savills Executive Nomad Index 2025 συγκαταλέγεται η Ελλάδα με την Αθήνα να ανεβαίνει στην 27η θέση και την Κρήτη να λανσάρεται στις πρώτες 15 θέσεις. Πρόκειται για μια ξεχωριστή κατηγορία επιχειρηματιών η ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων που εργάζονται από απόσταση οι οποίοι επιλέγουν τοποθεσίες που προσφέρουν τόσο συνδεσιμότητα όσο ποιότητα ζωής. Οι executitve nomads συνήθως ταξιδεύουν με τις οικογένειές τους και σε αντίθεση με τους τυπικά νεότερους – digital nomads δίνουν προτεραιότητα και στην εκπαίδευση όπως και στην υγειονομική περίθαλψη Οι executive nomads συνήθως νοικιάζουν, με προτεραιότητα μεγάλες πολυτελείς κατοικίες που βρίσκονται σε κεντρικά σημεία των πόλεων. Τα ενοίκια σε αυτή την κατηγορία (prime rents) στις 30 τοποθεσίες που παρακολουθούνται σε αυτόν τον δείκτη αυξήθηκαν κατά μέσο όρο κατά 2,9% φέτος, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη ζήτηση. Η νεοεισερχόμενη στην κατάταξη, Κρήτη προσφέρει τη δεύτερη υψηλότερη ποιότητα ζωής απ’ όλους τους προορισμούς του δείκτη, μαζί με ευνοϊκό μεσογειακό νησιωτικό κλίμα. Η Αθήνα, από την άλλη, προσφέρει πιο προσιτά prime ενοίκια και παραμένει σημαντικός περιφερειακός κόμβος πτήσεων προς την Ευρώπη και πέραν αυτής. Όπως ανέφερε η Δανάη Τσακίρη, Διευθύντρια Τομέα οικιστικών ακινήτων της Savills Ελλάδας, η αεροπορική συνδεσιμότητα, σε συνδυασμό με τον τρόπο ζωής και τη γεωγραφική θέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, έχουν βοηθήσει την Ελλάδα να καταστεί βασικός προορισμός για executive nomads. Σύμφωνα με την κυρία Τσακίρη «η γαστρονομία, η νυχτερινή ζωή, οι αγορές και, φυσικά, ο καιρός της Αθήνας επιτρέπουν να ανταγωνίζεται με άλλες πόλεις της Νότιας Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει πιο προσιτό κόστος ζωής. Οι ξένοι επαγγελματίες έρχονται στην Ελλάδα για να συνδυάσουν έναν ζωντανό τρόπο ζωής, πολιτισμό, υψηλής ποιότητας ακίνητα και πρόσβαση σε καλές διεθνείς σχολές». Καθοριστικά τα προγράμματα visa για digital nomads Τα προγράμματα visa για digital nomads παραμένουν καθοριστικά για την προσέλκυση αυτών των επαγγελματιών. Σήμερα 67 χώρες προσφέρουν κάποια μορφή visa για απομακρυσμένη εργασία. Ωστόσο, ο ρυθμός δημιουργίας νέων προγραμμάτων έχει αρχίσει να επιβραδύνεται ενώ κάποιοι προορισμοί, όπως οι Βερμούδες, έχουν καταργήσει εντελώς τα προγράμματα τους. Η επιβράδυνση αυτή στην ανάπτυξη προγραμμάτων visa έχει αντισταθμιστεί από αγορές που έχουν αναπτύξει νέες στρατηγικές για να προσελκύσουν αυτούς τους χωρίς πατρίδα» (footloose workers) εργαζόμενους. Στην Ελλάδα από το 2021 υπάρχει θεσμικό πλαίσιο για digital nomads – δηλαδή για μη‐Ευρωπαίους πολίτες που εργάζονται απομακρυσμένα για εταιρείες ή πελάτες εκτός Ελλάδας. Συγκεκριμένα με τον Νόμο 4825/2021 θεσπίστηκε ειδική άδεια για πολίτες τρίτων χωρών (non‐EU) που εργάζονται εξ αποστάσεως μέσω τεχνολογίας (ICT), είτε ως εξαρτημένη εργασία, είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή αυτοαπασχολούμενοι, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης/πελάτες δεν βρίσκονται στην Ελλάδα. Η αρχική θεώρηση (visa) εκδίδεται για 12 μήνες. Μετά την πρώτη χρονιά, υπάρχει δυνατότητα αίτησης για άδεια διαμονής (residence permit) με διάρκεια δύο ετών. Οι βασικές προϋποθέσεις για χορήγηση visa είναι το ελάχιστο εισόδημα το οποίο έχει οριστεί στα €3.500 μηνιαίως για τον αιτούντα το οποίο πρέπει να προέρχεται από το εξωτερικό. Αν έχεις σύζυγο ή παιδιά, το ποσό αυξάνεται: +20% για σύζυγο και +15% για κάθε παιδί. Επιπλέον πρέπει να διαθέτει ασφάλιση που να καλύπτει τη διάρκεια της παραμονής στην Ελλάδα για τον ίδιο και την οικογένεια του. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι είναι τα Φορολογικά κίνητρα που προβλέπονται για όσους διαμείνουν 183 ημέρες ή περισσότερο μέσα σε 12 μήνες. Για τους ψηφιακούς νομάδες που αποκτούν το σχετικό καθεστώς (Digital Nomad Visa), προβλέπεται μειωμένος φορολογικός συντελεστής, δηλαδή φορολογείται μόνο το 50% του εισοδήματος για τα πρώτα επτά (7) χρόνια διαμονής. Επιπλέον υπάρχουν συμφωνίες για αποφυγή διπλής φορολογίας με διάφορα κράτη, οι οποίες μπορεί να μειώσουν το βάρος της φορολογίας αν ήδη πληρώνεις φόρους στη χώρα κατοικίας ή προέλευσης.
-
Η ποιότητα του αέρα σε περιοχές της Μεσογείου ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη το καλοκαίρι του 2025, λόγω των εκτεταμένων δασικών πυρκαγιών, σύμφωνα με ανάλυση της μονάδας METEO του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Βάσει προκαταρκτικών δεδομένων από την Υπηρεσία Παρακολούθησης της Ατμόσφαιρας του Copernicus (CAMS), που επεξεργάστηκε η επιστημονική ομάδα του METEO, οι πιο επιβαρυμένες περιοχές της Ευρώπης όσον αφορά την ποιότητα του αέρα ήταν η Ιβηρική Χερσόνησος (Ισπανία και Πορτογαλία), καθώς και τα Βαλκάνια, με επίκεντρο την Ελλάδα. Όπως φαίνεται στην Εικόνα 1, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων PM₁₀ (σωματίδια με διάμετρο μικρότερη των 10 μικρομέτρων), τα οποία συνδέονται με τις δασικές πυρκαγιές, καταγράφηκαν στην Ισπανία, την Πορτογαλία και τον ελλαδικό χώρο. Οι εκτεταμένες πυρκαγιές που ξέσπασαν φέτος συνέβαλαν καθοριστικά στην επιβάρυνση της ατμόσφαιρας, αυξάνοντας τον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Εικόνα 1. Συνολική ποσότητα αιωρούμενων σωματιδίων PM10 για το καλοκαίρι 2025 στην Ευρώπη από την υπηρεσία CAMS του Copernicus. View full είδηση
-
Η ποιότητα του αέρα σε περιοχές της Μεσογείου ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη το καλοκαίρι του 2025, λόγω των εκτεταμένων δασικών πυρκαγιών, σύμφωνα με ανάλυση της μονάδας METEO του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Βάσει προκαταρκτικών δεδομένων από την Υπηρεσία Παρακολούθησης της Ατμόσφαιρας του Copernicus (CAMS), που επεξεργάστηκε η επιστημονική ομάδα του METEO, οι πιο επιβαρυμένες περιοχές της Ευρώπης όσον αφορά την ποιότητα του αέρα ήταν η Ιβηρική Χερσόνησος (Ισπανία και Πορτογαλία), καθώς και τα Βαλκάνια, με επίκεντρο την Ελλάδα. Όπως φαίνεται στην Εικόνα 1, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων PM₁₀ (σωματίδια με διάμετρο μικρότερη των 10 μικρομέτρων), τα οποία συνδέονται με τις δασικές πυρκαγιές, καταγράφηκαν στην Ισπανία, την Πορτογαλία και τον ελλαδικό χώρο. Οι εκτεταμένες πυρκαγιές που ξέσπασαν φέτος συνέβαλαν καθοριστικά στην επιβάρυνση της ατμόσφαιρας, αυξάνοντας τον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Εικόνα 1. Συνολική ποσότητα αιωρούμενων σωματιδίων PM10 για το καλοκαίρι 2025 στην Ευρώπη από την υπηρεσία CAMS του Copernicus.
-
Στους δείκτες που μπορούν να αξιολογήσουν εάν μια κατοικία είναι φθηνή ή ακριβή εστιάζει το Κέντρο Χρηματοοικονομικής Υπευθυνότητας, που υλοποιείται από τη doValue σε συνεργασία με το Εργαστήριο Χρηματοοικονομικής του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Ο πρώτος είναι ο Δείκτης Τιμής προς Εισόδημα (Price-to-Income Ratio), που μετρά πόσα χρόνια καθαρού ετήσιου εισοδήματος απαιτούνται για την αγορά μιας μέσης κατοικίας. Τιμές μεταξύ 3 και 5 θεωρούνται καλές, 6 έως 8 οριακές και πάνω από 8 πιθανή υπερτίμηση ή φούσκα. Για παράδειγμα, εάν ένα ακίνητο κοστίζει 200.000 ευρώ και το καθαρό ετήσιο εισόδημα ενός νοικοκυριού είναι 20.000 ευρώ, τότε ο δείκτης είναι 10, υποδηλώνοντας υψηλό κόστος σε σχέση με το εισόδημα. Ο δεύτερος είναι ο Δείκτης Τιμής προς Ενοίκιο (Price-to-Rent Ratio), που συγκρίνει την τιμή αγοράς με το ετήσιο ενοίκιο, δείχνοντας ποια επιλογή, αγορά ή ενοικίαση, είναι πιο συμφέρουσα. Επίπεδα 10-15 σημαίνουν ότι συμφέρει η αγορά, 16-20 ισορροπημένη σχέση και πάνω από 20 ότι πιθανόν συμφέρει η ενοικίαση. Αντιστρέφοντας τον δείκτη, υπολογίζεται η ετήσια μικτή απόδοση (yield), π.χ. δείκτης 20 ισοδυναμεί με 5% απόδοση. Αυτοί οι δείκτες δεν αντικαθιστούν τις ατομικές ανάγκες ή προτιμήσεις, αλλά αποτελούν βασικό εργαλείο αποφυγής υπερβολών και λήψης αποφάσεων που στηρίζονται σε δεδομένα και όχι σε προσδοκίες. Οι δείκτες αυτοί, επισημαίνεται, δεν αντικαθιστούν την προσωπική εκτίμηση ή τις ανάγκες του κάθε αγοραστή, αλλά αποτελούν αντικειμενικά εργαλεία για να αξιολογηθεί η αγορά με ψυχραιμία. Η γνώση αυτών των δεικτών βοηθά να αποφύγουμε υπερβολές και «φούσκες» και να στηρίξουμε τις αποφάσεις μας σε δεδομένα, όχι μόνο σε προσδοκίες Η συνδυασμένη χρήση τους βοηθά να εντοπίζονται πιθανές υπερτιμήσεις και να διασφαλίζεται μεγαλύτερη διαφάνεια στην αγορά. Υπάρχουν επίσης αρκετοί αξιόπιστοι δείκτες για την αγορά ακινήτων στην Ελλάδα, οι οποίοι παρέχουν εικόνα για τις τιμές, τις τάσεις και τη δυναμική της αγοράς, είτε για κατοικίες είτε για επαγγελματικά ακίνητα. Αυτοί οι δείκτες δημοσιεύονται από θεσμικούς φορείς, τράπεζες, μεσιτικά δίκτυα και ερευνητικά ιδρύματα. Στο ενημερωτικό σημείωμα αναφέρονται μεταξύ άλλων: Ο Δείκτης Τιμών Κατοικιών – Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) Ο πιο επίσημος και αξιόπιστος δείκτης στην Ελλάδα. Παρέχει στοιχεία για τις τιμές παλαιών και νέων κατοικιών, διαχωρισμένα ανά περιοχή (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, μεγάλες πόλεις, υπόλοιπη χώρα). Ενημερώνεται τριμηνιαία. Διαθέτει ξεχωριστούς δείκτες για ενοίκια, επαγγελματικά ακίνητα, κ.ά. Εμπορικοί Δείκτες Real Estate – ΕΛΣΤΑΤ & ICAP Στατιστικά δεδομένα για νέες οικοδομές, άδειες δόμησης, αξία κατασκευών. Χρήσιμα για παρακολούθηση της οικοδομικής δραστηριότητας. Δείκτες Επενδυτικής Ζήτησης – Enterprise Greece, Golden Visa Stats Δεδομένα για ξένες επενδύσεις σε ακίνητα μέσω Golden Visa. Ενδείξεις για πιέσεις στις τιμές σε συγκεκριμένες περιοχές (π.χ. Αθήνα κέντρο, νότια προάστια, νησιά).
-
Στους δείκτες που μπορούν να αξιολογήσουν εάν μια κατοικία είναι φθηνή ή ακριβή εστιάζει το Κέντρο Χρηματοοικονομικής Υπευθυνότητας, που υλοποιείται από τη doValue σε συνεργασία με το Εργαστήριο Χρηματοοικονομικής του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Ο πρώτος είναι ο Δείκτης Τιμής προς Εισόδημα (Price-to-Income Ratio), που μετρά πόσα χρόνια καθαρού ετήσιου εισοδήματος απαιτούνται για την αγορά μιας μέσης κατοικίας. Τιμές μεταξύ 3 και 5 θεωρούνται καλές, 6 έως 8 οριακές και πάνω από 8 πιθανή υπερτίμηση ή φούσκα. Για παράδειγμα, εάν ένα ακίνητο κοστίζει 200.000 ευρώ και το καθαρό ετήσιο εισόδημα ενός νοικοκυριού είναι 20.000 ευρώ, τότε ο δείκτης είναι 10, υποδηλώνοντας υψηλό κόστος σε σχέση με το εισόδημα. Ο δεύτερος είναι ο Δείκτης Τιμής προς Ενοίκιο (Price-to-Rent Ratio), που συγκρίνει την τιμή αγοράς με το ετήσιο ενοίκιο, δείχνοντας ποια επιλογή, αγορά ή ενοικίαση, είναι πιο συμφέρουσα. Επίπεδα 10-15 σημαίνουν ότι συμφέρει η αγορά, 16-20 ισορροπημένη σχέση και πάνω από 20 ότι πιθανόν συμφέρει η ενοικίαση. Αντιστρέφοντας τον δείκτη, υπολογίζεται η ετήσια μικτή απόδοση (yield), π.χ. δείκτης 20 ισοδυναμεί με 5% απόδοση. Αυτοί οι δείκτες δεν αντικαθιστούν τις ατομικές ανάγκες ή προτιμήσεις, αλλά αποτελούν βασικό εργαλείο αποφυγής υπερβολών και λήψης αποφάσεων που στηρίζονται σε δεδομένα και όχι σε προσδοκίες. Οι δείκτες αυτοί, επισημαίνεται, δεν αντικαθιστούν την προσωπική εκτίμηση ή τις ανάγκες του κάθε αγοραστή, αλλά αποτελούν αντικειμενικά εργαλεία για να αξιολογηθεί η αγορά με ψυχραιμία. Η γνώση αυτών των δεικτών βοηθά να αποφύγουμε υπερβολές και «φούσκες» και να στηρίξουμε τις αποφάσεις μας σε δεδομένα, όχι μόνο σε προσδοκίες Η συνδυασμένη χρήση τους βοηθά να εντοπίζονται πιθανές υπερτιμήσεις και να διασφαλίζεται μεγαλύτερη διαφάνεια στην αγορά. Υπάρχουν επίσης αρκετοί αξιόπιστοι δείκτες για την αγορά ακινήτων στην Ελλάδα, οι οποίοι παρέχουν εικόνα για τις τιμές, τις τάσεις και τη δυναμική της αγοράς, είτε για κατοικίες είτε για επαγγελματικά ακίνητα. Αυτοί οι δείκτες δημοσιεύονται από θεσμικούς φορείς, τράπεζες, μεσιτικά δίκτυα και ερευνητικά ιδρύματα. Στο ενημερωτικό σημείωμα αναφέρονται μεταξύ άλλων: Ο Δείκτης Τιμών Κατοικιών – Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) Ο πιο επίσημος και αξιόπιστος δείκτης στην Ελλάδα. Παρέχει στοιχεία για τις τιμές παλαιών και νέων κατοικιών, διαχωρισμένα ανά περιοχή (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, μεγάλες πόλεις, υπόλοιπη χώρα). Ενημερώνεται τριμηνιαία. Διαθέτει ξεχωριστούς δείκτες για ενοίκια, επαγγελματικά ακίνητα, κ.ά. Εμπορικοί Δείκτες Real Estate – ΕΛΣΤΑΤ & ICAP Στατιστικά δεδομένα για νέες οικοδομές, άδειες δόμησης, αξία κατασκευών. Χρήσιμα για παρακολούθηση της οικοδομικής δραστηριότητας. Δείκτες Επενδυτικής Ζήτησης – Enterprise Greece, Golden Visa Stats Δεδομένα για ξένες επενδύσεις σε ακίνητα μέσω Golden Visa. Ενδείξεις για πιέσεις στις τιμές σε συγκεκριμένες περιοχές (π.χ. Αθήνα κέντρο, νότια προάστια, νησιά). View full είδηση
-
Το παραλιακό μέτωπο της Μαρώνειας, η κοντινότερη παραλία στην Κομοτηνή, απέχει 30 χιλιόμετρα από την πόλη. Ο Παντελής Χαβιαράς είναι ψυκτικός με έδρα την Κομοτηνή από το 1996, και γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Ψυκτικών Ελλάδος (ΟΨΕ) σήμερα. Θυμάται πως, μέχρι πρόσφατα, στην Μαρώνεια δεν υπήρχε ζήτηση για τον ίδιο και τους συναδέλφους του. «Δεν είχε δουλειά για εμάς εκεί, δεν είχαν κλιματιστικά», λέει στο Solomon. Αλλά ακόμα και στη Ροδόπη, που φημίζεται για τον βαρύ χειμώνα, η καλοκαιρινή περίοδος έχει διευρυνθεί καθιστώντας την χρήση κλιματισμού απαραίτητη. «Υπάρχουν βράδια που έχει 30 βαθμούς έξω. Δεν γίνεται να μην ανάψεις κλιματιστικό. Αναγκαίο κακό έχει γίνει — και σας το λέει ένας ψυκτικός!», σχολιάζει ο κ. Χαβιαράς. Σε όλη την Ελλάδα, οι ολοένα πιο παρατεταμένες περίοδοι ζέστης δεν επηρεάζουν μόνο την καθημερινότητα των πολιτών — αποτυπώνονται με μετρήσιμο τρόπο στις ανάγκες των νοικοκυριών και των δημόσιων υποδομών για τεχνητή ψύξη. Όπως αποκαλύπτει η νέα έρευνα του Solomon, σε συνεργασία με το ευρωπαϊκό δίκτυο δημοσιογραφίας Correctiv.Europe, η Ελλάδα κατέχει σήμερα την τρίτη θέση σε ανάγκες κλιματισμού σε σύνολο 31 ευρωπαϊκών χωρών, πίσω μόνο από τη Μάλτα (πρώτη) και την Κύπρο (δεύτερη). Πώς εξελίσσεται η ανάγκη για ψύξη Η σταθερά αυξανόμενη ανάγκη για κλιματισμό σε όλους τους νομούς της χώρας, από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα, αποτυπώνεται μέσω των λεγόμενων «βαθμοημερών ψύξης» (Cooling Degree-Days, CDD). Πρόκειται για μια μονάδα μέτρησης που υπολογίζει την ενέργεια που απαιτείται για να διατηρηθεί εντός των κτιρίων μια άνετη εσωτερική θερμοκρασία 21°C, κατά τη θερμή περίοδο του έτους, δηλαδή από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο. Αν, για παράδειγμα, η μέση θερμοκρασία μιας ημέρας είναι 27°C, τότε προστίθενται 6 βαθμοημέρες ψύξης (27-21) στο ετήσιο άθροισμα της περιοχής. Με απλά λόγια, όσο περισσότερες οι βαθμοημέρες ψύξης, τόσο περισσότερο δουλεύουν τα air condition, και τόσο μεγαλύτερη είναι η κατανάλωση ρεύματος. Τα δεδομένα που δημοσιεύει για πρώτη φορά το Solomon έχουν αντληθεί από το Κοινό Κέντρο Ερευνών της ΕΕ (JRC), και καταγράφουν εντυπωσιακές μεταβολές σε όλη την Ελλάδα, αποτυπώνοντας πως από την δεκαετία 1979-1988 στη δεκαετία 2014-2023: Στην Κάλυμνο, την Κάρπαθο, και την Κω, ο δείκτης βοθμοημερών ψύξης αυξήθηκε από 475 βαθμοημέρες (1979-1988), σε 666 (2014-2023). Στη Ζάκυνθο, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, σχεδόν τριπλασιάστηκε: από 150 σε 435. Η ανάγκη για ψύξη υπερδιπλασιάστηκε, μεταξύ άλλων, στην Λέσβο (από 249 σε 518) και την Κέρκυρα (από 244 σε 528). Ακόμη και σε πιο ψυχρές περιοχές, όπως η Φλώρινα και η Καστοριά, οι αριθμοί έχουν υπερδιπλασιαστεί. Πώς αλλάζει η κατανάλωση ρεύματος Ό,τι κάποτε αποτελούσε μια θερμοκρασιακή εξαίρεση, είναι σήμερα η νέα κανονικότητα. Μεταξύ 2000-2022, η κατανάλωση ενέργειας του μέσου νοικοκυριού στην Ελλάδα, λόγω χρήσης κλιματιστικών, αυξήθηκε κατά 265%. Την ίδια ώρα, έρευνα έδειξε πως τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος στην Ελλάδα δαπανούν έως και 95% περισσότερη ενέργεια για ψύξη, κυρίως επειδή υπολείπονται σε υποδομές όπως η θερμομόνωση. Μιλώντας στο Solomon, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι, αν δεν υπάρξει σχεδιασμός για ενεργειακή θωράκιση του κτιριακού αποθέματος, νοικοκυριά, υποδομές και κοινωνικά ευάλωτες ομάδες αναμένεται να γνωρίσουν ισχυρές πιέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, έχει σημασία να δούμε όχι μόνο πού και πόσο έχει αυξηθεί η θερμοκρασία, αλλά και πόσοι άνθρωποι επηρεάζονται σε κάθε περιοχή. Ο χάρτης που ακολουθεί δείχνει πώς έχει αλλάξει η κατανάλωση ρεύματος για κλιματισμό σε όλη την Ελλάδα, συγκρίνοντας τη δεκαετία του 1980 με την δεκαετία 2014-2023. Συνυπολογίζοντας τις μεταβολές στον πληθυσμό κάθε περιοχής, ο χάρτης δεν δείχνει απαραίτητα πού κάνει περισσότερη ζέστη, αλλά και πού έχει αυξηθεί η συνολική ζήτηση για ρεύμα που καταναλώνεται για κλιματισμό. Οι μεταβολές σε Έβρο, Κρήτη, Μακεδονία Περιοχές που έχουν αναπτυχθεί πληθυσμιακά τις τελευταίες δεκαετίες εμφανίζουν μεγαλύτερη αύξηση στη ζήτηση ρεύματος για κλιματισμό, ακόμη και αν δεν καταγράφεται ανάλογη αύξηση θερμοκρασίας. Συμβαίνει όμως και το ανάποδο, εξηγεί στο Solomon ο Δρ. Σταύρος Ντάφης, φυσικός-μετεωρολόγος και συνιδρυτής του κόμβου πληροφόρησης climatebook.gr, σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας. «Οι παραμεθόριες περιοχές, όπως ο Έβρος, όπου παρατηρείται αύξηση της κατανάλωσης ρεύματος για κλιματισμό, γνωρίζουμε πως έχουν μείωση πληθυσμού. Οπότε εκεί μπορούμε να αποδώσουμε τις αυξημένες ανάγκες για κλιματισμό αποκλειστικά στο κλίμα», επισημαίνει ο κ. Ντάφης. Από την άλλη, συμπληρώνει, «αν λάβουμε υπόψη μόνο τη θερμοκρασία, δεν δικαιολογείται γιατί στο Λασίθι έχει αυξηθεί η ανάγκη κλιματισμού σε σχέση με τα Χανιά ή το Ρέθυμνο. Η θερμοκρασία σε όλες αυτές τις περιοχές αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό. Αυτό που αλλάζει είναι η ανάγκη για ψύξη, δηλαδή οι ανάγκες ρεύματος». Ο κ. Χαβιαράς επισημαίνει, εμπειρικά, πως η σεζόν για τους ψυκτικούς παραδοσιακά διαρκούσε πέντε μήνες, το πολύ έξι μήνες σε νότιες περιοχές της Ελλάδας. «Φανταστείτε ότι στην Κομοτηνή ανάβαμε θέρμανση τέλη Σεπτεμβρίου. Φέτος, μέχρι τις 10 Οκτωβρίου είχαμε κλιματισμό για να δροσιστούμε». Το ίδιο ισχύει και για τη Μακεδονία, όπου καταγράφεται εκ των μεγαλύτερων αυξήσεων θερμοκρασίας από το 1980, και όπου τα περισσότερα σπίτια δεν διαθέτουν μονώσεις. Αθωράκιστα τα κτίρια Το οικιστικό απόθεμα θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της λύσης. Αλλά, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία (ΕΛΣΤΑΤ), το 55% του συνόλου των κατοικιών της χώρας έχει χτιστεί πριν το 1980, δηλαδή πριν την εφαρμογή οποιουδήποτε κανονισμού θερμομόνωσης. Ο Άλκης Καφετζής, συντονιστής έργου θερινής ενεργειακής φτώχειας στο ελληνικό γραφείο της Greenpeace, υπογράφει σχετική έρευνα της οργάνωσης, που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2025, και εξετάζει την ζωή στα ελληνικά σπίτια σε συνθήκες υπερθέρμανσης. Λέει στο Solomon πως ο πρώτος κανονισμός θερμομόνωσης, το 1980, αφορούσε ένα κομμάτι φελιζόλ ανάμεσα στα τούβλα των τοίχων. «Οι ίδιοι οι μηχανικοί παραδέχονται ότι αυτό δεν είχε κανέναν αντίκτυπο», σημειώνει ο ίδιος. Η έρευνα της Greenpeace δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2025. Προσθέτει πως επειδή για δεκαετίες τα ελληνικά κτίρια δεν είχαν καμία θερμομόνωση, «έχουμε πλέον ένα ιδιαίτερα γερασμένο οικιστικό απόθεμα με αυξημένο ενεργειακό αποτύπωμα». Οι κατοικίες στην Ελλάδα ευθύνονται για το 43% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας, σύμφωνα με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ» Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ», που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, προβλέπεται να συμβάλει «στην εξοικονόμηση ενέργειας και στην ενεργειακή ανακαίνιση κατ’ ελάχιστον 11.500 κατοικιών έως το 2025». Ο κ. Καφετζής υπογραμμίζει πως οι μεμονωμένες παρεμβάσεις που υλοποιούνται σε κατοικίες, στο πλαίσιο του προγράμματος, εφαρμόζονται αποσπασματικά, χωρίς στρατηγική στόχευση και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Έτσι, δεν καταφέρνουν να αλλάξουν τη μεγάλη εικόνα της κατανάλωσης ενέργειας και θερμοκρασιακής άνεσης μέσα στις κατοικίες, ενώ τα έργα «συνήθως υπερκοστολογούνται γιατί κανένας δεν ελέγχει το έργο πριν και μετά», συμπληρώνει. Εκτός από την έκδοση πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης, υποχρεωτικό βήμα της διαδικασίας, ο κ. Καφετζής υποστηρίζει πως δεν ελέγχεται πραγματικά εάν έχει αλλάξει το βιοτικό επίπεδο των ίδιων των κατοίκων. «Απλώς παρακολουθούμε έναν βασικό, πολύ απλό δείκτη. Όμως, έχει μειώσει πραγματικά τους λογαριασμούς του αυτό το νοικοκυριό; Έχει -ακόμα πιο σημαντικό- βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης το νοικοκυριό μετά τις παρεμβάσεις;», αναρωτιέται. Λόγω της αποσπασματικότητάς τους, οι παρεμβάσεις του «Εξοικονομώ» ενδέχεται ακόμα και να βλάψουν ένα σπίτι, σύμφωνα με τον Δημήτρη Παλλαντζά, υπεύθυνο εκπαίδευσης στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ). «Τα προγράμματα “Εξοικονομώ” υλοποιούνται πλέον με πολύ μικρότερη οικονομική κλίμακα, για να συμπεριλάβουν περισσότερο κόσμο. Όμως αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν μόνο μικρο-παρεμβάσεις, οι οποίες πολλές φορές έφεραν χειρότερο αποτέλεσμα από αυτό που υπήρχε», λέει ο Παλλαντζάς. Το λεγόμενο παθητικό κτίριο στηρίζεται σε αρχές φυσικής και βιοκλιματικού σχεδιασμού, με στόχο ιδανικές και μετρήσιμες συνθήκες διαβίωσης. Λειτουργεί όπως ένας θερμός: διατηρεί παθητικά σταθερή θερμοκρασία στο εσωτερικό του χωρίς να χρειάζεται ενεργή θέρμανση ή ψύξη. Η θερμοκρασία εσωτερικού χώρου διατηρείται σταθερά μεταξύ 20 και 25 βαθμών Κελσίου, η σχετική υγρασία στο 35% έως 55%, ενώ τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα παραμένουν κάτω από 1.000 ppm – όλα αυτά με ελάχιστη κατανάλωση ενέργειας. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτούνται παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας: θερμομόνωση, ενεργειακά κουφώματα, αεροστεγανότητα, ελεγχόμενος αερισμός και εξάλειψη θερμογεφυρών. Το κόστος τέτοιων παρεμβάσεων κυμαίνεται μεταξύ 200-400 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ανάλογα με την πολυπλοκότητα και την κατάσταση του εκάστοτε κτιρίου. Στην Ελλάδα λειτουργούν σήμερα πάνω από 200 παθητικά κτίρια, αρκετά από τα οποία υλοποιήθηκαν μέσω του προγράμματος «Εξοικονομώ». Κατά την περίοδο υπουργίας Χατζηδάκη, λέει ο κ. Παλλαντζάς, το ανώτατο ποσό επιδότησης έφτανε τις 50.000 ευρώ/κατοικία. Το ποσο επαρκούσε για να καλύψει τις παρεμβάσεις που χρειάζεται ένα παθητικό κτίριο, και πολλά έργα προχώρησαν με σχετική ευκολία. «Στην πορεία όμως, ο προϋπολογισμός του προγράμματος περιορίστηκε, μαζί και η δυνατότητα να γίνονται τέτοιες ολοκληρωμένες αναβαθμίσεις», λέει ο κ. Παλλαντζάς. Επαρκούν τα φωτοβολταϊκά; Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, αν και αποτελεί δημοφιλή λύση για ενεργειακή εξοικονόμηση, φαίνεται πως δεν επαρκεί από μόνη της. Ο υπεύθυνος εκπαίδευσης του ΕΙΠΑΚ μοιράστηκε με το Solomon τα πρώτα ευρήματα μιας αδημοσίευτης μελέτης του Ινστιτούτου, που εξετάζει τι θα συνέβαινε εάν οι ταράτσες των πολυκατοικιών στην Αθήνα καλύπτονταν εξ ολοκλήρου με φωτοβολταϊκά. Ως μοντέλο χρησιμοποιήθηκε ένα τυπικό κτίριο τριών έως έξι ορόφων -τα πιο συνηθισμένα στην πόλη- από διαφορετικές περιόδους κατασκευής: πολυκατοικίες πριν το 1980 χωρίς μόνωση, μετά το 1980 με τις πρώτες κανονιστικές απαιτήσεις (ΚΕΝΑΚ), και σύγχρονες ή παθητικές κατοικίες. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα παλιά κτίρια, καθώς αυτά αποτελούν την πλειονότητα του οικιστικού αποθέματος. Το βασικό εύρημα ήταν αποκαλυπτικό: ακόμη και αν καλυφθεί με φωτοβολταϊκά ολόκληρη η ταράτσα, η παραγόμενη ενέργεια δεν καλύπτει πάνω από 20% των συνολικών αναγκών ενός εξαώροφου κτιρίου. Η ενεργειακή αναβάθμιση του κτιρίου παραμένει βασικό κομμάτι της εξίσωσης. Ο Άλκης Καφετζής εξηγεί πως το πρόβλημα στην Ελλάδα εντοπίζεται και στο γεγονός οτι οι παρεμβάσεις υλοποιούνται σε επίπεδο διαμερίσματος και όχι πολυκατοικίας. «Η ανακαίνιση ενός διαμερίσματος από τα 20 μιας πολυκατοικίας, όσο σωστά κι αν γίνει, δεν σημαίνει ότι το κτίριο λειτουργεί καλύτερα συνολικά. Το κέλυφος παραμένει παλιό, οι απώλειες είναι μεγάλες, και οι υπόλοιποι ένοικοι συνεχίζουν να ζουν σε συνθήκες υπερθέρμανσης, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κατανάλωση ρεύματος και την ποιότητα ζωής». Ο κ. Καφετζής συμπληρώνει ότι πραγματική μονάδα αποτελεί η πολυκατοικία, όχι το μεμονωμένο διαμέρισμα. Αλλά στην Ελλάδα δεν έχουν υπάρξει πολιτικές που να στηρίζουν ολική ανακαίνιση σε επίπεδο κτιρίου, σχολιάζει, «τη στιγμή που στην Ευρώπη μιλάνε ήδη για παρεμβάσεις σε επίπεδο οικοδομικού τετραγώνου ή γειτονιάς». Το Εθνικό Κοινωνικό και Κλιματικό Σχέδιο Στις 18 Ιουλίου έληξε η δημόσια διαβούλευση για το Εθνικό Κοινωνικό και Κλιματικό Σχέδιο της Ελλάδας, ένα κρίσιμο κείμενο πολιτικής που κατατίθεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ανοίγει την πόρτα σε νέα χρηματοδοτικά εργαλεία. Μέσω του σχεδίου, η χώρα διεκδικεί πρόσβαση σε περίπου 8 δισ. ευρώ μέχρι το 2030. Οι πόροι στοχεύουν κατά κύριο λόγο σε ευάλωτα νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις, με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας να κάνουν λόγο για 1,5 εκατ. ωφελούμενους. Παράλληλα, μέχρι το τέλος του 2025, η Ελλάδα καλείται, όπως και όλα τα κράτη-μέλη, να καταθέσει στην Κομισιόν ένα πενταετές εθνικό σχέδιο ανακαίνισης του κτιριακού αποθέματος. Η υποχρέωση προκύπτει από την πρόσφατη ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Κτίρια, με στόχο τη σημαντική μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στα αστικά κέντρα. Με φόντο τα 8 δισ. ευρώ που διεκδικεί η Ελλάδα από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη διαχείριση της ενεργειακής μετάβασης στα κτίρια: η θεσμική είσοδος των ESCOs (Energy Services Companies), δηλαδή ιδιωτικών εταιρειών που θα αναλαμβάνουν ανακαινίσεις κτιρίων με ανταπόδοση την εξοικονόμηση ενέργειας. Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ψυκτικών κατήγγειλε πρόσφατα ότι ο σχεδιασμός παρακάμπτει τους μικρούς επαγγελματίες, τους πιστοποιημένους τεχνικούς, και τις τοπικές αγορές. «Εκτιμούμε ότι η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων και η επίτευξη των στόχων βιωσιμότητας προϋποθέτουν τη συνεργασία όλων των ειδικοτήτων του τεχνικού κόσμου, με διαφανείς και ανοιχτές διαδικασίες, και όχι τον αποκλεισμό επαγγελματιών που διαθέτουν την τεχνογνωσία και την εμπειρία για την επιτυχή υλοποίηση τέτοιων έργων», αναφέρει η επιστολή διαμαρτυρίας προς το υπουργείο. Ταυτόχρονα, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Φραγκίσκος Παρασύρης, επισήμανε πως ο κυβερνητικός σχεδιασμός ανοίγει το δρόμο της ενεργειακής αγοράς «μόνο για τους μεγάλους», χωρίς να διασφαλίζεται πως τα χρήματα αξιοποιούνται αποτελεσματικά. Η ενεργειακή αναβάθμιση, υποστήριξε, κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο κερδοφορίας, όχι κοινωνικής πολιτικής. Το Solomon απέστειλε αναλυτικά ερωτήματα στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κοινοποιώντας τα ευρήματα της παρούσας έρευνας, και ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν. Το υπουργείο δεν απάντησε στα ερωτήματά μας έως και τη δημοσίευση του ρεπορτάζ.
-
- κλιματισμός
- ελλάδα
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Το παραλιακό μέτωπο της Μαρώνειας, η κοντινότερη παραλία στην Κομοτηνή, απέχει 30 χιλιόμετρα από την πόλη. Ο Παντελής Χαβιαράς είναι ψυκτικός με έδρα την Κομοτηνή από το 1996, και γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Ψυκτικών Ελλάδος (ΟΨΕ) σήμερα. Θυμάται πως, μέχρι πρόσφατα, στην Μαρώνεια δεν υπήρχε ζήτηση για τον ίδιο και τους συναδέλφους του. «Δεν είχε δουλειά για εμάς εκεί, δεν είχαν κλιματιστικά», λέει στο Solomon. Αλλά ακόμα και στη Ροδόπη, που φημίζεται για τον βαρύ χειμώνα, η καλοκαιρινή περίοδος έχει διευρυνθεί καθιστώντας την χρήση κλιματισμού απαραίτητη. «Υπάρχουν βράδια που έχει 30 βαθμούς έξω. Δεν γίνεται να μην ανάψεις κλιματιστικό. Αναγκαίο κακό έχει γίνει — και σας το λέει ένας ψυκτικός!», σχολιάζει ο κ. Χαβιαράς. Σε όλη την Ελλάδα, οι ολοένα πιο παρατεταμένες περίοδοι ζέστης δεν επηρεάζουν μόνο την καθημερινότητα των πολιτών — αποτυπώνονται με μετρήσιμο τρόπο στις ανάγκες των νοικοκυριών και των δημόσιων υποδομών για τεχνητή ψύξη. Όπως αποκαλύπτει η νέα έρευνα του Solomon, σε συνεργασία με το ευρωπαϊκό δίκτυο δημοσιογραφίας Correctiv.Europe, η Ελλάδα κατέχει σήμερα την τρίτη θέση σε ανάγκες κλιματισμού σε σύνολο 31 ευρωπαϊκών χωρών, πίσω μόνο από τη Μάλτα (πρώτη) και την Κύπρο (δεύτερη). Πώς εξελίσσεται η ανάγκη για ψύξη Η σταθερά αυξανόμενη ανάγκη για κλιματισμό σε όλους τους νομούς της χώρας, από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα, αποτυπώνεται μέσω των λεγόμενων «βαθμοημερών ψύξης» (Cooling Degree-Days, CDD). Πρόκειται για μια μονάδα μέτρησης που υπολογίζει την ενέργεια που απαιτείται για να διατηρηθεί εντός των κτιρίων μια άνετη εσωτερική θερμοκρασία 21°C, κατά τη θερμή περίοδο του έτους, δηλαδή από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο. Αν, για παράδειγμα, η μέση θερμοκρασία μιας ημέρας είναι 27°C, τότε προστίθενται 6 βαθμοημέρες ψύξης (27-21) στο ετήσιο άθροισμα της περιοχής. Με απλά λόγια, όσο περισσότερες οι βαθμοημέρες ψύξης, τόσο περισσότερο δουλεύουν τα air condition, και τόσο μεγαλύτερη είναι η κατανάλωση ρεύματος. Τα δεδομένα που δημοσιεύει για πρώτη φορά το Solomon έχουν αντληθεί από το Κοινό Κέντρο Ερευνών της ΕΕ (JRC), και καταγράφουν εντυπωσιακές μεταβολές σε όλη την Ελλάδα, αποτυπώνοντας πως από την δεκαετία 1979-1988 στη δεκαετία 2014-2023: Στην Κάλυμνο, την Κάρπαθο, και την Κω, ο δείκτης βοθμοημερών ψύξης αυξήθηκε από 475 βαθμοημέρες (1979-1988), σε 666 (2014-2023). Στη Ζάκυνθο, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, σχεδόν τριπλασιάστηκε: από 150 σε 435. Η ανάγκη για ψύξη υπερδιπλασιάστηκε, μεταξύ άλλων, στην Λέσβο (από 249 σε 518) και την Κέρκυρα (από 244 σε 528). Ακόμη και σε πιο ψυχρές περιοχές, όπως η Φλώρινα και η Καστοριά, οι αριθμοί έχουν υπερδιπλασιαστεί. Πώς αλλάζει η κατανάλωση ρεύματος Ό,τι κάποτε αποτελούσε μια θερμοκρασιακή εξαίρεση, είναι σήμερα η νέα κανονικότητα. Μεταξύ 2000-2022, η κατανάλωση ενέργειας του μέσου νοικοκυριού στην Ελλάδα, λόγω χρήσης κλιματιστικών, αυξήθηκε κατά 265%. Την ίδια ώρα, έρευνα έδειξε πως τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος στην Ελλάδα δαπανούν έως και 95% περισσότερη ενέργεια για ψύξη, κυρίως επειδή υπολείπονται σε υποδομές όπως η θερμομόνωση. Μιλώντας στο Solomon, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι, αν δεν υπάρξει σχεδιασμός για ενεργειακή θωράκιση του κτιριακού αποθέματος, νοικοκυριά, υποδομές και κοινωνικά ευάλωτες ομάδες αναμένεται να γνωρίσουν ισχυρές πιέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, έχει σημασία να δούμε όχι μόνο πού και πόσο έχει αυξηθεί η θερμοκρασία, αλλά και πόσοι άνθρωποι επηρεάζονται σε κάθε περιοχή. Ο χάρτης που ακολουθεί δείχνει πώς έχει αλλάξει η κατανάλωση ρεύματος για κλιματισμό σε όλη την Ελλάδα, συγκρίνοντας τη δεκαετία του 1980 με την δεκαετία 2014-2023. Συνυπολογίζοντας τις μεταβολές στον πληθυσμό κάθε περιοχής, ο χάρτης δεν δείχνει απαραίτητα πού κάνει περισσότερη ζέστη, αλλά και πού έχει αυξηθεί η συνολική ζήτηση για ρεύμα που καταναλώνεται για κλιματισμό. Οι μεταβολές σε Έβρο, Κρήτη, Μακεδονία Περιοχές που έχουν αναπτυχθεί πληθυσμιακά τις τελευταίες δεκαετίες εμφανίζουν μεγαλύτερη αύξηση στη ζήτηση ρεύματος για κλιματισμό, ακόμη και αν δεν καταγράφεται ανάλογη αύξηση θερμοκρασίας. Συμβαίνει όμως και το ανάποδο, εξηγεί στο Solomon ο Δρ. Σταύρος Ντάφης, φυσικός-μετεωρολόγος και συνιδρυτής του κόμβου πληροφόρησης climatebook.gr, σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας. «Οι παραμεθόριες περιοχές, όπως ο Έβρος, όπου παρατηρείται αύξηση της κατανάλωσης ρεύματος για κλιματισμό, γνωρίζουμε πως έχουν μείωση πληθυσμού. Οπότε εκεί μπορούμε να αποδώσουμε τις αυξημένες ανάγκες για κλιματισμό αποκλειστικά στο κλίμα», επισημαίνει ο κ. Ντάφης. Από την άλλη, συμπληρώνει, «αν λάβουμε υπόψη μόνο τη θερμοκρασία, δεν δικαιολογείται γιατί στο Λασίθι έχει αυξηθεί η ανάγκη κλιματισμού σε σχέση με τα Χανιά ή το Ρέθυμνο. Η θερμοκρασία σε όλες αυτές τις περιοχές αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό. Αυτό που αλλάζει είναι η ανάγκη για ψύξη, δηλαδή οι ανάγκες ρεύματος». Ο κ. Χαβιαράς επισημαίνει, εμπειρικά, πως η σεζόν για τους ψυκτικούς παραδοσιακά διαρκούσε πέντε μήνες, το πολύ έξι μήνες σε νότιες περιοχές της Ελλάδας. «Φανταστείτε ότι στην Κομοτηνή ανάβαμε θέρμανση τέλη Σεπτεμβρίου. Φέτος, μέχρι τις 10 Οκτωβρίου είχαμε κλιματισμό για να δροσιστούμε». Το ίδιο ισχύει και για τη Μακεδονία, όπου καταγράφεται εκ των μεγαλύτερων αυξήσεων θερμοκρασίας από το 1980, και όπου τα περισσότερα σπίτια δεν διαθέτουν μονώσεις. Αθωράκιστα τα κτίρια Το οικιστικό απόθεμα θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της λύσης. Αλλά, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία (ΕΛΣΤΑΤ), το 55% του συνόλου των κατοικιών της χώρας έχει χτιστεί πριν το 1980, δηλαδή πριν την εφαρμογή οποιουδήποτε κανονισμού θερμομόνωσης. Ο Άλκης Καφετζής, συντονιστής έργου θερινής ενεργειακής φτώχειας στο ελληνικό γραφείο της Greenpeace, υπογράφει σχετική έρευνα της οργάνωσης, που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2025, και εξετάζει την ζωή στα ελληνικά σπίτια σε συνθήκες υπερθέρμανσης. Λέει στο Solomon πως ο πρώτος κανονισμός θερμομόνωσης, το 1980, αφορούσε ένα κομμάτι φελιζόλ ανάμεσα στα τούβλα των τοίχων. «Οι ίδιοι οι μηχανικοί παραδέχονται ότι αυτό δεν είχε κανέναν αντίκτυπο», σημειώνει ο ίδιος. Η έρευνα της Greenpeace δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2025. Προσθέτει πως επειδή για δεκαετίες τα ελληνικά κτίρια δεν είχαν καμία θερμομόνωση, «έχουμε πλέον ένα ιδιαίτερα γερασμένο οικιστικό απόθεμα με αυξημένο ενεργειακό αποτύπωμα». Οι κατοικίες στην Ελλάδα ευθύνονται για το 43% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας, σύμφωνα με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ» Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ», που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, προβλέπεται να συμβάλει «στην εξοικονόμηση ενέργειας και στην ενεργειακή ανακαίνιση κατ’ ελάχιστον 11.500 κατοικιών έως το 2025». Ο κ. Καφετζής υπογραμμίζει πως οι μεμονωμένες παρεμβάσεις που υλοποιούνται σε κατοικίες, στο πλαίσιο του προγράμματος, εφαρμόζονται αποσπασματικά, χωρίς στρατηγική στόχευση και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Έτσι, δεν καταφέρνουν να αλλάξουν τη μεγάλη εικόνα της κατανάλωσης ενέργειας και θερμοκρασιακής άνεσης μέσα στις κατοικίες, ενώ τα έργα «συνήθως υπερκοστολογούνται γιατί κανένας δεν ελέγχει το έργο πριν και μετά», συμπληρώνει. Εκτός από την έκδοση πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης, υποχρεωτικό βήμα της διαδικασίας, ο κ. Καφετζής υποστηρίζει πως δεν ελέγχεται πραγματικά εάν έχει αλλάξει το βιοτικό επίπεδο των ίδιων των κατοίκων. «Απλώς παρακολουθούμε έναν βασικό, πολύ απλό δείκτη. Όμως, έχει μειώσει πραγματικά τους λογαριασμούς του αυτό το νοικοκυριό; Έχει -ακόμα πιο σημαντικό- βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης το νοικοκυριό μετά τις παρεμβάσεις;», αναρωτιέται. Λόγω της αποσπασματικότητάς τους, οι παρεμβάσεις του «Εξοικονομώ» ενδέχεται ακόμα και να βλάψουν ένα σπίτι, σύμφωνα με τον Δημήτρη Παλλαντζά, υπεύθυνο εκπαίδευσης στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ). «Τα προγράμματα “Εξοικονομώ” υλοποιούνται πλέον με πολύ μικρότερη οικονομική κλίμακα, για να συμπεριλάβουν περισσότερο κόσμο. Όμως αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν μόνο μικρο-παρεμβάσεις, οι οποίες πολλές φορές έφεραν χειρότερο αποτέλεσμα από αυτό που υπήρχε», λέει ο Παλλαντζάς. Το λεγόμενο παθητικό κτίριο στηρίζεται σε αρχές φυσικής και βιοκλιματικού σχεδιασμού, με στόχο ιδανικές και μετρήσιμες συνθήκες διαβίωσης. Λειτουργεί όπως ένας θερμός: διατηρεί παθητικά σταθερή θερμοκρασία στο εσωτερικό του χωρίς να χρειάζεται ενεργή θέρμανση ή ψύξη. Η θερμοκρασία εσωτερικού χώρου διατηρείται σταθερά μεταξύ 20 και 25 βαθμών Κελσίου, η σχετική υγρασία στο 35% έως 55%, ενώ τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα παραμένουν κάτω από 1.000 ppm – όλα αυτά με ελάχιστη κατανάλωση ενέργειας. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτούνται παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας: θερμομόνωση, ενεργειακά κουφώματα, αεροστεγανότητα, ελεγχόμενος αερισμός και εξάλειψη θερμογεφυρών. Το κόστος τέτοιων παρεμβάσεων κυμαίνεται μεταξύ 200-400 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ανάλογα με την πολυπλοκότητα και την κατάσταση του εκάστοτε κτιρίου. Στην Ελλάδα λειτουργούν σήμερα πάνω από 200 παθητικά κτίρια, αρκετά από τα οποία υλοποιήθηκαν μέσω του προγράμματος «Εξοικονομώ». Κατά την περίοδο υπουργίας Χατζηδάκη, λέει ο κ. Παλλαντζάς, το ανώτατο ποσό επιδότησης έφτανε τις 50.000 ευρώ/κατοικία. Το ποσο επαρκούσε για να καλύψει τις παρεμβάσεις που χρειάζεται ένα παθητικό κτίριο, και πολλά έργα προχώρησαν με σχετική ευκολία. «Στην πορεία όμως, ο προϋπολογισμός του προγράμματος περιορίστηκε, μαζί και η δυνατότητα να γίνονται τέτοιες ολοκληρωμένες αναβαθμίσεις», λέει ο κ. Παλλαντζάς. Επαρκούν τα φωτοβολταϊκά; Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, αν και αποτελεί δημοφιλή λύση για ενεργειακή εξοικονόμηση, φαίνεται πως δεν επαρκεί από μόνη της. Ο υπεύθυνος εκπαίδευσης του ΕΙΠΑΚ μοιράστηκε με το Solomon τα πρώτα ευρήματα μιας αδημοσίευτης μελέτης του Ινστιτούτου, που εξετάζει τι θα συνέβαινε εάν οι ταράτσες των πολυκατοικιών στην Αθήνα καλύπτονταν εξ ολοκλήρου με φωτοβολταϊκά. Ως μοντέλο χρησιμοποιήθηκε ένα τυπικό κτίριο τριών έως έξι ορόφων -τα πιο συνηθισμένα στην πόλη- από διαφορετικές περιόδους κατασκευής: πολυκατοικίες πριν το 1980 χωρίς μόνωση, μετά το 1980 με τις πρώτες κανονιστικές απαιτήσεις (ΚΕΝΑΚ), και σύγχρονες ή παθητικές κατοικίες. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα παλιά κτίρια, καθώς αυτά αποτελούν την πλειονότητα του οικιστικού αποθέματος. Το βασικό εύρημα ήταν αποκαλυπτικό: ακόμη και αν καλυφθεί με φωτοβολταϊκά ολόκληρη η ταράτσα, η παραγόμενη ενέργεια δεν καλύπτει πάνω από 20% των συνολικών αναγκών ενός εξαώροφου κτιρίου. Η ενεργειακή αναβάθμιση του κτιρίου παραμένει βασικό κομμάτι της εξίσωσης. Ο Άλκης Καφετζής εξηγεί πως το πρόβλημα στην Ελλάδα εντοπίζεται και στο γεγονός οτι οι παρεμβάσεις υλοποιούνται σε επίπεδο διαμερίσματος και όχι πολυκατοικίας. «Η ανακαίνιση ενός διαμερίσματος από τα 20 μιας πολυκατοικίας, όσο σωστά κι αν γίνει, δεν σημαίνει ότι το κτίριο λειτουργεί καλύτερα συνολικά. Το κέλυφος παραμένει παλιό, οι απώλειες είναι μεγάλες, και οι υπόλοιποι ένοικοι συνεχίζουν να ζουν σε συνθήκες υπερθέρμανσης, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κατανάλωση ρεύματος και την ποιότητα ζωής». Ο κ. Καφετζής συμπληρώνει ότι πραγματική μονάδα αποτελεί η πολυκατοικία, όχι το μεμονωμένο διαμέρισμα. Αλλά στην Ελλάδα δεν έχουν υπάρξει πολιτικές που να στηρίζουν ολική ανακαίνιση σε επίπεδο κτιρίου, σχολιάζει, «τη στιγμή που στην Ευρώπη μιλάνε ήδη για παρεμβάσεις σε επίπεδο οικοδομικού τετραγώνου ή γειτονιάς». Το Εθνικό Κοινωνικό και Κλιματικό Σχέδιο Στις 18 Ιουλίου έληξε η δημόσια διαβούλευση για το Εθνικό Κοινωνικό και Κλιματικό Σχέδιο της Ελλάδας, ένα κρίσιμο κείμενο πολιτικής που κατατίθεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ανοίγει την πόρτα σε νέα χρηματοδοτικά εργαλεία. Μέσω του σχεδίου, η χώρα διεκδικεί πρόσβαση σε περίπου 8 δισ. ευρώ μέχρι το 2030. Οι πόροι στοχεύουν κατά κύριο λόγο σε ευάλωτα νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις, με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας να κάνουν λόγο για 1,5 εκατ. ωφελούμενους. Παράλληλα, μέχρι το τέλος του 2025, η Ελλάδα καλείται, όπως και όλα τα κράτη-μέλη, να καταθέσει στην Κομισιόν ένα πενταετές εθνικό σχέδιο ανακαίνισης του κτιριακού αποθέματος. Η υποχρέωση προκύπτει από την πρόσφατη ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Κτίρια, με στόχο τη σημαντική μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στα αστικά κέντρα. Με φόντο τα 8 δισ. ευρώ που διεκδικεί η Ελλάδα από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη διαχείριση της ενεργειακής μετάβασης στα κτίρια: η θεσμική είσοδος των ESCOs (Energy Services Companies), δηλαδή ιδιωτικών εταιρειών που θα αναλαμβάνουν ανακαινίσεις κτιρίων με ανταπόδοση την εξοικονόμηση ενέργειας. Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ψυκτικών κατήγγειλε πρόσφατα ότι ο σχεδιασμός παρακάμπτει τους μικρούς επαγγελματίες, τους πιστοποιημένους τεχνικούς, και τις τοπικές αγορές. «Εκτιμούμε ότι η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων και η επίτευξη των στόχων βιωσιμότητας προϋποθέτουν τη συνεργασία όλων των ειδικοτήτων του τεχνικού κόσμου, με διαφανείς και ανοιχτές διαδικασίες, και όχι τον αποκλεισμό επαγγελματιών που διαθέτουν την τεχνογνωσία και την εμπειρία για την επιτυχή υλοποίηση τέτοιων έργων», αναφέρει η επιστολή διαμαρτυρίας προς το υπουργείο. Ταυτόχρονα, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Φραγκίσκος Παρασύρης, επισήμανε πως ο κυβερνητικός σχεδιασμός ανοίγει το δρόμο της ενεργειακής αγοράς «μόνο για τους μεγάλους», χωρίς να διασφαλίζεται πως τα χρήματα αξιοποιούνται αποτελεσματικά. Η ενεργειακή αναβάθμιση, υποστήριξε, κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο κερδοφορίας, όχι κοινωνικής πολιτικής. Το Solomon απέστειλε αναλυτικά ερωτήματα στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κοινοποιώντας τα ευρήματα της παρούσας έρευνας, και ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν. Το υπουργείο δεν απάντησε στα ερωτήματά μας έως και τη δημοσίευση του ρεπορτάζ. View full είδηση
-
- κλιματισμός
- ελλάδα
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Τη μεγαλύτερη ζήτηση εργαζομένων στην εγχώρια αγορά εργασίας συνεχίζει να καταγράφει ο κλάδος της τεχνολογίας. Για των λόγων το αληθές, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της έρευνας της Randstad, το 79% των εταιρειών του κλάδου σχεδιάζει να αυξήσει τον αριθμό εργαζομένων του έως το τέλος του 2025. Την ίδια στιγμή, μόνο το 16% δεν προβλέπει αλλαγές στον αριθμό των εργαζομένων του, ενώ μόλις το 3% αναμένει μείωση στον αριθμό του ανθρώπινου δυναμικού του. “Ο κλάδος της τεχνολογίας βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο των εξελίξεων της ελληνικής αγοράς εργασίας, με τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν έντονο ανταγωνισμό για την προσέλκυση και διατήρηση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού”, αναφέρει η σχετική μελέτη, ενημερώνει ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδας (ΣΕΠΕ). Όπως προσθέτει, η ζήτηση για εξειδικευμένους επαγγελματίες εντείνεται, καθώς παράλληλα οι εργαζόμενοι επαναπροσδιορίζουν τις προτεραιότητές τους, δίνοντας έμφαση στην ευελιξία, τις αμοιβές, τις συνθήκες εργασίας και τις ευκαιρίες ανάπτυξης. Τα δεδομένα αυτά προκύπτουν από την εξειδικευμένη έρευνα HR Trends Technology 2025 της Randstad, η οποία εστιάζει στις τάσεις και προκλήσεις, που χαρακτηρίζουν τον τεχνολογικό τομέα στην Ελλάδα. Η προσέλκυση ταλέντων Η προσέλκυση και διατήρηση ταλέντων αποτελεί το κυριότερο μέλημα για τις τεχνολογικές επιχειρήσεις. Το 66% δηλώνει ότι δυσκολεύεται να προσελκύσει κατάλληλους επαγγελματίες, ενώ το 58% δυσκολεύεται να διατηρήσει τα πιο αποδοτικά στελέχη. Παράλληλα, ίσο ποσοστό (58%) αναφέρει προκλήσεις στη δέσμευση των εργαζομένων και το 56% αναδεικνύει την ανάγκη για πιο ρεαλιστικές προσδοκίες γύρω από τις αποδοχές και τις παροχές. Το μεγαλύτερο εμπόδιο, που αναφέρουν οι εργοδότες, είναι οι μη ρεαλιστικές μισθολογικές απαιτήσεις των υποψηφίων (76% το 2025, αυξημένο από 70% το 2024). Ακολουθούν η έλλειψη συγκεκριμένων δεξιοτήτων (51%), τα απαιτούμενα χρόνια εμπειρίας (37%) και η περιορισμένη εμπειρία στον κλάδο (36%). Για να παραμείνουν ανταγωνιστικές, οι εταιρείες επενδύουν σε πακέτα παροχών, που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις των εργαζομένων. Το 68% των επιχειρήσεων προσφέρει προγράμματα κατάρτισης, το 62% αυξάνει τις οικονομικές αποδοχές, ενώ 51% εφαρμόζει ευέλικτα μοντέλα εργασίας, όπως το υβριδικό ή πλήρως απομακρυσμένο. Το ίδιο ποσοστό επενδύει και σε ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης. Η ελκυστικότητα ενός εργοδότη βασίζεται, σύμφωνα με την έρευνα, σε τέσσερις βασικούς άξονες: το ανταγωνιστικό πακέτο αποδοχών (81%), το ευέλικτο μοντέλο εργασίας (65%), το ευχάριστο εργασιακό περιβάλλον (59%) και οι ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης (55%). Πέρα από τα παραπάνω, οι εταιρείες υιοθετούν πρακτικές, που ενισχύουν την ευεξία των εργαζομένων: το 90% προσφέρει δυνατότητα εργασίας από το σπίτι, το 88% επενδύει σε εκπαίδευση, το 68% προσφέρει ευελιξία στο ωράριο και το 61% εφαρμόζει μη χρηματικά κίνητρα αναγνώρισης. Οι πιο περιζήτητοι ρόλοι για το 2025 Το 78% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι σκοπεύει να προχωρήσει σε νέες προσλήψεις μέσα στο 2025, με κύρια αιτία την επιχειρηματική επέκταση. Ακολουθεί η ανάγκη δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας (62%) και η αναζήτηση εξειδικευμένων δεξιοτήτων (33%). Οι ειδικότητες με τη μεγαλύτερη ζήτηση είναι οι software developers/engineers (98%), οι data analysts, data engineers και data scientists (40%) και οι ειδικοί στην τεχνητή νοημοσύνη, όπως AI engineers και αρχιτέκτονες (31%). Στο μεταξύ, το 2025 αναδεικνύεται ως χρονιά-ορόσημο για την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης στον τεχνολογικό κλάδο. Το 62% των εταιρειών δηλώνει ότι υποστηρίζει ενεργά τη χρήση της AI, έναντι μόλις 40% το 2024. Επιπλέον, το 85% των επαγγελματιών αναγνωρίζει τη σημαντική επίδραση της AI στο μέλλον του κλάδου. Η AI αξιοποιείται ήδη σε τομείς, όπως το ανθρώπινο δυναμικό (33%), το μάρκετινγκ (29%) και η διοίκηση (24%), ενώ τα βασικά της οφέλη περιλαμβάνουν την ταχύτητα επεξεργασίας δεδομένων (71%), την αυτοματοποίηση εργασιών (62%) και την αύξηση παραγωγικότητας (55%). Οι προκλήσεις επικεντρώνονται στην προστασία δεδομένων (56%), στην έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού (55%) και στη διασφάλιση εμπιστευτικότητας (46%).
-
- τεχνολογία
- ελλάδα
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Τη μεγαλύτερη ζήτηση εργαζομένων στην εγχώρια αγορά εργασίας συνεχίζει να καταγράφει ο κλάδος της τεχνολογίας. Για των λόγων το αληθές, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της έρευνας της Randstad, το 79% των εταιρειών του κλάδου σχεδιάζει να αυξήσει τον αριθμό εργαζομένων του έως το τέλος του 2025. Την ίδια στιγμή, μόνο το 16% δεν προβλέπει αλλαγές στον αριθμό των εργαζομένων του, ενώ μόλις το 3% αναμένει μείωση στον αριθμό του ανθρώπινου δυναμικού του. “Ο κλάδος της τεχνολογίας βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο των εξελίξεων της ελληνικής αγοράς εργασίας, με τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν έντονο ανταγωνισμό για την προσέλκυση και διατήρηση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού”, αναφέρει η σχετική μελέτη, ενημερώνει ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδας (ΣΕΠΕ). Όπως προσθέτει, η ζήτηση για εξειδικευμένους επαγγελματίες εντείνεται, καθώς παράλληλα οι εργαζόμενοι επαναπροσδιορίζουν τις προτεραιότητές τους, δίνοντας έμφαση στην ευελιξία, τις αμοιβές, τις συνθήκες εργασίας και τις ευκαιρίες ανάπτυξης. Τα δεδομένα αυτά προκύπτουν από την εξειδικευμένη έρευνα HR Trends Technology 2025 της Randstad, η οποία εστιάζει στις τάσεις και προκλήσεις, που χαρακτηρίζουν τον τεχνολογικό τομέα στην Ελλάδα. Η προσέλκυση ταλέντων Η προσέλκυση και διατήρηση ταλέντων αποτελεί το κυριότερο μέλημα για τις τεχνολογικές επιχειρήσεις. Το 66% δηλώνει ότι δυσκολεύεται να προσελκύσει κατάλληλους επαγγελματίες, ενώ το 58% δυσκολεύεται να διατηρήσει τα πιο αποδοτικά στελέχη. Παράλληλα, ίσο ποσοστό (58%) αναφέρει προκλήσεις στη δέσμευση των εργαζομένων και το 56% αναδεικνύει την ανάγκη για πιο ρεαλιστικές προσδοκίες γύρω από τις αποδοχές και τις παροχές. Το μεγαλύτερο εμπόδιο, που αναφέρουν οι εργοδότες, είναι οι μη ρεαλιστικές μισθολογικές απαιτήσεις των υποψηφίων (76% το 2025, αυξημένο από 70% το 2024). Ακολουθούν η έλλειψη συγκεκριμένων δεξιοτήτων (51%), τα απαιτούμενα χρόνια εμπειρίας (37%) και η περιορισμένη εμπειρία στον κλάδο (36%). Για να παραμείνουν ανταγωνιστικές, οι εταιρείες επενδύουν σε πακέτα παροχών, που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις των εργαζομένων. Το 68% των επιχειρήσεων προσφέρει προγράμματα κατάρτισης, το 62% αυξάνει τις οικονομικές αποδοχές, ενώ 51% εφαρμόζει ευέλικτα μοντέλα εργασίας, όπως το υβριδικό ή πλήρως απομακρυσμένο. Το ίδιο ποσοστό επενδύει και σε ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης. Η ελκυστικότητα ενός εργοδότη βασίζεται, σύμφωνα με την έρευνα, σε τέσσερις βασικούς άξονες: το ανταγωνιστικό πακέτο αποδοχών (81%), το ευέλικτο μοντέλο εργασίας (65%), το ευχάριστο εργασιακό περιβάλλον (59%) και οι ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης (55%). Πέρα από τα παραπάνω, οι εταιρείες υιοθετούν πρακτικές, που ενισχύουν την ευεξία των εργαζομένων: το 90% προσφέρει δυνατότητα εργασίας από το σπίτι, το 88% επενδύει σε εκπαίδευση, το 68% προσφέρει ευελιξία στο ωράριο και το 61% εφαρμόζει μη χρηματικά κίνητρα αναγνώρισης. Οι πιο περιζήτητοι ρόλοι για το 2025 Το 78% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι σκοπεύει να προχωρήσει σε νέες προσλήψεις μέσα στο 2025, με κύρια αιτία την επιχειρηματική επέκταση. Ακολουθεί η ανάγκη δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας (62%) και η αναζήτηση εξειδικευμένων δεξιοτήτων (33%). Οι ειδικότητες με τη μεγαλύτερη ζήτηση είναι οι software developers/engineers (98%), οι data analysts, data engineers και data scientists (40%) και οι ειδικοί στην τεχνητή νοημοσύνη, όπως AI engineers και αρχιτέκτονες (31%). Στο μεταξύ, το 2025 αναδεικνύεται ως χρονιά-ορόσημο για την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης στον τεχνολογικό κλάδο. Το 62% των εταιρειών δηλώνει ότι υποστηρίζει ενεργά τη χρήση της AI, έναντι μόλις 40% το 2024. Επιπλέον, το 85% των επαγγελματιών αναγνωρίζει τη σημαντική επίδραση της AI στο μέλλον του κλάδου. Η AI αξιοποιείται ήδη σε τομείς, όπως το ανθρώπινο δυναμικό (33%), το μάρκετινγκ (29%) και η διοίκηση (24%), ενώ τα βασικά της οφέλη περιλαμβάνουν την ταχύτητα επεξεργασίας δεδομένων (71%), την αυτοματοποίηση εργασιών (62%) και την αύξηση παραγωγικότητας (55%). Οι προκλήσεις επικεντρώνονται στην προστασία δεδομένων (56%), στην έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού (55%) και στη διασφάλιση εμπιστευτικότητας (46%). View full είδηση
-
- τεχνολογία
- ελλάδα
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Η αγορά ακινήτων αλλάζει, όχι μόνον λόγω των νέων τεχνολογιών ή των διακυμάνσεων των τιμών, αλλά ουσιαστικά και σε βάθος, καθώς νέες δυνάμεις μετασχηματίζουν τον πυρήνα της: η κλιματική κρίση, οι κοινωνικές ανισότητες, η τεχνητή νοημοσύνη, η πολιτική αβεβαιότητα, ακόμα και η έννοια της κατοικίας ως κοινωνικού αγαθού. Όλο και περισσότερο, το real estate παύει να είναι ένας παραδοσιακός κλάδος και γίνεται ένα δυναμικό πεδίο, όπου συναντιούνται το περιβάλλον, η τεχνολογία, η οικονομία και η κοινωνία. Το συμπέρασμα αυτό αναδείχθηκε στο 31ο Ετήσιο Συνέδριο της European Real Estate Society (ERES), που διοργανώθηκε από το Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ακαδημαϊκά γεγονότα στην Ευρώπη στον τομέα της έρευνας για την ακίνητη περιουσία και ένα από τα μεγαλύτερα παγκοσμίως, προσελκύοντας πάνω από 250 ακαδημαϊκούς, ερευνητές και επαγγελματίες από όλο τον κόσμο. Από τις θεματικές ενότητες του συνεδρίου προέκυψαν οι τάσεις που διαμορφώνουν την αγορά ακινήτων σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο - και κατά συνέπεια και στη χώρα μας. Το τοπίο είναι πιο πολυδιάστατο από ποτέ, καθώς η αγορά τέμνεται πλέον με ζητήματα τεχνολογίας, περιβάλλοντος, κοινωνικής συνοχής, πολιτικής αστάθειας και νομισματικής πολιτικής. Κλιματικός κίνδυνος και νέοι επενδυτικοί κανόνες Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μοτίβα του συνεδρίου ήταν η αυξανόμενη επίδραση της κλιματικής αλλαγής στην αξία και τη λειτουργικότητα των ακινήτων. Οι πλημμύρες, η άνοδος της θερμοκρασίας και οι φυσικές καταστροφές έχουν αρχίσει να μεταφράζονται σε μετρήσιμες απώλειες, αλλά και σε νέους κανόνες αποτίμησης και δανεισμού. Μελέτες από χώρες όπως η Ολλανδία και η Αυστραλία καταδεικνύουν τη σημασία των εργαλείων green finance, των υποχρεωτικών γνωστοποιήσεων ρίσκου (flood risk disclosures) και των "πράσινων" χαρτοφυλακίων. Τεχνητή Νοημοσύνη και ψηφιοποίηση: Ο νέος χάρτης του real estate Η τεχνολογία αποτελεί πλέον καταλύτη για τον μετασχηματισμό της αγοράς. Από την ΑΙ στην αποτίμηση ακινήτων, μέχρι τα ψηφιακά εργαλεία διαχείρισης χαρτοφυλακίων και τις PropTech startups, οι αλλαγές είναι σαρωτικές. Οι αναλυτές χρησιμοποιούν machine learning για την πρόβλεψη τάσεων, ενώ οι αγοραστές και οι επενδυτές έχουν πρόσβαση σε πλατφόρμες που μειώνουν τη σημασία του ενδιάμεσου και ενισχύουν τη διαφάνεια. Η κρίση προσιτής στέγης σε παγκόσμιο επίπεδο Η έλλειψη προσιτής κατοικίας, οι καθυστερήσεις στις νέες κατασκευές και η γενικευμένη δυσκολία πρόσβασης σε αξιοπρεπή στέγη συνθέτουν μια παγκόσμια πρόκληση. Ερευνητικά δεδομένα αναδεικνύουν την ανάγκη για νέες πολιτικές στέγασης, συμπεριληπτικά μοντέλα κοινωνικής κατοικίας και επανεξέταση των επιδοτήσεων. Στο μικροσκόπιο μπήκαν και οι μορφές «ευάλωτης ιδιοκτησίας», ιδίως στις περιπτώσεις μεταναστών και μονογονεϊκών οικογενειών. Αβεβαιότητα, επιτόκια και γεωπολιτική αστάθεια Πολιτικοί και νομισματικοί παράγοντες επηρεάζουν βαθιά την αγορά. Από την αύξηση των επιτοκίων μέχρι τη μεταβλητότητα των κεφαλαιαγορών και τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, το πλαίσιο παραμένει ευμετάβλητο και επιβάλλει διαρκή επανεκτίμηση στρατηγικών από επενδυτές και θεσμικούς παίκτες. Βιωσιμότητα: Από τις πιστοποιήσεις στην κοινωνική αξία Η πράσινη μετάβαση είναι πλέον βασική στρατηγική ανάπτυξης. WELL και ESG πιστοποιήσεις, δείκτες ενεργειακής αποδοτικότητας και κυκλικής οικονομίας, αποτύπωμα άνθρακα και κοινωνικά ωφέλιμες παρεμβάσεις (όπως τα δημόσια πάρκα ή η ανακαίνιση ιστορικών κτιρίων) εντάσσονται πλέον στις παραμέτρους αποτίμησης. Ο ρόλος της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων Το real estate του 21ου αιώνα απαιτεί ένα νέο είδος επαγγελματία: οικονομολόγους με περιβαλλοντική συνείδηση, μηχανικούς με γνώση νομικών ρυθμίσεων, και εκπαιδευτικά ιδρύματα που ενσωματώνουν τεχνολογικά εργαλεία και διαθεματική σκέψη. Η εκπαίδευση δεν είναι απλώς υπόβαθρο - είναι κρίσιμος παράγοντας ανθεκτικότητας της αγοράς. Το ελληνικό παράδειγμα: Διεθνείς δυνάμεις, τοπικές δυναμικές Σε αυτό το παγκόσμιο πλαίσιο μετασχηματισμού, όπου η τεχνολογία, η βιωσιμότητα και οι κοινωνικές πιέσεις καθορίζουν τον ρόλο του real estate και στην Ελλάδα. Η δυναμική πορεία των τιμών και οι γεωγραφικές διαφοροποιήσεις που καταγράφονται στο 2ο τρίμηνο του 2025 αποτυπώνουν πώς οι διεθνείς τάσεις, αλλά και οι τοπικές πολιτικές, διαμορφώνουν μια ολοένα πιο σύνθετη και πολυεπίπεδη εγχώρια αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με τον δείκτη τιμών SPI του Spitogatos, που καταγράφει την εξέλιξη των μέσων ζητούμενων τιμών (ΜΖΤ) πώλησης και ενοικίασης, το 2ο τρίμηνο του 2025 παρουσίασε αυξήσεις 9,7% στις τιμές πώλησης και 7,2% στις τιμές ενοικίασης σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, η αύξηση ήταν 2,8% στις πωλήσεις και 4,2% στα ενοίκια. Τα Νότια Προάστια και οι Κυκλάδες διατηρούν την πρωτοκαθεδρία ως οι ακριβότερες περιοχές της χώρας. Ειδικότερα, η Βουλιαγμένη και η Βούλα παραμένουν οι κορυφαίες περιοχές στην Αττική για αγορά και ενοικίαση κατοικίας, με τις Κυκλάδες να καταγράφουν μέσο ζητούμενο ενοίκιο στα 15,3 ευρώ/τ.μ. Στον αντίποδα, Καστοριά, Κιλκίς, Φλώρινα και Πέλλα συγκαταλέγονται στις πιο προσιτές περιοχές, με τιμές πώλησης κάτω από τα 1.000 ευρώ/τ.μ. και ενοικίαση κάτω από 5 ευρώ/τ.μ. Παράλληλα, δυναμική άνοδος τιμών καταγράφεται και σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας, στα Δυτικά Προάστια, αλλά και σε τμήματα των Προαστίων του Πειραιά. Προγράμματα όπως το «Σπίτι μου 2», η τουριστική κίνηση και οι κοινωνικές παρεμβάσεις υπέρ των ενοικιαστών επηρέασαν τη ζήτηση, ενώ η αναμονή για τις βάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια προσέδωσε προσωρινή κινητικότητα σε φοιτητικές περιοχές. Η κτηματαγορά στην Ελλάδα όπως και διεθνώς δεν μπορεί πια να ερμηνεύεται αποκλειστικά από την σχέση προσφορά και ζήτηση. Η τιμή δεν ορίζεται μόνο από τα τετραγωνικά ή τη θέση, αλλά από νέα δεδομένα που περιλαμβάνουν την τεχνολογία, τη βιωσιμότητα, την ανθεκτικότητα και τη διαφάνεια.
-
Η αγορά ακινήτων αλλάζει, όχι μόνον λόγω των νέων τεχνολογιών ή των διακυμάνσεων των τιμών, αλλά ουσιαστικά και σε βάθος, καθώς νέες δυνάμεις μετασχηματίζουν τον πυρήνα της: η κλιματική κρίση, οι κοινωνικές ανισότητες, η τεχνητή νοημοσύνη, η πολιτική αβεβαιότητα, ακόμα και η έννοια της κατοικίας ως κοινωνικού αγαθού. Όλο και περισσότερο, το real estate παύει να είναι ένας παραδοσιακός κλάδος και γίνεται ένα δυναμικό πεδίο, όπου συναντιούνται το περιβάλλον, η τεχνολογία, η οικονομία και η κοινωνία. Το συμπέρασμα αυτό αναδείχθηκε στο 31ο Ετήσιο Συνέδριο της European Real Estate Society (ERES), που διοργανώθηκε από το Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ακαδημαϊκά γεγονότα στην Ευρώπη στον τομέα της έρευνας για την ακίνητη περιουσία και ένα από τα μεγαλύτερα παγκοσμίως, προσελκύοντας πάνω από 250 ακαδημαϊκούς, ερευνητές και επαγγελματίες από όλο τον κόσμο. Από τις θεματικές ενότητες του συνεδρίου προέκυψαν οι τάσεις που διαμορφώνουν την αγορά ακινήτων σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο - και κατά συνέπεια και στη χώρα μας. Το τοπίο είναι πιο πολυδιάστατο από ποτέ, καθώς η αγορά τέμνεται πλέον με ζητήματα τεχνολογίας, περιβάλλοντος, κοινωνικής συνοχής, πολιτικής αστάθειας και νομισματικής πολιτικής. Κλιματικός κίνδυνος και νέοι επενδυτικοί κανόνες Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μοτίβα του συνεδρίου ήταν η αυξανόμενη επίδραση της κλιματικής αλλαγής στην αξία και τη λειτουργικότητα των ακινήτων. Οι πλημμύρες, η άνοδος της θερμοκρασίας και οι φυσικές καταστροφές έχουν αρχίσει να μεταφράζονται σε μετρήσιμες απώλειες, αλλά και σε νέους κανόνες αποτίμησης και δανεισμού. Μελέτες από χώρες όπως η Ολλανδία και η Αυστραλία καταδεικνύουν τη σημασία των εργαλείων green finance, των υποχρεωτικών γνωστοποιήσεων ρίσκου (flood risk disclosures) και των "πράσινων" χαρτοφυλακίων. Τεχνητή Νοημοσύνη και ψηφιοποίηση: Ο νέος χάρτης του real estate Η τεχνολογία αποτελεί πλέον καταλύτη για τον μετασχηματισμό της αγοράς. Από την ΑΙ στην αποτίμηση ακινήτων, μέχρι τα ψηφιακά εργαλεία διαχείρισης χαρτοφυλακίων και τις PropTech startups, οι αλλαγές είναι σαρωτικές. Οι αναλυτές χρησιμοποιούν machine learning για την πρόβλεψη τάσεων, ενώ οι αγοραστές και οι επενδυτές έχουν πρόσβαση σε πλατφόρμες που μειώνουν τη σημασία του ενδιάμεσου και ενισχύουν τη διαφάνεια. Η κρίση προσιτής στέγης σε παγκόσμιο επίπεδο Η έλλειψη προσιτής κατοικίας, οι καθυστερήσεις στις νέες κατασκευές και η γενικευμένη δυσκολία πρόσβασης σε αξιοπρεπή στέγη συνθέτουν μια παγκόσμια πρόκληση. Ερευνητικά δεδομένα αναδεικνύουν την ανάγκη για νέες πολιτικές στέγασης, συμπεριληπτικά μοντέλα κοινωνικής κατοικίας και επανεξέταση των επιδοτήσεων. Στο μικροσκόπιο μπήκαν και οι μορφές «ευάλωτης ιδιοκτησίας», ιδίως στις περιπτώσεις μεταναστών και μονογονεϊκών οικογενειών. Αβεβαιότητα, επιτόκια και γεωπολιτική αστάθεια Πολιτικοί και νομισματικοί παράγοντες επηρεάζουν βαθιά την αγορά. Από την αύξηση των επιτοκίων μέχρι τη μεταβλητότητα των κεφαλαιαγορών και τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, το πλαίσιο παραμένει ευμετάβλητο και επιβάλλει διαρκή επανεκτίμηση στρατηγικών από επενδυτές και θεσμικούς παίκτες. Βιωσιμότητα: Από τις πιστοποιήσεις στην κοινωνική αξία Η πράσινη μετάβαση είναι πλέον βασική στρατηγική ανάπτυξης. WELL και ESG πιστοποιήσεις, δείκτες ενεργειακής αποδοτικότητας και κυκλικής οικονομίας, αποτύπωμα άνθρακα και κοινωνικά ωφέλιμες παρεμβάσεις (όπως τα δημόσια πάρκα ή η ανακαίνιση ιστορικών κτιρίων) εντάσσονται πλέον στις παραμέτρους αποτίμησης. Ο ρόλος της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων Το real estate του 21ου αιώνα απαιτεί ένα νέο είδος επαγγελματία: οικονομολόγους με περιβαλλοντική συνείδηση, μηχανικούς με γνώση νομικών ρυθμίσεων, και εκπαιδευτικά ιδρύματα που ενσωματώνουν τεχνολογικά εργαλεία και διαθεματική σκέψη. Η εκπαίδευση δεν είναι απλώς υπόβαθρο - είναι κρίσιμος παράγοντας ανθεκτικότητας της αγοράς. Το ελληνικό παράδειγμα: Διεθνείς δυνάμεις, τοπικές δυναμικές Σε αυτό το παγκόσμιο πλαίσιο μετασχηματισμού, όπου η τεχνολογία, η βιωσιμότητα και οι κοινωνικές πιέσεις καθορίζουν τον ρόλο του real estate και στην Ελλάδα. Η δυναμική πορεία των τιμών και οι γεωγραφικές διαφοροποιήσεις που καταγράφονται στο 2ο τρίμηνο του 2025 αποτυπώνουν πώς οι διεθνείς τάσεις, αλλά και οι τοπικές πολιτικές, διαμορφώνουν μια ολοένα πιο σύνθετη και πολυεπίπεδη εγχώρια αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με τον δείκτη τιμών SPI του Spitogatos, που καταγράφει την εξέλιξη των μέσων ζητούμενων τιμών (ΜΖΤ) πώλησης και ενοικίασης, το 2ο τρίμηνο του 2025 παρουσίασε αυξήσεις 9,7% στις τιμές πώλησης και 7,2% στις τιμές ενοικίασης σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, η αύξηση ήταν 2,8% στις πωλήσεις και 4,2% στα ενοίκια. Τα Νότια Προάστια και οι Κυκλάδες διατηρούν την πρωτοκαθεδρία ως οι ακριβότερες περιοχές της χώρας. Ειδικότερα, η Βουλιαγμένη και η Βούλα παραμένουν οι κορυφαίες περιοχές στην Αττική για αγορά και ενοικίαση κατοικίας, με τις Κυκλάδες να καταγράφουν μέσο ζητούμενο ενοίκιο στα 15,3 ευρώ/τ.μ. Στον αντίποδα, Καστοριά, Κιλκίς, Φλώρινα και Πέλλα συγκαταλέγονται στις πιο προσιτές περιοχές, με τιμές πώλησης κάτω από τα 1.000 ευρώ/τ.μ. και ενοικίαση κάτω από 5 ευρώ/τ.μ. Παράλληλα, δυναμική άνοδος τιμών καταγράφεται και σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας, στα Δυτικά Προάστια, αλλά και σε τμήματα των Προαστίων του Πειραιά. Προγράμματα όπως το «Σπίτι μου 2», η τουριστική κίνηση και οι κοινωνικές παρεμβάσεις υπέρ των ενοικιαστών επηρέασαν τη ζήτηση, ενώ η αναμονή για τις βάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια προσέδωσε προσωρινή κινητικότητα σε φοιτητικές περιοχές. Η κτηματαγορά στην Ελλάδα όπως και διεθνώς δεν μπορεί πια να ερμηνεύεται αποκλειστικά από την σχέση προσφορά και ζήτηση. Η τιμή δεν ορίζεται μόνο από τα τετραγωνικά ή τη θέση, αλλά από νέα δεδομένα που περιλαμβάνουν την τεχνολογία, τη βιωσιμότητα, την ανθεκτικότητα και τη διαφάνεια. View full είδηση
-
Στον παρακάτω χάρτη απεικονίζεται ο δείκτης ξηρασίας στην Ελλάδα την 1η Ιουλίου 2025, σύμφωνα με την ανάλυση της ομάδας ΜΕΤΕΟ του ΕΑΑ. Όπως προκύπτει, μεγάλο μέρος της Κρήτης, της Πελοποννήσου, της δυτικής Στερεάς Ελλάδας και της Θράκης βρίσκονται σε συνθήκες ξηρασίας. Από έντονη ή ακραία ξηρασία (επίπεδα 4 και 5) πλήττονται αρκετές περιοχές στους νομούς Χανίων, Ηρακλείου, Λασιθίου, Αρκαδίας, Αργολίδας, Μεσσηνίας, Ηλείας και Λέσβου. Μετά τις ιδιαίτερα ψηλές θερμοκρασίες και χαμηλές βροχοπτώσεις του Ιουνίου, σχεδόν το σύνολο της χώρας βρίσκεται σε υψηλότερο για την εποχή επίπεδο ξηρασίας σε σχέση με τις αρχές Ιουνίου. Η αξιολόγηση των συνθηκών ξηρασίας βασίζεται στην εδαφική υγρασία του στρώματος μεταξύ 28 και 100 εκατοστών κάτω από την επιφάνεια. Η περιεκτικότητα σε νερό στο στρώμα αυτό είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη και απόδοση πολλών γεωργικών καλλιεργειών και αντικατοπτρίζει την επίδραση του υετού, της εξατμισοδιαπνοής και της απορροής/διήθησης νερού στο έδαφος σε ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν η εδαφική υγρασία σε αυτό το στρώμα είναι αρκετά κάτω από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα μιας συγκεκριμένης περιοχής, αυτό συνεπάγεται συνθήκες (σχετικής) ξηρασίας και άρα παρατεταμένο υδατικό στρες για τις καλλιέργειες. Με βάση τα δεδομένα εδαφικής υγρασίας της υπηρεσίας Copernicus της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπολογίζουμε τον κανονικοποιημένο δείκτη απόκλισης εδαφικής υγρασίας (SSMI) λαμβάνοντας υπόψη τις τωρινές συνθήκες καθώς και αυτές κατά την περίοδο αναφοράς 1991-2020. Ανάλογα με την τιμή του δείκτη αυτού κατατάσσουμε την ξηρασία στα επίπεδα 1 έως 5, τα οποία με τη σειρά υποδηλώνουν ήπια, μέτρια, σημαντική, έντονη και ακραία ξηρασία. Οι καταστάσεις αυτές έχουν σχετική και όχι απόλυτη έννοια. Για παράδειγμα, αν η εδαφική υγρασία είναι αρκετά χαμηλή για τα δεδομένα μιας περιοχής την συγκεκριμένη περίοδο του έτους, τότε ενδέχεται να έχουμε έως και ακραία ξηρασία χωρίς να είναι τελείως ξερό το έδαφος. Στις περιπτώσεις όπου ο δείκτης SSMI είναι ελαφρώς αρνητικός ή θετικός, τότε βρισκόμαστε σε κανονικές για την εποχή συνθήκες, ενώ αν είναι σημαντικά θετικός τότε έχουμε πλεόνασμα υγρασίας στο έδαφος. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ελλείψει επιτόπιων παρατηρήσεων οι τιμές εδαφικής υγρασίας αποτελούν εκτίμηση εξειδικευμένου μοντέλου για την επιφάνεια της Γης (ERA5-Land) και κατά τόπους ενδέχεται να υπάρχουν αποκλίσεις από τις πραγματικές συνθήκες. Εικόνα 1. Επίπεδα ξηρασίας στην Ελλάδα κατά την 1η Ιουλίου 2025. Οι περιοχές που βρίσκονται σε κατάσταση σχετικής ξηρασίας είναι χρωματισμένες σύμφωνα με την 5-βάθμια κλίμακα στο άνω δεξιά άκρο του χάρτη. Περιοχές όπου η εδαφική υγρασία είναι σημαντικά πάνω από τα κανονικά επίπεδα απεικονίζονται με πράσινο, ενώ περιοχές με εδαφική υγρασία κοντά στην μέση τιμή απεικονίζονται με άσπρο.
-
Στον παρακάτω χάρτη απεικονίζεται ο δείκτης ξηρασίας στην Ελλάδα την 1η Ιουλίου 2025, σύμφωνα με την ανάλυση της ομάδας ΜΕΤΕΟ του ΕΑΑ. Όπως προκύπτει, μεγάλο μέρος της Κρήτης, της Πελοποννήσου, της δυτικής Στερεάς Ελλάδας και της Θράκης βρίσκονται σε συνθήκες ξηρασίας. Από έντονη ή ακραία ξηρασία (επίπεδα 4 και 5) πλήττονται αρκετές περιοχές στους νομούς Χανίων, Ηρακλείου, Λασιθίου, Αρκαδίας, Αργολίδας, Μεσσηνίας, Ηλείας και Λέσβου. Μετά τις ιδιαίτερα ψηλές θερμοκρασίες και χαμηλές βροχοπτώσεις του Ιουνίου, σχεδόν το σύνολο της χώρας βρίσκεται σε υψηλότερο για την εποχή επίπεδο ξηρασίας σε σχέση με τις αρχές Ιουνίου. Η αξιολόγηση των συνθηκών ξηρασίας βασίζεται στην εδαφική υγρασία του στρώματος μεταξύ 28 και 100 εκατοστών κάτω από την επιφάνεια. Η περιεκτικότητα σε νερό στο στρώμα αυτό είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη και απόδοση πολλών γεωργικών καλλιεργειών και αντικατοπτρίζει την επίδραση του υετού, της εξατμισοδιαπνοής και της απορροής/διήθησης νερού στο έδαφος σε ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν η εδαφική υγρασία σε αυτό το στρώμα είναι αρκετά κάτω από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα μιας συγκεκριμένης περιοχής, αυτό συνεπάγεται συνθήκες (σχετικής) ξηρασίας και άρα παρατεταμένο υδατικό στρες για τις καλλιέργειες. Με βάση τα δεδομένα εδαφικής υγρασίας της υπηρεσίας Copernicus της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπολογίζουμε τον κανονικοποιημένο δείκτη απόκλισης εδαφικής υγρασίας (SSMI) λαμβάνοντας υπόψη τις τωρινές συνθήκες καθώς και αυτές κατά την περίοδο αναφοράς 1991-2020. Ανάλογα με την τιμή του δείκτη αυτού κατατάσσουμε την ξηρασία στα επίπεδα 1 έως 5, τα οποία με τη σειρά υποδηλώνουν ήπια, μέτρια, σημαντική, έντονη και ακραία ξηρασία. Οι καταστάσεις αυτές έχουν σχετική και όχι απόλυτη έννοια. Για παράδειγμα, αν η εδαφική υγρασία είναι αρκετά χαμηλή για τα δεδομένα μιας περιοχής την συγκεκριμένη περίοδο του έτους, τότε ενδέχεται να έχουμε έως και ακραία ξηρασία χωρίς να είναι τελείως ξερό το έδαφος. Στις περιπτώσεις όπου ο δείκτης SSMI είναι ελαφρώς αρνητικός ή θετικός, τότε βρισκόμαστε σε κανονικές για την εποχή συνθήκες, ενώ αν είναι σημαντικά θετικός τότε έχουμε πλεόνασμα υγρασίας στο έδαφος. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ελλείψει επιτόπιων παρατηρήσεων οι τιμές εδαφικής υγρασίας αποτελούν εκτίμηση εξειδικευμένου μοντέλου για την επιφάνεια της Γης (ERA5-Land) και κατά τόπους ενδέχεται να υπάρχουν αποκλίσεις από τις πραγματικές συνθήκες. Εικόνα 1. Επίπεδα ξηρασίας στην Ελλάδα κατά την 1η Ιουλίου 2025. Οι περιοχές που βρίσκονται σε κατάσταση σχετικής ξηρασίας είναι χρωματισμένες σύμφωνα με την 5-βάθμια κλίμακα στο άνω δεξιά άκρο του χάρτη. Περιοχές όπου η εδαφική υγρασία είναι σημαντικά πάνω από τα κανονικά επίπεδα απεικονίζονται με πράσινο, ενώ περιοχές με εδαφική υγρασία κοντά στην μέση τιμή απεικονίζονται με άσπρο. View full είδηση
-
Η αγορά των ακινήτων στην Ελλάδα συνεχίζει να αναπτύσσεται δυναμικά, όμως, oρισμένες περιοχές συγκεντρώνουν αυξημένο ενδιαφέρον από υποψήφιους αγοραστές και επενδυτές. Τα στοιχεία της έρευνας της Engel & Völkers Ελλάδος η οποία αξιοποίησε δεδομένα από το Ahrefs αποτυπώνουν αλλαγή στις προτιμήσεις των αγοραστών στρέφονται σε περιοχές με δυναμική ισορροπία ποιότητας ζωής και προσβασιμότητας καθώς και ευκαιρίες για επενδυτική αξιοποίηση. Σύμφωνα με την ανάλυση της Engel & Völkers, αυτές είναι οι δέκα περιοχές που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για αγορά ακινήτου το 2025: Πολίχνη Θεσσαλονίκης (+16%): Μια περιοχή στα δυτικά προάστια της Θεσσαλονίκης που ξεχωρίζει για τις προσιτές τιμές και το οικογενειακό της περιβάλλον, καθιστώντας την ελκυστική για νέους αγοραστές. Ηράκλειο Κρήτης (+14%): Το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Κρήτης σημειώνει αυξημένη ζήτηση χάρη στη σταθερή ανάπτυξη, την έντονη τουριστική κίνηση και τη συνεχή αναβάθμιση υποδομών. Τρίπολη Πελοποννήσου (+14%): Η πρωτεύουσα της Αρκαδίας προσφέρει ποιότητα ζωής και άμεση πρόσβαση από την Αθήνα, στοιχεία που την κατατάσσουν ανάμεσα στις ανερχόμενες επιλογές. Περιστέρι Αττικής (+12%): Μια ζωντανή περιοχή της δυτικής Αθήνας, με εύκολη πρόσβαση μέσω μετρό και ανταγωνιστικές τιμές που προσελκύουν το ενδιαφέρον αγοραστών. Θέρμη Θεσσαλονίκης (+11%): Μια περιοχή στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης που προσφέρει κατοικίες υψηλών προδιαγραφών και ποιοτική καθημερινότητα για οικογένειες και επαγγελματίες. Χαλάνδρι (+11%): Η περιοχή των βορείων προαστίων της Αττικής συνδυάζει urban lifestyle με πράσινους χώρους και εύκολη πρόσβαση. Ηλιούπολη (+11%) Η γειτονιά στο νότιο τμήμα της Αττικής έχει άμεση πρόσβαση στο κέντρο μέσω μετρό, ενώ ξεχωρίζει ο ήρεμος της χαρακτήρας. Αγία Παρασκευή (+11%): Η ποιοτική κατασκευή, το πράσινο και η οργανωμένη καθημερινότητα κάνουν την περιοχή να ξεχωρίζει. Καλαμάτα (+10%): Η πρωτεύουσα της Μεσσηνίας εξελίσσεται σε δυναμικό περιφερειακό προορισμό, με ανάπτυξη τόσο στον τουρισμό όσο και στην αγορά κατοικίας. Παλαιό Φάληρο (+9%): Η περιοχή στα νότια προάστια της Αττικής προσφέρει άμεση πρόσβαση στη θάλασσα και υψηλή ποιότητα διαβίωσης, στοιχεία που την καθιστούν ελκυστική για αγοραστές υψηλών απαιτήσεων.
-
Η αγορά των ακινήτων στην Ελλάδα συνεχίζει να αναπτύσσεται δυναμικά, όμως, oρισμένες περιοχές συγκεντρώνουν αυξημένο ενδιαφέρον από υποψήφιους αγοραστές και επενδυτές. Τα στοιχεία της έρευνας της Engel & Völkers Ελλάδος η οποία αξιοποίησε δεδομένα από το Ahrefs αποτυπώνουν αλλαγή στις προτιμήσεις των αγοραστών στρέφονται σε περιοχές με δυναμική ισορροπία ποιότητας ζωής και προσβασιμότητας καθώς και ευκαιρίες για επενδυτική αξιοποίηση. Σύμφωνα με την ανάλυση της Engel & Völkers, αυτές είναι οι δέκα περιοχές που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για αγορά ακινήτου το 2025: Πολίχνη Θεσσαλονίκης (+16%): Μια περιοχή στα δυτικά προάστια της Θεσσαλονίκης που ξεχωρίζει για τις προσιτές τιμές και το οικογενειακό της περιβάλλον, καθιστώντας την ελκυστική για νέους αγοραστές. Ηράκλειο Κρήτης (+14%): Το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Κρήτης σημειώνει αυξημένη ζήτηση χάρη στη σταθερή ανάπτυξη, την έντονη τουριστική κίνηση και τη συνεχή αναβάθμιση υποδομών. Τρίπολη Πελοποννήσου (+14%): Η πρωτεύουσα της Αρκαδίας προσφέρει ποιότητα ζωής και άμεση πρόσβαση από την Αθήνα, στοιχεία που την κατατάσσουν ανάμεσα στις ανερχόμενες επιλογές. Περιστέρι Αττικής (+12%): Μια ζωντανή περιοχή της δυτικής Αθήνας, με εύκολη πρόσβαση μέσω μετρό και ανταγωνιστικές τιμές που προσελκύουν το ενδιαφέρον αγοραστών. Θέρμη Θεσσαλονίκης (+11%): Μια περιοχή στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης που προσφέρει κατοικίες υψηλών προδιαγραφών και ποιοτική καθημερινότητα για οικογένειες και επαγγελματίες. Χαλάνδρι (+11%): Η περιοχή των βορείων προαστίων της Αττικής συνδυάζει urban lifestyle με πράσινους χώρους και εύκολη πρόσβαση. Ηλιούπολη (+11%) Η γειτονιά στο νότιο τμήμα της Αττικής έχει άμεση πρόσβαση στο κέντρο μέσω μετρό, ενώ ξεχωρίζει ο ήρεμος της χαρακτήρας. Αγία Παρασκευή (+11%): Η ποιοτική κατασκευή, το πράσινο και η οργανωμένη καθημερινότητα κάνουν την περιοχή να ξεχωρίζει. Καλαμάτα (+10%): Η πρωτεύουσα της Μεσσηνίας εξελίσσεται σε δυναμικό περιφερειακό προορισμό, με ανάπτυξη τόσο στον τουρισμό όσο και στην αγορά κατοικίας. Παλαιό Φάληρο (+9%): Η περιοχή στα νότια προάστια της Αττικής προσφέρει άμεση πρόσβαση στη θάλασσα και υψηλή ποιότητα διαβίωσης, στοιχεία που την καθιστούν ελκυστική για αγοραστές υψηλών απαιτήσεων. View full είδηση
-
Διεθνής επιστημονική μελέτη με επικεφαλής ερευνήτρια του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, προτείνει μία νέα προσέγγιση στον υπολογισμό πρόβλεψης σεισμικού κινδύνου ενώ αναλύει την επαναληψιμότητά μεγασεισμών (Μ>6) σε ενεργά ρήγματα παγκοσμίως. Παράλληλα η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Journal of Geophysical Research - Solid Earth, αναδεικνύει τη σημασία της παλαιοσεισμολογίας στην κατανόηση του φαινομένου των σεισμών και επιχειρεί να κατανοήσει καλύτερα τη σεισμική ωριμότητα (και συμπεριφορά) των ρηγμάτων «χτίζοντας»’ και αναλύοντας μία παγκόσμια βάση δεδομένων από 900 μεγάλους (Μ>6) προϊστορικούς και ιστορικούς σεισμούς που διέρρηξαν την επιφάνεια του Γης τα τελευταία περίπου 80.000 χρόνια σε πέντε τεκτονικά ενεργές περιοχές του πλανήτη - μεταξύ αυτών και η Ελλάδα. Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η κύρια ερευνήτρια του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και επικεφαλής της ερευνητικής προσπάθειας, Δρ. Βασιλική Μουσλοπούλου, εξετάζεται ουσιαστικά η «σεισμική ωριμότητα» πολλών ενεργών σεισμικών ρηγμάτων παγκοσμίως κι επιδιώκεται η κατανόηση της μελλοντικής συμπεριφοράς τους, όχι όμως για να «προβλέψει» τον επόμενο μεγάλο σεισμό (αυτό είναι αδύνατον), αλλά για να συμβάλει στο να δημιουργηθούν πιο αξιόπιστα μοντέλα πρόβλεψης σεισμικού κινδύνου παγκοσμίως. Σύμφωνα με την ερευνήτρια, οι γεωσεισμολόγοι (earthquake geologists), γνωρίζουν ότι οι σεισμοί παράγονται από θραύση πετρωμάτων κατά μήκος ενεργών ρηγμάτων. Οι μεγαλύτεροι από αυτούς (μέγεθος >6) διαρρηγνύουν την επιφάνεια του εδάφους, αφήνοντας το αποτύπωμά τους στο ανάγλυφο. Το αποτύπωμα αυτό, όπως τονίζει η Δρ. Μουσλοπούλου, δύναται να μελετηθεί και να μας δώσει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το μέγεθος και την ηλικία των ισχυρών προϊστορικών σεισμών που φιλοξενήθηκαν από ένα συγκεκριμένο ρήγμα, δηλαδή, την σεισμική ιστορία του ρήγματος. «Το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών ισχυρών σεισμών σε ένα ρήγμα αντιστοιχεί σε έναν σεισμικό κύκλο, ενώ η συχνότητα των ισχυρών σεισμών (σεισμικών κύκλων) στο συγκεκριμένο ρήγμα, ονομάζεται «ρυθμός επανάληψης». Αυτές οι δύο παράμετροι βρίσκονται στην καρδιά της ανάλυσής μας. Γνωρίζοντας πότε συνέβη ο τελευταίος ισχυρός σεισμός σε ένα ρήγμα, και τη μέση διάρκεια του σεισμικού του κύκλου, έχουμε κάποια ένδειξη για το πότε ενδέχεται να συμβεί ο επόμενος μεγάλος σεισμός», υπογραμμίζει. Με εικοσαετή εμπειρία στο πεδίο της Γεωσεισμολογίας η κυρία Μουσλοπούλου επισημαίνει τη σημασία που έχει η παλαιοσεισμολογία ως εργαλείο για την επέκταση του χρονικού παραθύρου καταγραφής ισχυρών σεισμών ανά ρήγμα, από μερικές δεκάδες χρόνια (που προσφέρουν οι ενόργανες μετρήσεις) σε δεκάδες χιλιάδες χρόνια. Στην παρούσα μελέτη, όπως εξηγεί, ανέτρεξαν πίσω περίπου 80.000 χρόνια - κάτι το οποίο όπως αναφέρει είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή, κατά μέσο όρο, οι ισχυροί σεισμοί γεννιούνται από ένα ενεργό ρήγμα ανά χρονικές περιόδους που ξεπερνούν κατά πολύ την ζωή μας, τις ενόργανες μετρήσεις μας, ή τις ιστορικές μας καταγραφές. «Συνεπώς, για να κατανοήσουμε πώς συμπεριφέρονται τα ρήγματα σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου, αν υπάρχουν γενικοί νόμοι που διέπουν τη σεισμική τους δράση ή σε τι οφείλονται οι διαφορές τους, θα πρέπει να στηριχτούμε στην «τέχνη» της «παλαιοσεισμολογίας». Για την έρευνα, για την οποία συνεργάστηκαν επιστήμονες από Ελλάδα, Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία, συγκεντρώθηκαν τα καλύτερα διατηρημένα «αρχεία» ισχυρών σεισμών ανά ρήγμα, στις πιο σεισμογενείς περιοχές της Γης, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων ρηγμάτων που έχουν «σπάσει» σε ιστορικούς χρόνους. Τα αποτελέσματα της έρευνας, όπως υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η επικεφαλής ερευνήτρια, «δείχνουν ότι η πλειοψηφία των ρηγμάτων που μελετήθηκαν δεν είναι ακόμα «ώριμα» για να δώσουν ισχυρό σεισμό - με εξαίρεση την Καλιφόρνια, όπου πολλά ρήγματα έχουν καθυστερήσει σημαντικά να «σπάσουν», σε σχέση με τη μέση διάρκεια του σεισμικού τους κύκλου». Επιπλέον, διαπίστωσαν ότι η χρήση του μέσου ρυθμού επανάληψης μεγάλων προϊστορικών σεισμών ανά ρήγμα, «προβλέπει» αρκετά ρεαλιστικά τον χρονισμό (timing) του τελευταίου ισχυρού ιστορικού σεισμού στα περισσότερα (80-100%) ρήγματα της Ελλάδας, της Νέας Ζηλανδίας, της Ιαπωνίας, της Καλιφόρνιας και της περιοχής Basin and Range των ΗΠΑ. Επομένως, σύμφωνα με την κυρία Μουσλοπούλου, «για να κατανοήσουμε καλύτερα τη μελλοντική συμπεριφορά των ρηγμάτων παγκοσμίως και να δημιουργήσουμε πιο αξιόπιστα μοντέλα πρόβλεψης σεισμικού κινδύνου, προτείνουμε ότι οι επιστήμονες θα πρέπει να εξετάζουν το χρονικό διάστημα ανάμεσα στον προτελευταίο και στον τελευταίο μεγάλο σεισμό ανά ρήγμα -δηλαδή έναν πλήρη σεισμικό κύκλο στη ζωή του ρήγματος- αντί να βασίζονται μόνο στον χρόνο που έχει περάσει από τον πιο πρόσφατο ισχυρό σεισμό - όπως γίνεται τώρα. Αυτή η προσέγγιση αντικατοπτρίζει πιο πιστά τα μοτίβα σεισμικής δραστηριότητας που παρατηρούμε στα ρήγματα σε πολλές διαφορετικές περιοχές του κόσμου - με εξαίρεση την Καλιφόρνια». Η σημασία της έρευνας για την Ελλάδα Όσον αφορά την Ελλάδα, η έρευνα δείχνει ότι, αν και τα παλαιοσεισμολογικά δεδομένα στη χώρα μας είναι λιγοστά και εστιάζουν κυρίως σε ρήγματα που έδωσαν ισχυρούς σεισμούς πρόσφατα, είναι υπερπολύτιμα αφού συνέβαλαν στην εξαγωγή συμπερασμάτων για την επαναληψιμότητα των σεισμών παγκοσμίως. «Η σεισμική συμπεριφορά των ρηγμάτων της Ελλάδος αναφορικά με την επαναληψιμότητα των ισχυρών προϊστορικών σεισμών, παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά με εκείνα των ρηγμάτων σε στις υπόλοιπες περιοχές που μελετήθηκαν παγκοσμίως - με εξαίρεση την Καλιφόρνια. Διαπιστώσαμε, επίσης, ότι σχεδόν όλοι οι ισχυροί ιστορικοί σεισμοί στην Ελλάδα συνέβησαν (λίγο-πολύ) τότε που τους περιμέναμε - εννοώ εκ των υστέρων, κοιτώντας πίσω στον χρόνο και με βάση τη μέση διάρκεια του σεισμικού κύκλου του κάθε ρήγματος που έσπασε. Παράλληλα, παρατηρήσαμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ρηγμάτων στην Ελλάδα για τα οποία έχουμε αρχεία προϊστορικών σεισμών, είναι εκείνα που έχουν ήδη «σπάσει» πρόσφατα (στους ιστορικούς χρόνους)», σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κυρία Μουσλοπούλου ενώ προτρέπει την επιστημονική κοινότητα στην Ελλάδα να αποκωδικοποιήσει την σεισμική ιστορία των ενεργών ρηγμάτων που δεν έχουν δώσει ισχυρούς σεισμούς στους ιστορικούς χρόνους, γιατί έτσι θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε εκείνα που είναι «ώριμα» (ή και «υπερώριμα») για θραύση στο κοντινό μέλλον. Όπως τονίζει η Ελλάδα αν κι έχει πάρα πολλά ρήγματα, έχει μελετηθεί η σεισμική ιστορία σε λιγότερο από το 10% αυτών. «Αυτό αφήνει πολλά περιθώρια για βελτίωση αναφορικά με συλλογή προϊστορικών δεδομένων ισχυρών σεισμών στην Ελλάδα, που είναι ο μόνος δρόμος για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα ποια ρήγματα είναι κοντά σε θραύση και πόσο μεγάλοι θα είναι οι σεισμοί που θα γεννηθούν, καθώς όλα τα ρήγματα δεν δίνουν το ίδιο μεγάλους σεισμούς. Παρότι είμαστε μία από τις πιο πλούσιες σε ισχυρούς σεισμούς χώρες του κόσμου, ταυτόχρονα είμαστε και η χώρα με τις λιγότερες καταγραφές προϊστορικών σεισμών και τη σχετικά ελλιπή καταγραφή των ενεργών ρηγμάτων της πατρίδας μας», υπογραμμίζει η κυρία Μουσλοπούλου. Σύμφωνα με την ίδια, χρειάζεται να καταγραφούν όλα ή όσο το δυνατόν περισσότερα από τα ενεργά ρήγματα στον χερσαίο και θαλάσσιο χώρο της Ελλάδος ενώ προτεραιότητα επίσης χρειάζεται να δοθεί και στη μελέτη εκείνων των ρηγμάτων που είναι κοντά σε πόλεις και έχουν μεγάλο μήκος. «Θα πρέπει να καταγράψουμε τη σεισμική ιστορία όσο περισσότερων ενεργών ρηγμάτων μπορούμε για να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε patterns, δηλαδή σεισμικές συμπεριφορές, και συγκεκριμένα ποια ρήγματα είναι κοντά σε θραύση. Δεν υπάρχει πρόγνωση, ούτε είμαστε κοντά σε κάποια πρόγνωση. Ωστόσο μπορούμε να βελτιώσουμε τον υπολογισμό της σεισμικής επικινδυνότητας ανά περιοχή και πού βρίσκονται οι πιο σημαντικές σεισμικές πηγές», υπογραμμίζει. Παράλληλα η μελέτη ανέδειξε επίσης και το ζήτημα της εφαρμογής μοντέλων «τύπου Καλιφόρνιας» στα ελληνικά δεδομένα (αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο), η οποία σύμφωνα με τους συντελεστές της έρευνας πιθανόν εισάγει μεροληψία και σφάλματα στην προσπάθεια υπολογισμού σεισμικού κινδύνου . «Η νέα μελέτη προσφέρει μια ευκαιρία να επανεξεταστεί αυτή η προσέγγιση», σημειώνει η κυρία Μουσλοπούλου. Επιπλέον, μία εφαρμογή σε πρακτικό επίπεδο που θα μπορούσε να έχει η έρευνα, όπως τονίζει, είναι στους συντελεστές δόμησης των κτιρίων. «Αυτοί υπολογίζονται βάσει της σεισμικής επικινδυνότητας κάθε περιοχής. Ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται τώρα η σεισμική επικίνδυνότητα ενδεχομένως να αλλάξει. Και αυτό να φέρει κάποιες αλλαγές, αν εφαρμοστεί, στους οικοδομικούς κώδικες που έχει θεσπίσει η Ελλάδα», σημειώνει και προσθέτει ότι δεδομένα της έρευνα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και στον τομέα της ασφάλισης έναντι των σεισμών. «Οι ασφαλιστικές εταιρίες υπολογίζουν αυτά τα ασφάλιστρα που πληρώνει ο κάθε ιδιώτης βάσει της σεισμικής επικινδυνότητας. Ο τρόπος που προτείνουμε θα φέρει κάποιες αλλαγές στον τρόπο που υπολογίζουμε τον σεισμικό κίνδυνο κάθε περιοχής, οπότε αυτό μετά τροφοδοτεί κάποια άλλα ζητήματα, όπως τους συντελεστές δόμησης που είναι ο αστικός σχεδιασμός», επισημαίνει. «Η παρούσα μελέτη ανοίγει έναν διάλογο με τη διεθνή επιστημονική κοινότητα» Η μελέτη που εκπονήθηκε έτυχε θετικής υποδοχής από ειδήμονες σεισμολόγους στην Καλιφόρνια, μία περιοχή που πρωτοπορεί στην έρευνα για τους σεισμούς και τα ενεργά ρήγματα. Έτσι, όπως τονίζει η κυρία Μουσλοπούλου, ανοίγεται ένας όμορφος διάλογος με τη διεθνή επιστημονική κοινότητα - ένας διάλογος που έως τώρα δεν ήταν εφικτός, καθώς επικρατούσε η αντίληψη ότι τα δεδομένα εκτός Καλιφόρνιας ήταν ελλιπή ή δεν είχαν κατανοηθεί σωστά. «Η έρευνα αυτή, που έγινε κυρίως στην Ελλάδα, απέδειξε ότι, στην πραγματικότητα, τα δεδομένα της Καλιφόρνιας είναι εκείνα που αποτελούν την εξαίρεση. Οι Έλληνες επιστήμονες όχι μόνο έδειξαν ότι μπορούν να ηγηθούν έρευνας υψηλού επιπέδου, αλλά ότι είναι ικανοί να αμφισβητήσουν κατεστημένες αντιλήψεις και επιστημονικά μοντέλα. Τα αποτελέσματά μας μπορούν να βοηθήσουν τους επιστήμονες που «χτίζουν» μοντέλα εκτίμησης σεισμικού κινδύνου στην Ελλάδα (αλλά και διεθνώς) να προσαρμόσουν τις μεθόδους τους στη νέα αυτή προσέγγιση - δηλαδή, να χρησιμοποιούν πλήρεις (κλειστούς) σεισμικούς κύκλους ως βάση για την πρόβλεψη μελλοντικών σεισμικών γεγονότων», επισημαίνει και καταλήγει: «Οι Καλιφορνέζοι υποδέχθηκαν με ιδιαίτερα θερμό τρόπο τα αποτελέσματα αυτή της μελέτης επειδή, για πρώτη φορά, συγκεντρώθηκαν τα καλύτερα διαθέσιμα παλαιοσεισμολογικά δεδομένα από όλο τον κόσμο (συμπεριλαμβανομένων περιοχών με πολύ διαφορετική τεκτονική συμπεριφορά), αναλύθηκαν με προσοχή, και εντοπίστηκαν συσχετίσεις που δεν ήταν αναμενόμενες. Αν και κάποια από τα αποτελέσματα «αμφισβήτησαν» κατεστημένες αντιλήψεις, που μέχρι τώρα τροφοδοτούσαν μοντέλα σεισμικού κινδύνου παγκοσμίως, οι συνάδελφοι από τις ΗΠΑ καλωσόρισαν τα νέα αποτελέσματα. Συνολικά, ειδήμονες γεωσεισμολόγοι και σεισμολόγοι από την Καλιφόρνια, τη Νέα Ζηλανδία και την Ιαπωνία επαίνεσαν τη δουλειά, δηλώνοντας ότι ανοίγει νέους δρόμους προς την καλύτερη κατανόηση των ρηγμάτων και σεισμών παγκοσμίως». View full είδηση
-
Διεθνής επιστημονική μελέτη με επικεφαλής ερευνήτρια του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, προτείνει μία νέα προσέγγιση στον υπολογισμό πρόβλεψης σεισμικού κινδύνου ενώ αναλύει την επαναληψιμότητά μεγασεισμών (Μ>6) σε ενεργά ρήγματα παγκοσμίως. Παράλληλα η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Journal of Geophysical Research - Solid Earth, αναδεικνύει τη σημασία της παλαιοσεισμολογίας στην κατανόηση του φαινομένου των σεισμών και επιχειρεί να κατανοήσει καλύτερα τη σεισμική ωριμότητα (και συμπεριφορά) των ρηγμάτων «χτίζοντας»’ και αναλύοντας μία παγκόσμια βάση δεδομένων από 900 μεγάλους (Μ>6) προϊστορικούς και ιστορικούς σεισμούς που διέρρηξαν την επιφάνεια του Γης τα τελευταία περίπου 80.000 χρόνια σε πέντε τεκτονικά ενεργές περιοχές του πλανήτη - μεταξύ αυτών και η Ελλάδα. Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η κύρια ερευνήτρια του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και επικεφαλής της ερευνητικής προσπάθειας, Δρ. Βασιλική Μουσλοπούλου, εξετάζεται ουσιαστικά η «σεισμική ωριμότητα» πολλών ενεργών σεισμικών ρηγμάτων παγκοσμίως κι επιδιώκεται η κατανόηση της μελλοντικής συμπεριφοράς τους, όχι όμως για να «προβλέψει» τον επόμενο μεγάλο σεισμό (αυτό είναι αδύνατον), αλλά για να συμβάλει στο να δημιουργηθούν πιο αξιόπιστα μοντέλα πρόβλεψης σεισμικού κινδύνου παγκοσμίως. Σύμφωνα με την ερευνήτρια, οι γεωσεισμολόγοι (earthquake geologists), γνωρίζουν ότι οι σεισμοί παράγονται από θραύση πετρωμάτων κατά μήκος ενεργών ρηγμάτων. Οι μεγαλύτεροι από αυτούς (μέγεθος >6) διαρρηγνύουν την επιφάνεια του εδάφους, αφήνοντας το αποτύπωμά τους στο ανάγλυφο. Το αποτύπωμα αυτό, όπως τονίζει η Δρ. Μουσλοπούλου, δύναται να μελετηθεί και να μας δώσει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το μέγεθος και την ηλικία των ισχυρών προϊστορικών σεισμών που φιλοξενήθηκαν από ένα συγκεκριμένο ρήγμα, δηλαδή, την σεισμική ιστορία του ρήγματος. «Το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών ισχυρών σεισμών σε ένα ρήγμα αντιστοιχεί σε έναν σεισμικό κύκλο, ενώ η συχνότητα των ισχυρών σεισμών (σεισμικών κύκλων) στο συγκεκριμένο ρήγμα, ονομάζεται «ρυθμός επανάληψης». Αυτές οι δύο παράμετροι βρίσκονται στην καρδιά της ανάλυσής μας. Γνωρίζοντας πότε συνέβη ο τελευταίος ισχυρός σεισμός σε ένα ρήγμα, και τη μέση διάρκεια του σεισμικού του κύκλου, έχουμε κάποια ένδειξη για το πότε ενδέχεται να συμβεί ο επόμενος μεγάλος σεισμός», υπογραμμίζει. Με εικοσαετή εμπειρία στο πεδίο της Γεωσεισμολογίας η κυρία Μουσλοπούλου επισημαίνει τη σημασία που έχει η παλαιοσεισμολογία ως εργαλείο για την επέκταση του χρονικού παραθύρου καταγραφής ισχυρών σεισμών ανά ρήγμα, από μερικές δεκάδες χρόνια (που προσφέρουν οι ενόργανες μετρήσεις) σε δεκάδες χιλιάδες χρόνια. Στην παρούσα μελέτη, όπως εξηγεί, ανέτρεξαν πίσω περίπου 80.000 χρόνια - κάτι το οποίο όπως αναφέρει είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή, κατά μέσο όρο, οι ισχυροί σεισμοί γεννιούνται από ένα ενεργό ρήγμα ανά χρονικές περιόδους που ξεπερνούν κατά πολύ την ζωή μας, τις ενόργανες μετρήσεις μας, ή τις ιστορικές μας καταγραφές. «Συνεπώς, για να κατανοήσουμε πώς συμπεριφέρονται τα ρήγματα σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου, αν υπάρχουν γενικοί νόμοι που διέπουν τη σεισμική τους δράση ή σε τι οφείλονται οι διαφορές τους, θα πρέπει να στηριχτούμε στην «τέχνη» της «παλαιοσεισμολογίας». Για την έρευνα, για την οποία συνεργάστηκαν επιστήμονες από Ελλάδα, Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία, συγκεντρώθηκαν τα καλύτερα διατηρημένα «αρχεία» ισχυρών σεισμών ανά ρήγμα, στις πιο σεισμογενείς περιοχές της Γης, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων ρηγμάτων που έχουν «σπάσει» σε ιστορικούς χρόνους. Τα αποτελέσματα της έρευνας, όπως υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η επικεφαλής ερευνήτρια, «δείχνουν ότι η πλειοψηφία των ρηγμάτων που μελετήθηκαν δεν είναι ακόμα «ώριμα» για να δώσουν ισχυρό σεισμό - με εξαίρεση την Καλιφόρνια, όπου πολλά ρήγματα έχουν καθυστερήσει σημαντικά να «σπάσουν», σε σχέση με τη μέση διάρκεια του σεισμικού τους κύκλου». Επιπλέον, διαπίστωσαν ότι η χρήση του μέσου ρυθμού επανάληψης μεγάλων προϊστορικών σεισμών ανά ρήγμα, «προβλέπει» αρκετά ρεαλιστικά τον χρονισμό (timing) του τελευταίου ισχυρού ιστορικού σεισμού στα περισσότερα (80-100%) ρήγματα της Ελλάδας, της Νέας Ζηλανδίας, της Ιαπωνίας, της Καλιφόρνιας και της περιοχής Basin and Range των ΗΠΑ. Επομένως, σύμφωνα με την κυρία Μουσλοπούλου, «για να κατανοήσουμε καλύτερα τη μελλοντική συμπεριφορά των ρηγμάτων παγκοσμίως και να δημιουργήσουμε πιο αξιόπιστα μοντέλα πρόβλεψης σεισμικού κινδύνου, προτείνουμε ότι οι επιστήμονες θα πρέπει να εξετάζουν το χρονικό διάστημα ανάμεσα στον προτελευταίο και στον τελευταίο μεγάλο σεισμό ανά ρήγμα -δηλαδή έναν πλήρη σεισμικό κύκλο στη ζωή του ρήγματος- αντί να βασίζονται μόνο στον χρόνο που έχει περάσει από τον πιο πρόσφατο ισχυρό σεισμό - όπως γίνεται τώρα. Αυτή η προσέγγιση αντικατοπτρίζει πιο πιστά τα μοτίβα σεισμικής δραστηριότητας που παρατηρούμε στα ρήγματα σε πολλές διαφορετικές περιοχές του κόσμου - με εξαίρεση την Καλιφόρνια». Η σημασία της έρευνας για την Ελλάδα Όσον αφορά την Ελλάδα, η έρευνα δείχνει ότι, αν και τα παλαιοσεισμολογικά δεδομένα στη χώρα μας είναι λιγοστά και εστιάζουν κυρίως σε ρήγματα που έδωσαν ισχυρούς σεισμούς πρόσφατα, είναι υπερπολύτιμα αφού συνέβαλαν στην εξαγωγή συμπερασμάτων για την επαναληψιμότητα των σεισμών παγκοσμίως. «Η σεισμική συμπεριφορά των ρηγμάτων της Ελλάδος αναφορικά με την επαναληψιμότητα των ισχυρών προϊστορικών σεισμών, παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά με εκείνα των ρηγμάτων σε στις υπόλοιπες περιοχές που μελετήθηκαν παγκοσμίως - με εξαίρεση την Καλιφόρνια. Διαπιστώσαμε, επίσης, ότι σχεδόν όλοι οι ισχυροί ιστορικοί σεισμοί στην Ελλάδα συνέβησαν (λίγο-πολύ) τότε που τους περιμέναμε - εννοώ εκ των υστέρων, κοιτώντας πίσω στον χρόνο και με βάση τη μέση διάρκεια του σεισμικού κύκλου του κάθε ρήγματος που έσπασε. Παράλληλα, παρατηρήσαμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ρηγμάτων στην Ελλάδα για τα οποία έχουμε αρχεία προϊστορικών σεισμών, είναι εκείνα που έχουν ήδη «σπάσει» πρόσφατα (στους ιστορικούς χρόνους)», σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κυρία Μουσλοπούλου ενώ προτρέπει την επιστημονική κοινότητα στην Ελλάδα να αποκωδικοποιήσει την σεισμική ιστορία των ενεργών ρηγμάτων που δεν έχουν δώσει ισχυρούς σεισμούς στους ιστορικούς χρόνους, γιατί έτσι θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε εκείνα που είναι «ώριμα» (ή και «υπερώριμα») για θραύση στο κοντινό μέλλον. Όπως τονίζει η Ελλάδα αν κι έχει πάρα πολλά ρήγματα, έχει μελετηθεί η σεισμική ιστορία σε λιγότερο από το 10% αυτών. «Αυτό αφήνει πολλά περιθώρια για βελτίωση αναφορικά με συλλογή προϊστορικών δεδομένων ισχυρών σεισμών στην Ελλάδα, που είναι ο μόνος δρόμος για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα ποια ρήγματα είναι κοντά σε θραύση και πόσο μεγάλοι θα είναι οι σεισμοί που θα γεννηθούν, καθώς όλα τα ρήγματα δεν δίνουν το ίδιο μεγάλους σεισμούς. Παρότι είμαστε μία από τις πιο πλούσιες σε ισχυρούς σεισμούς χώρες του κόσμου, ταυτόχρονα είμαστε και η χώρα με τις λιγότερες καταγραφές προϊστορικών σεισμών και τη σχετικά ελλιπή καταγραφή των ενεργών ρηγμάτων της πατρίδας μας», υπογραμμίζει η κυρία Μουσλοπούλου. Σύμφωνα με την ίδια, χρειάζεται να καταγραφούν όλα ή όσο το δυνατόν περισσότερα από τα ενεργά ρήγματα στον χερσαίο και θαλάσσιο χώρο της Ελλάδος ενώ προτεραιότητα επίσης χρειάζεται να δοθεί και στη μελέτη εκείνων των ρηγμάτων που είναι κοντά σε πόλεις και έχουν μεγάλο μήκος. «Θα πρέπει να καταγράψουμε τη σεισμική ιστορία όσο περισσότερων ενεργών ρηγμάτων μπορούμε για να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε patterns, δηλαδή σεισμικές συμπεριφορές, και συγκεκριμένα ποια ρήγματα είναι κοντά σε θραύση. Δεν υπάρχει πρόγνωση, ούτε είμαστε κοντά σε κάποια πρόγνωση. Ωστόσο μπορούμε να βελτιώσουμε τον υπολογισμό της σεισμικής επικινδυνότητας ανά περιοχή και πού βρίσκονται οι πιο σημαντικές σεισμικές πηγές», υπογραμμίζει. Παράλληλα η μελέτη ανέδειξε επίσης και το ζήτημα της εφαρμογής μοντέλων «τύπου Καλιφόρνιας» στα ελληνικά δεδομένα (αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο), η οποία σύμφωνα με τους συντελεστές της έρευνας πιθανόν εισάγει μεροληψία και σφάλματα στην προσπάθεια υπολογισμού σεισμικού κινδύνου . «Η νέα μελέτη προσφέρει μια ευκαιρία να επανεξεταστεί αυτή η προσέγγιση», σημειώνει η κυρία Μουσλοπούλου. Επιπλέον, μία εφαρμογή σε πρακτικό επίπεδο που θα μπορούσε να έχει η έρευνα, όπως τονίζει, είναι στους συντελεστές δόμησης των κτιρίων. «Αυτοί υπολογίζονται βάσει της σεισμικής επικινδυνότητας κάθε περιοχής. Ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται τώρα η σεισμική επικίνδυνότητα ενδεχομένως να αλλάξει. Και αυτό να φέρει κάποιες αλλαγές, αν εφαρμοστεί, στους οικοδομικούς κώδικες που έχει θεσπίσει η Ελλάδα», σημειώνει και προσθέτει ότι δεδομένα της έρευνα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και στον τομέα της ασφάλισης έναντι των σεισμών. «Οι ασφαλιστικές εταιρίες υπολογίζουν αυτά τα ασφάλιστρα που πληρώνει ο κάθε ιδιώτης βάσει της σεισμικής επικινδυνότητας. Ο τρόπος που προτείνουμε θα φέρει κάποιες αλλαγές στον τρόπο που υπολογίζουμε τον σεισμικό κίνδυνο κάθε περιοχής, οπότε αυτό μετά τροφοδοτεί κάποια άλλα ζητήματα, όπως τους συντελεστές δόμησης που είναι ο αστικός σχεδιασμός», επισημαίνει. «Η παρούσα μελέτη ανοίγει έναν διάλογο με τη διεθνή επιστημονική κοινότητα» Η μελέτη που εκπονήθηκε έτυχε θετικής υποδοχής από ειδήμονες σεισμολόγους στην Καλιφόρνια, μία περιοχή που πρωτοπορεί στην έρευνα για τους σεισμούς και τα ενεργά ρήγματα. Έτσι, όπως τονίζει η κυρία Μουσλοπούλου, ανοίγεται ένας όμορφος διάλογος με τη διεθνή επιστημονική κοινότητα - ένας διάλογος που έως τώρα δεν ήταν εφικτός, καθώς επικρατούσε η αντίληψη ότι τα δεδομένα εκτός Καλιφόρνιας ήταν ελλιπή ή δεν είχαν κατανοηθεί σωστά. «Η έρευνα αυτή, που έγινε κυρίως στην Ελλάδα, απέδειξε ότι, στην πραγματικότητα, τα δεδομένα της Καλιφόρνιας είναι εκείνα που αποτελούν την εξαίρεση. Οι Έλληνες επιστήμονες όχι μόνο έδειξαν ότι μπορούν να ηγηθούν έρευνας υψηλού επιπέδου, αλλά ότι είναι ικανοί να αμφισβητήσουν κατεστημένες αντιλήψεις και επιστημονικά μοντέλα. Τα αποτελέσματά μας μπορούν να βοηθήσουν τους επιστήμονες που «χτίζουν» μοντέλα εκτίμησης σεισμικού κινδύνου στην Ελλάδα (αλλά και διεθνώς) να προσαρμόσουν τις μεθόδους τους στη νέα αυτή προσέγγιση - δηλαδή, να χρησιμοποιούν πλήρεις (κλειστούς) σεισμικούς κύκλους ως βάση για την πρόβλεψη μελλοντικών σεισμικών γεγονότων», επισημαίνει και καταλήγει: «Οι Καλιφορνέζοι υποδέχθηκαν με ιδιαίτερα θερμό τρόπο τα αποτελέσματα αυτή της μελέτης επειδή, για πρώτη φορά, συγκεντρώθηκαν τα καλύτερα διαθέσιμα παλαιοσεισμολογικά δεδομένα από όλο τον κόσμο (συμπεριλαμβανομένων περιοχών με πολύ διαφορετική τεκτονική συμπεριφορά), αναλύθηκαν με προσοχή, και εντοπίστηκαν συσχετίσεις που δεν ήταν αναμενόμενες. Αν και κάποια από τα αποτελέσματα «αμφισβήτησαν» κατεστημένες αντιλήψεις, που μέχρι τώρα τροφοδοτούσαν μοντέλα σεισμικού κινδύνου παγκοσμίως, οι συνάδελφοι από τις ΗΠΑ καλωσόρισαν τα νέα αποτελέσματα. Συνολικά, ειδήμονες γεωσεισμολόγοι και σεισμολόγοι από την Καλιφόρνια, τη Νέα Ζηλανδία και την Ιαπωνία επαίνεσαν τη δουλειά, δηλώνοντας ότι ανοίγει νέους δρόμους προς την καλύτερη κατανόηση των ρηγμάτων και σεισμών παγκοσμίως».
-
Το 96% των υδάτων κολύμβησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση ανταποκρίνονται στα αναγκαία ποιοτικά πρότυπα , το 85% χαρακτηρίζονται "εξαιρετικά" και μόνο το 1,5% χαρακτηρίζονται "μέτρια". Το επίπεδο ποιότητας παρέμεινε συνολικά σταθερό σε σχέση με το προηγούμενο έτος , ανακοίνωσε σήμερα ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (AEE). "Οι Ευρωπαίοι μπορούν να κολυμπήσουν με απόλυτη ασφάλεια στην μεγάλη πλειονότητα των σημείων κολύμβησης της ΕΕ που ανταποκρίνονται στα ποιοτικά πρότυπα", αναφέρεται στην ανακοίνωση της ευρωπαίας επιτρόπου Περιβάλλοντος Τζέσικα Ρόσγουολ. Ανάμεσα στα 22.000 σημεία που εξετάσθηκαν το 2024 εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά επίσης στην Αλβανία και την Ελβετία, η ποιότητα των υδάτων κατατάχθηκε στις κατηγορίες "εξαιρετική", "καλή", "επαρκής" και "κακή", ανάλογα με το επίπεδο των βακτηρίων που ανιχνεύθηκαν και με βάση την ρύπανση που προέρχεται κυρίως από τα λύματα και την κτηνοτροφία. Η Κύπρος είναι ο καλύτερος μαθητής με το 99,2% των υδάτων της να χαρακτηρίζονται "εξαιρετικής" ποιότητας. Ακολουθεί η Βουλγαρία με 97,9%, η Ελλάδα με 97%, η Αυστρία με 95,8% και η Κροατία με 95,2%. Στην βάση της κατάταξης, η Αλβανία, με μόνο το 16% των σημείων κολύμβησης σε "εξαιρετική" κατάσταση και πτώση 25 εκατοστιαίων μονάδων σε σχέση με τον περασμένο χρόνο, και η Πολωνία με 58,1%, με ελαφρά βελτίωση σε σχέση με το 2023. Κατά μήκος των θαλάσσιων ακτών η ποιότητα των υδάτων είναι συνολικά καλύτερη σε σχέση με τα εσωτερικά ύδατα, των ποταμών και των λιμνών, χάρη στην συχνότερη ανανέωσή του και στην ικανότητα αυτοκαθαρισμού. Οι ποταμοί και οι λίμνες είναι πιο ευαίσθητοι σε σχέση με τις παράκτιες ζώνες στην ρύπανση που προκαλείται από τις σφοδρές βροχοπτώσεις ή την θερινή ξηρασία. Το 2023, 321 σημεία κολύμβησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση χαρακτηρίσθηκαν "κακής" ποιότητας. Σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο, 67 βελτιώθηκαν. Για τις περιοχές όπου τα ύδατα χαρακτηρίζονται "κακής" ποιότητας οι εθνικές αρχές είναι υποχρεωμένες να απαγορεύουν την κολύμβηση για την επόμενη περίοδο, να λαμβάνουν μέτρα περιορισμού της ρύπανσης και εξάλειψης των κινδύνων για την υγεία των λουομένων. Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ View full είδηση
-
Το 96% των υδάτων κολύμβησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση ανταποκρίνονται στα αναγκαία ποιοτικά πρότυπα , το 85% χαρακτηρίζονται "εξαιρετικά" και μόνο το 1,5% χαρακτηρίζονται "μέτρια". Το επίπεδο ποιότητας παρέμεινε συνολικά σταθερό σε σχέση με το προηγούμενο έτος , ανακοίνωσε σήμερα ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (AEE). "Οι Ευρωπαίοι μπορούν να κολυμπήσουν με απόλυτη ασφάλεια στην μεγάλη πλειονότητα των σημείων κολύμβησης της ΕΕ που ανταποκρίνονται στα ποιοτικά πρότυπα", αναφέρεται στην ανακοίνωση της ευρωπαίας επιτρόπου Περιβάλλοντος Τζέσικα Ρόσγουολ. Ανάμεσα στα 22.000 σημεία που εξετάσθηκαν το 2024 εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά επίσης στην Αλβανία και την Ελβετία, η ποιότητα των υδάτων κατατάχθηκε στις κατηγορίες "εξαιρετική", "καλή", "επαρκής" και "κακή", ανάλογα με το επίπεδο των βακτηρίων που ανιχνεύθηκαν και με βάση την ρύπανση που προέρχεται κυρίως από τα λύματα και την κτηνοτροφία. Η Κύπρος είναι ο καλύτερος μαθητής με το 99,2% των υδάτων της να χαρακτηρίζονται "εξαιρετικής" ποιότητας. Ακολουθεί η Βουλγαρία με 97,9%, η Ελλάδα με 97%, η Αυστρία με 95,8% και η Κροατία με 95,2%. Στην βάση της κατάταξης, η Αλβανία, με μόνο το 16% των σημείων κολύμβησης σε "εξαιρετική" κατάσταση και πτώση 25 εκατοστιαίων μονάδων σε σχέση με τον περασμένο χρόνο, και η Πολωνία με 58,1%, με ελαφρά βελτίωση σε σχέση με το 2023. Κατά μήκος των θαλάσσιων ακτών η ποιότητα των υδάτων είναι συνολικά καλύτερη σε σχέση με τα εσωτερικά ύδατα, των ποταμών και των λιμνών, χάρη στην συχνότερη ανανέωσή του και στην ικανότητα αυτοκαθαρισμού. Οι ποταμοί και οι λίμνες είναι πιο ευαίσθητοι σε σχέση με τις παράκτιες ζώνες στην ρύπανση που προκαλείται από τις σφοδρές βροχοπτώσεις ή την θερινή ξηρασία. Το 2023, 321 σημεία κολύμβησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση χαρακτηρίσθηκαν "κακής" ποιότητας. Σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο, 67 βελτιώθηκαν. Για τις περιοχές όπου τα ύδατα χαρακτηρίζονται "κακής" ποιότητας οι εθνικές αρχές είναι υποχρεωμένες να απαγορεύουν την κολύμβηση για την επόμενη περίοδο, να λαμβάνουν μέτρα περιορισμού της ρύπανσης και εξάλειψης των κινδύνων για την υγεία των λουομένων. Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ
-
Τα πρώτα σημάδια ενδιαφέροντος από ψηφιακούς νομάδες για την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα έχουν αρχίσει να καταγράφουν στελέχη της αγοράς ακινήτων το τελευταίο διάστημα. Παρότι ακόμα η σχετική ζήτηση είναι διερευνητική και ανεπίσημη (δηλαδή μέσω γνωριμιών με ανθρώπους στην Ελλάδα), είναι σαφές ότι η χώρα διαθέτει τις προϋποθέσεις να διεκδικήσει με επιτυχία ένα σημαντικό μερίδιο από την «πίτα» των ψηφιακών νομάδων, δηλαδή ανθρώπων μεσαίων και υψηλών εισοδημάτων, οι οποίοι ενδιαφέρονται να μισθώσουν ένα ακίνητο, από το οποίο να μπορούν να εργάζονται απομακρυσμένα. Στελέχη του κλάδου επισημαίνουν ότι μέχρι στιγμής, η ζήτηση αυτή αφορά κυρίως βίλες στην Αττική Ριβιέρα, ωστόσο όσο μεγαλώνει το ενδιαφέρον, θα αρχίσει να καταγράφεται ενδιαφέρον και για άλλες περιοχές, που να προσφέρουν και πιο προσιτά ακίνητα. «Εχουμε ήδη γίνει αποδέκτες ζήτησης από ανθρώπους που εντάσσονται στην κατηγορία των ψηφιακών νομάδων. Μέχρι στιγμής, πρόκειται για στελέχη επιχειρήσεων από την Ισλανδία και τη Σουηδία, οι οποίοι ενδιαφέρονται να μετεγκατασταθούν στην Ελλάδα για περίοδο από έξι μήνες μέχρι κι ένα χρόνο. Ενδιαφέρονται για βίλες που κοστίζουν 2.000 έως 3.000 ευρώ/μήνα. Ωστόσο, είναι σαφές ότι πρόκειται είτε για ανώτερη στελέχη επιχειρήσεων, ή για ελεύθερους επαγγελματίες», σημειώνει στην «Κ», ο κ. Νάσος Γαβαλάς, επικεφαλής της Mint, εταιρείας διαχείρισης ακινήτων μέσω πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για ανθρώπους που είναι εξοικειωμένοι με το να εργάζονται από τρίτη χώρα, καθώς μέχρι πρόσφατα διέμεναν στην Ισπανία, που είναι μια μεγάλη αγορά για τη συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων. Πλέον, ένα μέρος των ανθρώπων έχει αρχίσει να εξετάζει την επιλογή της Ελλάδας, η οποία είναι και πιο προσιτή από οικονομικής πλευράς, ιδίως αν υπολογιστούν οι προδιαγραφές που προσφέρουν τα εδώ ακίνητα σε σχέση με το κόστος τους. «Αρχίζει και η Ελλάδα να μπαίνει στον χάρτη των ψηφιακών νομάδων», σημειώνει ο κ. Γαβαλάς. Ασφαλώς, η σταδιακή προσέλκυση των ψηφιακών νομάδων αναμένεται να επιδράσει καταλυτικά και στην αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων, καθώς θα επιτρέψει σε μία σειρά από επαγγελματίες να διευρύνουν το αντικείμενό τους και να μεταφέρουν ένα μέρος του αποθέματος των ακινήτων που διαχειρίζονται προς τη συγκεκριμένη αγορά. Ουσιαστικά δηλαδή, ορισμένα ακίνητα θα αξιοποιούνται μέσω μεσοπρόθεσμων μισθώσεων, διάρκειας από έξι έως 12 μήνες, αντί για το υφιστάμενο μοντέλο της εκμίσθωσης του κάθε διαμερίσματος ως τουριστικού καταλύματος, με την τιμή να διαμορφώνεται ανά διανυκτέρευση. Σημειωτέον ότι και η ίδια η Airbnb έχει περιγράψει τη διεύρυνση αυτή του μοντέλου λειτουργίας της, ήδη από τα πρώτα στάδια της πανδημίας. Συγκεκριμένα, ο αμερικανικός κολοσσός έκανε λόγο για σταδιακή στροφή και προς μισθώσεις μεγαλύτερης διάρκειας, προκειμένου να καλυφθούν και οι ανάγκες ενός διαφορετικού κοινού από το αμιγώς τουριστικό. Με τον τρόπο αυτό, θα μειωθεί και το ρίσκο από τυχόν μεταπτώσεις στον τουριστικό κλάδο, αλλά και θα ενισχυθούν τα έσοδα των ιδιοκτητών/επενδυτών, καθώς θα μπορέσουν να απευθυνθούν σε μια νέα, πολυπληθή ομάδα δυνητικών επισκεπτών. Για τον σκοπό αυτό, η ίδια η Airbnb δρομολογεί τον εμπλουτισμό των υπηρεσιών της, ώστε να παράσχει στους ιδιοκτήτες και τη δυνατότητα να προωθούν ακίνητα για μισθώσεις μεγαλύτερης διάρκειας. Οπως σημειώνουν στελέχη της αγοράς ακινήτων, η εξέλιξη αυτή θα εμπλουτίσει σημαντικά και τη λίστα των περιοχών ενδιαφέροντος για τους ξένους. Μέχρι σήμερα, με δεδομένο ότι το κοινό που αξιοποιεί τις βραχυχρόνιες μισθώσεις είναι τουρίστες, στην «πρώτη γραμμή» της ζήτησης βρίσκονται περιοχές εντός ή πέριξ του εμπορικού τριγώνου του κέντρου της Αθήνας (π.χ. Κουκάκι, Μοναστηράκι, Πλάκα, Γκάζι, Ψυρρή, Νέος Κόσμος, Μεταξουργείο, Κεραμεικός, πλ. Αττικής), δηλαδή πλησίον των τουριστικών αξιοθέατων, ή εναλλακτικά σημεία στα νότια προάστια της Αττικής, πλησίον του παράκτιου μετώπου. Με τη διεύρυνση της «δεξαμενής» των ξένων επισκεπτών, θα ενισχυθεί και η λίστα των περιοχών ζήτησης, με την ένταξη περιοχών που διαθέτουν ποιοτικά διαμερίσματα σύγχρονων προδιαγραφών, όπως π.χ. τα βόρεια και τα ανατολικά προάστια. Ουσιαστικά, δηλαδή, παρέχονται οι προϋποθέσεις για το άνοιγμα μιας εντελώς νέας αγοράς στον τομέα των ενοικιάσεων. Το κατά πόσον αυτή θα τροφοδοτηθεί με μια σταθερή και ικανή ροή επισκεπτών για να πυροδοτήσουν περισσότερες επενδύσεις στην αγορά κατοικίας, θα εξαρτηθεί από το πόσο σωστά θα οργανωθεί το άνοιγμα της χώρας προς το εξωτερικό και τα κίνητρα που ενδεχομένως να παρασχεθούν. Μεγάλα οφέλη Σύμφωνα με μελέτη του «MIT Enterprise Forum», εάν η Ελλάδα κατορθώσει να προσελκύσει 100.000 ψηφιακούς νομάδες σε ετήσια βάση, με μία μέση παραμονή έξι μηνών, το οικονομικό όφελος θα ξεπερνούσε το 1,6 δισ. ευρώ, ποσό που είναι αντίστοιχο των εσόδων που εισρέουν στην Ελλάδα από μία εβδομάδα παραμονής 2,5 εκατ. τουριστών. Υπολογίζεται ότι πριν από την πανδημία, τουλάχιστον τέσσερα εκατ. εργαζομένων απασχολούνταν απομακρυσμένα σε τρίτη χώρα, σε σχέση με την έδρα του εργοδότη τους. Μετά την πανδημία, υπολογίζεται ότι ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί ακόμα και σε 1 δισ. μέχρι το 2035, αποτελώντας μια πολύ σημαντική τάση σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό και προκειμένου η σχετική προσπάθεια να γίνει συντεταγμένα, προγραμματίζονται και νομοθετικές ρυθμίσεις από το υπουργείο Εξωτερικών, σε συνεργασία με το υπουργείο Μετανάστευσης. Συγκεκριμένα, σχεδιάζεται να εκδίδεται μια νέα «ψηφιακή βίζα», διάρκειας ενός έτους, με δυνατότητα επέκτασης για δύο ακόμα χρόνια. View full είδηση
-
Η Ελλάδα και η Νέα Ζηλανδία είναι από τις πρώτες χώρες στις οποίες η Google ενεργοποιεί την υπηρεσία Android Earthquake Alerts. Η υπηρεσία απευθύνεται σε κατόχους android smartphone χρησιμοποιώντας τους αισθητήρες που αυτό ενσωματώνει, προκειμένου να ενημερώσει τον κάτοχό του για επικείμενο σεισμό καθώς και τρόπους προστασίας. Όπως αναφέρει η Google, οι χρήστες κινητών Android θα λαμβάνουν αυτόματες έγκαιρες ειδοποιήσεις κάθε φορά που σημειώνεται σεισμός στη περιοχή τους ενώ όσοι δεν επιθυμούν να λαμβάνουν αυτές τις ειδοποιήσεις θα μπορούν να απενεργοποιήσουν την υπηρεσία από τη συσκευή τους. Για να γίνει κάτι τέτοιο εφικτό, η υπηρεσία χρησιμοποιεί το επιταχυνσιόμετρο που διαθέτουν σχεδόν όλα τα android smartphones της αγοράς για τον εντοπισμό σεισμικών κυμάτων που υποδεικνύουν την πιθανότητα σεισμού. Εάν το κινητό καταγράψει μια δόνηση την οποία “αντιλαμβάνεται” ως σεισμική, τότε στέλνει σήμα στο διακομιστή ανίχνευσης σεισμών, μαζί με υπόδειξη της περιοχής όπου σημειώθηκε η δόνηση. Στη συνέχεια, ο διακομιστής διασταυρώνει τις πληροφορίες από πολλά κινητά ώστε να εντοπίσει το σεισμό, το μέγεθος του, και την ακριβή τοποθεσία του. Η υπηρεσία Android Earthquake Alert λανσαρίστηκε τον Αύγουστο του 2020, με τη Google να συνεργάζεται με το United States Geological Survey (USGS) και το ShakeAlert, παρέχοντας έγκαιρες ειδοποιήσεις στους χρήστες Android στην Καλιφόρνια. Στη συνέχεια, η υπηρεσία επεκτάθηκε στο Όρεγκον, ενώ μέσα στο Μάιο θα είναι διαθέσιμη και στην Ουάσιγκτον. View full είδηση
-
έχρι το 2050 η χώρα μας, όπως και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, θα πρέπει να έχει σταματήσει να εκλύει αέρια που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου -ή, έστω, να δεσμεύει από την ατμόσφαιρα ισοδύναμη ποσότητα όσων εκλύει. Θα πρέπει να γίνει "κλιματικά ουδέτερη". Το 2050, όμως, θα θέλουμε να έχουμε μια ακμάζουσα και αναπτυσσόμενη οικονομία, φτηνό ηλεκτρισμό, θέρμανση και ψύξη στα σπίτια, να κινούμαστε με αυτοκίνητα και μέσα μαζικής μεταφοράς, να παράγουμε βιομηχανικά προϊόντα και να απολαμβάνουμε, γενικά, τους καρπούς του ανθρώπινου πολιτισμού. Γι’ αυτό θα πρέπει να παράγουμε και να καταναλώνουμε ενέργεια. Στην εποχή μας, τρεις δεκαετίες πριν από το 2050, ο τομέας της ενέργειας προκαλεί το 40% των εκλύσεων που στέλνουμε στην ατμόσφαιρα. Από τους 96,1 εκατ. τόνους ισοδύναμου CO2 που εκλύονταν από την Ελλάδα το 2018, οι 38,3 εκατ. προέρχονταν από εκεί."96 εκατομμύρια τόνοι" (ή, "μεγατόνοι") ακούγεται πολύ, και είναι, πράγματι, περισσότερο από ό,τι εκλύουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες παρόμοιου μεγέθους, όπως η Πορτογαλία ή η Ουγγαρία. Αλλά είναι κοντά στον μέσο όρο της Ε.Ε. και το χαμηλότερο νούμερο τα τελευταία 30 χρόνια. Το 1990 η χώρα μας έστελνε 105,8 μεγατόνους ισοδύναμου CO2 στην ατμόσφαιρα. Το 2005, τη χειρότερη χρονιά, έστειλε 139,1. To 2050 θα πρέπει να φτάσει στο μηδέν. Πώς θα το κατορθώσουμε; Και, επιπλέον, πώς θα γίνει αυτή η μετάβαση λύνοντας ταυτόχρονα τα πολλά και μεγάλα προβλήματα του ενεργειακού τομέα που έχουμε σήμερα, αναβαθμίζοντας τις υποδομές και τις υπηρεσίες, αυξάνοντας την ενεργειακή ασφάλεια, μειώνοντας την ενεργειακή φτώχεια και θωρακίζοντας έναν από τους κρισιμότερους κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα; Μια ερευνητική ομάδα του ΙΟΒΕ υπό τον συντονισμό του γενικού διευθυντή Νίκου Βέττα ανέλαβε για λογαριασμό της διαΝΕΟσις μια πλήρη και αναλυτική χαρτογράφηση του τομέα ενέργειας στη χώρα μας. Στην πολυσέλιδή έκθεσή τους, την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ (PDF) αναλύουν τα βασικά δεδομένα, τις θεσμικές αλλαγές που έχουν υλοποιηθεί ή δρομολογηθεί, τους στόχους της χώρας για το μέλλον και τις σημαντικότερες προκλήσεις που προκύπτουν. Επιπλέον, μπορείτε να διαβάσετε και ένα κείμενο πολιτικής (PDF) που προετοίμασε η ερευνητική ομάδα για το ίδιο θέμα με κεντρικό άξονα τον ρόλο του τομέα της ενέργειας στην επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας. Παρακάτω θα δούμε μερικά από τα βασικά σημεία της έρευνας συνοπτικά. 1. Ενέργεια & ελληνική οικονομία Ηπαραγωγή και η κατανάλωση ενέργειας επηρεάζουν την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή κάθε χώρας. Σχετίζονται άμεσα με το παραγωγικό μοντέλο της, τη βιομηχανία, τη φτώχεια και την ποιότητα ζωής των πολιτών. Ο ενεργειακός τομέας επηρεάζει κάθε οικονομία με δύο τρόπους: αφενός συνεισφέρει απευθείας στην προστιθέμενη αξία της οικονομίας με όλες τις δραστηριότητες της αλυσίδας παραγωγής και εφοδιασμού ενέργειας και των κλάδων που συνδέονται με τον ενεργειακό τομέα, και αφετέρου με την ευρύτερη επίδραση στην οικονομία, μέσω των τιμών των ενεργειακών προϊόντων, που επηρεάζουν κάθε οικονομική δραστηριότητα (σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά). Αξίζει να πούμε δυο λόγια για τον ρόλο που παίζει ο κλάδος αυτός στην ελληνική οικονομία. Διαβάστε Το Κείμενο Πολιτικής Για Την Ενέργεια (PDF) Η άμεση συμβολή του ενεργειακού τομέα στην ελληνική οικονομία εκτιμάται στο 3,8% του ΑΕΠ (2017), ενώ ο τομέας δίνει δουλειά σε περίπου 50.000 ανθρώπους, οι περισσότεροι εκ των οποίων απασχολούνται στο (χονδρικό και λιανικό) εμπόριο καυσίμων. Αν συνυπολογίσουμε και τους κλάδους που συνδέονται στενά με τον ενεργειακό, εκτιμάται ότι η ευρύτερη συνεισφορά του (ειδικότερα στην απασχόληση) είναι πολλαπλάσια. Σχεδόν το 1/3 των ελληνικών εξαγωγών προϊόντων είναι εξαγωγές ενεργειακών προϊόντων. Πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για προϊόντα πετρελαίου από τα ελληνικά διυλιστήρια. Η χώρα μας όμως εισάγει και πολλά προϊόντα ενέργειας -το 27% των ελληνικών εισαγωγών συνολικά, με τη συντριπτική πλειοψηφία να είναι αργό πετρέλαιο που εισάγουμε κυρίως από το Ιράκ, το Καζακστάν, τη Ρωσία και άλλες χώρες, και το περισσότερο από το οποίο επανεξάγεται μετά την επεξεργασία του στα ελληνικά διυλιστήρια. Γενικά, η αξία των ενεργειακών προϊόντων που εισάγουμε είναι μεγαλύτερη από αυτών που εξάγουμε (15 δισ. ευρώ έναντι 10,7 δισ. το 2019). Αξίζει δε να αναφέρουμε ότι ο κλάδος της ενέργειας έχει πολύ μεγάλη σημασία και για τα δημόσια έσοδα. Το 64% της τιμής της αμόλυβδης βενζίνης είναι δασμοί ή φόροι, για παράδειγμα. Τα έσοδα από τους ειδικούς φόρους στην ενέργεια έφταναν το 3% του ΑΕΠ το 2019, έναντι 1,8% που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος. Αυτό, μάλιστα είναι κάτι που άλλαξε από το 2010 και την αρχή της κρίσης και μετά. Με τα παραπάνω βλέπουμε ότι ο κλάδος της ενέργειας έχει μεγάλη σημασία για την οικονομία της χώρας. Τι περιλαμβάνει, όμως, "ο κλάδος της ενέργειας"; Η απάντηση είναι περίπλοκη και περιλαμβάνει πολλές πολύ σημαντικές και διαφορετικές μεταξύ τους δραστηριότητες, κάποιες εκ των οποίων σχετίζονται και αλληλοσυμπληρώνονται. "Κάθε ενεργειακό σύστημα, με την έννοια του συνόλου των διευθετήσεων με τις οποίες αξιοποιούνται φυσικοί πόροι για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής", γράφει ο Βάτσλαβ Σμιλ, "έχει τρεις θεμελιώδεις συνιστώσες: τους φυσικούς (ανανεώσιμους ή μη ανανεώσιμους) ενεργειακούς πόρους, την τεχνολογία μετατροπής τους σε διαθέσιμη ενέργεια και μια ποικιλία ειδικών χρήσεων των διαθέσιμων ροών ενέργειας". Η έρευνα αναλύει κάθε μία από αυτές τις συνιστώσες όπως λειτουργούν στη χώρα μας σε αναλυτικά κεφάλαια -εδώ θα καταγράψουμε μόνο ενδεικτικά μερικές από αυτές, μαζί με τα βασικά τους στοιχεία. Πριν ξεκινήσουμε την καταγραφή, όμως, αξίζει να σημειώσουμε τρία βασικά χαρακτηριστικά του τομέα στη χώρα μας: α) Σήμερα η Ελλάδα παραμένει μια οικονομία που στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα (άνθρακας, πετρέλαιο και φυσικό αέριο) και έχει μεγάλη εξάρτηση από εισαγωγές πρωτογενούς ενέργειας. β) Το 36,7% της ενέργειας που παράγεται στη χώρα καταναλώνεται για μεταφορές, το 24,3% για οικιακή κατανάλωση, το 22,8% στη βιομηχανία και το 13% στο εμπόριο και τις υπηρεσίες. γ) Τα βασικά προβλήματα του τομέα ξεκινούν από τις ελλείψεις στις υποδομές και το κόστος της ενέργειας και φτάνουν μέχρι τους ιλιγγιώδεις ανεξόφλητους λογαριασμούς της ΔΕΗ (περίπου 2,7 δισ. ευρώ το 2019). Αλλά ας τα δούμε ένα ένα. 2. Η ηλεκτρική ενέργεια Πολλοί ταυτίζουν τον κλάδο της ενέργειας με την ηλεκτρική ενέργεια. Η ηλεκτρική ενέργεια είναι, όμως, μόνο ένα τμήμα της ενεργειακής παραγωγής και κατανάλωσης μιας χώρας. Βεβαίως, είναι ίσως το πιο σημαντικό -και αναμένεται στο μέλλον να γίνει ακόμα σημαντικότερο. Η ηλεκτροπαραγωγή αναμένεται να τριπλασιαστεί μέσα στα επόμενα 50 χρόνια, κυρίως από τον εξηλεκτρισμό τομέων τελικής κατανάλωσης. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος στο κοντινό μέλλον θα χρησιμοποιεί ενέργεια από το δίκτυο ηλεκτρισμού για δραστηριότητες για τις οποίες έως τώρα έκαιγε ορυκτά καύσιμα. Η δε ηλεκτρική ενέργεια θα παράγεται ολοένα και περισσότερο από νέες, διαφορετικές πηγές. Αυτή η μετάβαση έχει ξεκινήσει και στην Ελλάδα. Η ισχύς ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα μειώνεται και παράλληλα οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος αυξάνονται θεαματικά τα τελευταία χρόνια. Πλέον το 1/3 της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα προέρχεται από τις ΑΠΕ. Σκεφτείτε ότι η εγκατεστημένη ισχύς των φωτοβολταϊκών σταθμών στη χώρα πενταπλασιάστηκε μόνο μέσα σε δύο χρόνια, από το 2011 ως το 2013. Βεβαίως, διαχρονικά η χώρα μας βασίζεται σε κάποιο βαθμό στην καύση ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Σε κάποια νησιά που δεν είναι συνδεδεμένα με το κεντρικό δίκτυο ηλεκτρισμού της χώρας καίγονται ντίζελ και μαζούτ για να παραχθεί ηλεκτρικό ρεύμα ενώ, ως γνωστόν, στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες καίμε λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε μεγάλα εργοστάσια της ΔΕΗ, τα οποία βρίσκονται κοντά στις περιοχές όπου εξορύσσεται ο λιγνίτης, ένας γαιάνθρακας που περιέχει σχετικά χαμηλό ποσοστό άνθρακα. Το 2018, το 32,3% της ηλεκτροπαραγωγής προερχόταν από καύση λιγνίτη. Αυτή, ωστόσο, είναι μια πρακτική που -όπως φαίνεται και από το διάγραμμα-, σταδιακά μειώνεται και σύντομα θα σταματήσει τελείως. Εδώ και πολλά χρόνια, η καύση του λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι οικονομικά ασύμφορη. Καθώς εκλύει μεγάλες ποσότητες αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, η λειτουργία τέτοιων μονάδων κοστίζει πολλά σε δικαιώματα εκπομπών άνθρακα, η τιμή των οποίων ρυθμίζεται από το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της EE. To 2013 η μέση τιμή που αναγκάζονταν να πληρώνουν ρυπογόνες μονάδες παραγωγής ενέργειας και βιομηχανίες ήταν 4,4 ευρώ ανά τόνο CO2, αλλά το 2019 η τιμή είχε εκτοξευθεί στα 24,8 ευρώ ανά τόνο CO2, πράγμα που στην πράξη σημαίνει ότι, όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα, πλέον όλες οι λιγνιτοπαραγωγές μονάδες της ΔΕΗ είναι ζημιογόνες. Το ελληνικό κράτος έχει ήδη προγραμματίσει το κλείσιμό τους. Αυτό, βεβαίως, σημαίνει ότι τα 3,35 GW που παράγουν αυτές οι μονάδες θα πρέπει να αντικατασταθούν από άλλες πηγές από το 2023 και μετά και, βεβαίως, ότι οι περιοχές που στηρίζονταν οικονομικά από αυτά τα εργοστάσια θα πρέπει να στηριχθούν κατά τη μετάβασή τους σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Στη χώρα μας την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται την καταναλώνουν κυρίως οι υπηρεσίες (καταστήματα, γραφεία κλπ. -34,6% το 2019), τα σπίτια (33,6%) και η βιομηχανία (23,8% το 2019 -από 40,8% το 1990). Η ηλεκτρική ενέργεια, δε, κοστίζει ακριβά. Το 2019 η ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα είχε τις ακριβότερες τιμές χονδρικής σε ολόκληρη την ΕΕ. Αυτό όμως δεν μεταφράζεται σε πολύ υψηλές τιμές (σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα) για τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις, λόγω ευνοϊκότερης φορολογίας. Ωστόσο, καθότι οι δαπάνες για ενέργεια παραμένουν ένα από τα σημαντικότερα βάρη τόσο για τα νοικοκυριά, όσο και για τις επιχειρήσεις -με προφανείς επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητά τους, οι ερευνητές υπολόγισαν τις επιπτώσεις που θα είχε μια μείωση στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου στην ελληνική οικονομία. Εκτιμούν, λοιπόν, ότι μια μείωση 10% στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου θα είχε θεαματική θετική επίδραση στην οικονομία, προσθέτοντας σχεδόν 1 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ και 21.500 νέες θέσεις εργασίας. Πώς όμως φτάνει το ηλεκτρικό ρεύμα από την παραγωγή στην κατανάλωση; Στο πρώτο στάδιο στην Ελλάδα υπάρχει ένα κεντρικό Εθνικό Διασυνδεδεμένο Σύστημα (ΕΔΣ) με 12 χιλιάδες χιλιόμετρα καλώδια και 356 υποσταθμούς, το οποίο διαχειρίζεται η ανώνυμη εταιρεία ΑΔΜΗΕ και το οποίο συνδέεται με το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Σύστημα (μέσω Ιταλίας, Αλβανίας, Βουλγαρίας, Βόρειας Μακεδονίας και Τουρκίας). Υπάρχουν επίσης και 29 αυτόνομα δίκτυα στα μη-διασυνδεδεμένα νησιά (όπου, όπως είπαμε, κυρίως παράγεται ενέργεια με καύση μαζούτ και ντίζελ, και πλέον και από ΑΠΕ). Αξίζει να αναφέρουμε, εξάλλου, πως παρόλο που η παραγωγή ενέργειας στα νησιά αυτά έχει πολύ υψηλότερο κόστος, οι πολίτες εκεί πληρώνουν τα ίδια για ηλεκτρικό ρεύμα με τους υπόλοιπους Έλληνες. Η διαφορά καλύπτεται από τις χρεώσεις για "ΥΚΩ" στους λογαριασμούς όλων των νοικοκυριών της χώρας. Αυτό προγραμματίζεται να αλλάξει, βεβαίως, με την ολοκλήρωση της διασύνδεσης των νησιών με το ΕΔΣ τα επόμενα χρόνια. Από εκεί και πέρα, από τους υποσταθμούς του ΑΔΜΗΕ το ηλεκτρικό ρεύμα φτάνει στα σπίτια με ένα δίκτυο διανομής που έχει καλώδια μήκους 240 χιλιάδων χιλιομέτρων και εξυπηρετεί 7,6 εκατομμύρια πελάτες. Αυτό το δίκτυο το διαχειρίζεται ένας άλλος οργανισμός, ο Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας, γνωστός ως ΔΕΔΔΗΕ. Μία από τις σημαντικότερες προτεραιότητες για τα επόμενα χρόνια είναι η μετατροπή αυτού του δικτύου σε "έξυπνο δίκτυο" με 13 συγκεκριμένα έργα ψηφιοποίησης και αναβάθμισης των υποδομών, όπως η αντικατάσταση όλων των παλαιών μετρητών με ηλεκτρονικούς, "έξυπνους" μετρητές. Αυτές οι δομές και όλα αυτά τα αρκτικόλεξα δεν υπήρχαν πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ο ΑΔΜΗΕ ιδρύθηκε το 2011, ο ΔΕΔΔΗΕ το 2012. Αν και δεν έχει γίνει ευρέως αντιληπτό από την κοινωνία, ολόκληρη η δομή και η λειτουργία του δικτύου ηλεκτροδότησης της χώρας έχει αλλάξει ριζικά στη χώρα μας μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Πριν από μόλις λίγα χρόνια η ΔΕΗ είχε το απόλυτο μονοπώλιο στην παραγωγή, μεταφορά, διανομή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Αυτό έχει αλλάξει. Βεβαίως, η ΔΕΗ ακόμα ελέγχει περίπου το 50% της συνολικής παραγωγής και το 67,7% της προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά το σύστημα μεταφοράς και τα δίκτυα διανομής πλέον έχουν διαχωριστεί ιδιοκτησιακά, και δεκάδες ιδιωτικές εταιρείες ανταγωνίζονται πλέον στην παραγωγή και την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Μια άλλη εξαιρετικά σημαντική αλλαγή είναι το ότι τους τελευταίους μήνες -και πολύ καθυστερημένα-, η Ελλάδα άρχισε να εφαρμόζει το υπόδειγμα στόχος (target-model), ενώ εντάχθηκε και στις ενιαίες αγορές των ευρωπαϊκών δικτύων που ρυθμίζουν τις τιμές συντονισμένα από τον Δεκέμβριο του 2020, μέσω της διασύνδεσης με την Ιταλία. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη. Το άνοιγμα αυτών των νέων αγορών, που θα ρυθμίζουν καλύτερα τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος σε πραγματικό χρόνο ανάλογα με τις συνθήκες, την προσφορά και τη ζήτηση έγινε πολύ καθυστερημένα, αλλά είναι ένα απαραίτητο βήμα για τη διασύνδεση της απομονωμένης ελληνικής αγοράς με τα ευρωπαϊκά δίκτυα. 3. Τα ορυκτά καύσιμα Στην Ελλάδα χρησιμοποιούμε προϊόντα πετρελαίου κυρίως για θέρμανση και για κίνηση οχημάτων. Περίπου η μισή τελική κατανάλωση ενέργειας προέρχεται από τα προϊόντα πετρελαίου (53%). Είναι ένα υψηλό ποσοστό -το 5ο υψηλότερο στην ΕΕ- αλλά στο παρελθόν ήταν ακόμα μεγαλύτερο: δέκα χρόνια πριν ήταν στο 63%. Είναι αξιοσημείωτο το ότι τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν περισσότερα χρήματα για καύσιμα κίνησης (το 4,4% των δαπανών του μέσου νοικοκυριού) από ότι για ηλεκτρικό ρεύμα (3,1%) -κάτι το οποίο πιθανότατα σχετίζεται και με το ότι έχουμε την 3η ακριβότερη αμόλυβδη βενζίνη στην ΕΕ. Όπως αναφέραμε, ο πολύ σημαντικός ρόλος των ορυκτών καυσίμων στην ελληνική οικονομία αποτυπώνεται και από το μέγεθος των εξαγωγών προϊόντων πετρελαίου (το 28% των εξαγωγών της χώρας - από 7% το 2000). Αυτός ο τομέας, όμως, θα αντιμετωπίσει μεγάλες προκλήσεις στο μέλλον, καθώς η χώρα τις επόμενες δεκαετίες θα κληθεί -όπως όλες οι χώρες του κόσμου- να μειώσει ραγδαία τις εκπομπές διοξειδίου το άνθρακα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, αν όντως ληφθούν σοβαρά μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης διεθνώς, η ζήτηση για πετρέλαιο θα κορυφωθεί μέσα στη δεκαετία του 2020 και στη συνέχεια θα αρχίσει να υποχωρεί κατά περισσότερο από 50% μέχρι το 2040 στις ανεπτυγμένες οικονομίες (και κατά 10% στις αναπτυσσόμενες). Η χώρα μας εισάγει σχεδόν όλο το πετρέλαιο που χρησιμοποιεί, καθότι τα κοιτάσματα στην επικράτειά της παράγουν ελάχιστες ποσότητες (το κεφάλαιο 4 αναφέρει αναλυτικά την ιστορία αναζήτησης κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στη χώρα μας). Βεβαίως, το θέμα της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων που μπορεί να υπάρχουν στο Αιγαίο επανέρχεται πολύ συχνά στον δημόσιο διάλογο. Η έρευνα υποστηρίζει ότι υπό προϋποθέσεις η εκμετάλλευση υδρογονανθράκων "δεν αντιτίθεται μεσοπρόθεσμα στη διακηρυγμένη πολιτική απο-ανθρακοποίησης" και ότι "δύναται να αποτελέσει μια δραστηριότητα που θα συμβάλει στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας". Τονίζει, δε, και τη γεωπολιτική σημασία μιας αναβάθμισης του γεωπολιτικού ρόλου της χώρας στην περιοχή. Ωστόσο, υπογραμμίζει και τις προοπτικές που διαμορφώνονται από την πολιτική αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες εξασφαλίζουν ότι η ζήτηση για ορυκτά καύσιμα στο μέλλον θα είναι, όπως είπαμε, αναπόφευκτα μικρότερη. Κάτι που ασφαλώς θα επηρεάσει πιθανές μελλοντικές επενδύσεις που θα έχουν ορίζοντα δεκαετιών. Εκτός από το πετρέλαιο, όμως, υπάρχει και το φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο εκλύει λιγότερο CO2 και προσφέρεται για μια γρήγορη μείωση των εκπομπών, όταν αντικαθιστά τη χρήση άλλων ορυκτών καυσίμων. Στη χώρα μας μπήκε σχετικά πρόσφατα στο ενεργειακό μείγμα (μόλις το 1996) και πλέον καλύπτει περίπου το 17,3% της ακαθάριστης εγχώριας κατανάλωσης, ένα ποσοστό που αναμένεται να μείνει σταθερό μέχρι το 2030. Σημαντικά έργα υποδομής (αγωγοί, υπόγεια αποθήκη Καβάλας, ΑΣΦΑ Αλεξανδρούπολης) είναι επίσης υπό κατασκευή. Στη συνέχεια και η κατανάλωση αυτή θα πρέπει να μειωθεί, βεβαίως -το φυσικό αέριο θεωρείται μόνο μεταβατικό καύσιμο. Μολονότι όντως συνεισφέρει λιγότερο στο φαινόμενο του θερμοκηπίου από την καύση προϊόντων πετρελαίου, η διαφορά δεν είναι τόσο μεγάλη όσο νομίζουν πολλοί. Η τιμή αναφοράς του συντελεστή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα για το φυσικό αέριο είναι 44,6% μικρότερη από το λιγνίτη, 27,5% λιγότερη από το μαζούτ και 24,3% λιγότερη από το ντίζελ. Προς το παρόν η κατανάλωσή του παγκοσμίως αυξάνεται -με την εξαίρεση του 2020, λόγω πανδημίας-, αλλά σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις αναμένεται να κορυφωθεί μέχρι το 2040 (ή ακόμα και μέχρι το 2030, αν ληφθούν πιο ριζοσπαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης από όσα είναι ήδη προγραμματισμένα) και στη συνέχεια θα αρχίσει να μειώνεται ραγδαία. Στην Ευρώπη αυτή η υποχώρηση αναμένεται να αρχίσει νωρίτερα, από την τρέχουσα δεκαετία. 4. Η ενεργειακή αποδοτικότητα Ένα από τα σημαντικότερα θέματα που αφορούν τόσο τον ενεργειακό τομέα εν γένει όσο και τις πολιτικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης είναι το θέμα της ενεργειακής αποδοτικότητας. Είναι ένα κρίσιμο, σοβαρό πρόβλημα το οποίο συχνά περνά απαρατήρητο από τον δημόσιο διάλογο, στο οποίο όμως υπάρχουν πολύ μεγάλα περιθώρια για παρεμβάσεις και επενδύσεις, που όχι μόνο θα βελτίωναν τις προοπτικές επίτευξης των στόχων για το 2030 και το 2050, αλλά θα προσέφεραν και μια γερή τόνωση στην ελληνική οικονομία. "Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας", γράφουν οι ερευνητές, "η οποία υποστηρίζεται και προωθείται από την ενεργειακή πολιτική, απαιτεί σημαντικές επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν θέσεις εργασίας και προστιθέμενη αξία στην οικονομία. Παράλληλα, οδηγεί σε περιορισμό των δαπανών των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών για ενέργεια, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα και το διαθέσιμο εισόδημά τους, αντίστοιχα. Τα οφέλη είναι σημαντικά και για την ενεργειακή ασφάλεια των δικτύων, τα οποία θα είναι σε θέση να εξυπηρετούν τη ζήτηση πιο εύκολα. Επιπλέον, η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας είναι σημαντικό εργαλείο για τον περιορισμό της ενεργειακής φτώχειας". Αξίζει να θυμόμαστε ότι τα σπίτια στην Ελλάδα δαπανούν ενέργεια κυρίως για τη θέρμανση (60%) και για τη χρήση οικιακών συσκευών (20%). Το 55% των περίπου 6,4 εκατ. κατοικιών στην Ελλάδα (το 4,1 εκατ. από αυτές κατοικούνται) χτίστηκαν πριν από το 1981, οπότε έχουν χαμηλά επίπεδα θερμικής μόνωσης -ή και καθόλου. Μόλις το 6,4% των κατοικιών στην Ελλάδα ανήκουν στις ανώτερες ενεργειακές κλάσεις "Α" και "Β". Χρειάζονται, λοιπόν, μεγάλης έκτασης επεμβάσεις για την αναβάθμιση αυτού του κτηριακού αποθέματος (θερμομόνωση, αναβάθμιση συστημάτων θέρμανσης/ψύξης, αντικατάσταση κουφωμάτων κλπ.). Σύμφωνα με εκτιμήσεις, αν τα κτήρια κάθε είδους στην Ελλάδα πληρούσαν τις προδιαγραφές του νέου, εναρμονισμένου με τα ευρωπαϊκά πρότυπα Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτηρίων, τότε θα κατανάλωναν από 43% μέχρι 71% λιγότερη ενέργεια. Κι αυτό δεν έχει μόνο αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας και τις εκλύσεις που αυτή συνεπάγεται, αλλά και στα οικονομικά κάθε νοικοκυριού. Μια μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά 40% σημαίνει μείωση δαπάνης σχεδόν 500 ευρώ για ένα νοικοκυριό που πληρώνει 1.200-1.300 ευρώ ετησίως για ενέργεια. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι τέτοιες παρεμβάσεις κοστίζουν πολύ. Τα τελευταία δέκα χρόνια τα προγράμματα "Εξοικονόμηση Κατ’ Οίκον" που χρηματοδοτούν την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών στη Ελλάδα (κουφώματα, θερμομόνωση και άλλες τέτοιες παρεμβάσεις) οδήγησαν στην ανακαίνιση σχεδόν 100.000 κατοικιών. Το νέο πρόγραμμα "Εξοικονομώ-Αυτονομώ" (που έχει ήδη ενταχθεί στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας) πρόκειται να χρηματοδοτήσει την ενεργειακή αναβάθμιση πάνω από 180.000 κατοικιών. Για να φτάσουμε στο 2050 και τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας, ωστόσο, θα χρειαστούν πολύ περισσότερα. Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), για το οποίο θα μιλήσουμε και παρακάτω, προβλέπει την ανακαίνιση ή αντικατάσταση του 12%-15% του συνόλου των κατοικιών της χώρας ώστε να μετατραπούν σε κατοικίες σχεδόν μηδενικής ενεργειακής κατανάλωσης μέχρι το 2030. 5. Οι ενεργειακές πολιτικές που υπάρχουν ΗΕυρωπαϊκή Ένωση πρωταγωνιστεί στις παγκόσμιες προσπάθειες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Από την προηγούμενη δεκαετία κιόλας έχει θέσει για λογαριασμό των κρατών-μελών συγκεκριμένους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ώστε η ευρωπαϊκή οικονομία να καταστεί κλιματικά ουδέτερη μέχρι το 2050, συνεισφέροντας στον περιορισμό της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας στον πλανήτη όχι περισσότερο από 2οC μέχρι το τέλος του αιώνα, σε σύγκριση με τη μέση θερμοκρασία στην προ-βιομηχανική εποχή. Ως εκ τούτου, η ΕΕ έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά πλούσια δραστηριότητα ως προς την παραγωγή στρατηγικών, κειμένων πολιτικής, οδηγιών και κανονισμών που ισχύουν για όλα τα κράτη-μέλη. Και αυτά τα κείμενα περιέχουν και πολλούς ρυθμιστικούς κανόνες που αφορούν στην ενέργεια. Οι αρχικοί ποσοτικοί στόχοι πολιτικής της ΕΕ για την Ενέργεια και το Κλίμα (γνωστοί και ως στόχοι "20-20-20"), οι οποίοι νομοθετήθηκαν το 2009, είχαν χρονικό ορίζοντα μέχρι το 2020 και περιελάμβαναν: τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2020 κατά τουλάχιστον 20% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, την αύξηση του μεριδίου των ΑΠΕ μέχρι το 2020 τουλάχιστον στο 20% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας και τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας μέχρι το 2020 κατά τουλάχιστον 20%. Η ΕΕ συνολικά τα πήγε καλά ως προς αυτούς τους στόχους. Το ίδιο και η δική μας χώρα. Στο διάστημα που μεσολάβησε όπως είδαμε και παραπάνω έγινε μεγάλη πρόοδος στην ένταξη των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της Ελλάδας. Μεγάλο ρόλο στην επίτευξη των στόχων, ωστόσο, έπαιξε και το ότι στη δεκαετία που μεσολάβησε η χώρα υπέστη μια γιγάντια οικονομική κρίση, με μια συνακόλουθη συρρίκνωση της οικονομικής της δραστηριότητας. Πλέον η φαρέτρα των ρυθμιστικών κανόνων της ΕΕ έχει οδηγήσει στη δημιουργία μιας πληθώρας στρατηγικών σχεδίων και στη χώρα μας, από το "ΕΣΔΕΑ" για την ενεργειακή απόδοση και το "ΕΣΕΚ" που αναφέρθηκε και παραπάνω, μέχρι το "ΣΔΑΜ" για τις λιγνιτικές περιοχές. Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), το οποίο δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2019, ενσωματώνει τις βασικές κατευθύνσεις της πολιτικής της ΕΕ και αποτελεί το βασικό εργαλείο ενεργειακής πολιτικής της χώρας για την επίτευξη ποιοτικών και ποσοτικών στόχων την περίοδο 2021-2030. Το ΕΣΕΚ περιλαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής, τα οποία λαμβάνουν υπόψη το δυναμικό, τις τεχνικές ιδιαιτερότητες και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού ενεργειακού συστήματος στους τομείς της παραγωγής, διάθεσης και κατανάλωσης ενέργειας. Οι στόχοι που προβλέπει περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: Μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μέχρι το 2030 κατά τουλάχιστον 42% σε σύγκριση με το επίπεδο των εκπομπών το 1990 (και 56% έναντι του 2005). Αυτός ο στόχος, σύμφωνα με πρόσφατες ανακοινώσεις αναμένεται να αναθεωρηθεί, βεβαίως, από 42% σε τουλάχιστον 55%. Πράγμα που σημαίνει ότι μέχρι το 2030 η χώρα μας θα πρέπει να εκλύει περίπου 50 μεγατόνους ισοδύναμου CO2 Αύξηση του μεριδίου των ΑΠΕ τουλάχιστον σε 35% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας μέχρι το 2030 και μερίδιο των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή 61%-64% έως το 2030. Βελτίωση της Ενεργειακής Αποδοτικότητας (ΕΑ) κατά τουλάχιστον 38% μέχρι το 2030 σε σύγκριση με προβλέψεις που έγιναν το 2007. Μηδενικό μερίδιο του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή έως το 2028. Αλλά και αυτοί οι φιλόδοξοι στόχοι αργά ή γρήγορα θα επανεκτιμηθούν προς το ακόμα πιο φιλόδοξο. Το ΕΣΕΚ περιλαμβάνει μια σειρά από πολιτικές για την αγορά ενέργειας, τις ΑΠΕ, την ενεργειακή ασφάλεια, τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης αλλά και για την ενεργειακή μετάβαση σε διάφορους τομείς της ελληνικής οικονομίας (στο κεφάλαιο 10.4 της μελέτης μπορείτε να βρείτε μια αναλυτική παρουσίαση των πολιτικών). Μέρος των προτάσεων αυτών, δε, είναι επενδύσεις ύψους 43,8 δισ. ευρώ μέσα στην τρέχουσα δεκαετία οι οποίες, αν υλοποιηθούν, δεν θα βοηθήσουν μόνο στην επίτευξη των φιλόδοξων στόχων για τις εκλύσεις CO2, αλλά θα κινητοποιήσουν και την ελληνική οικονομία, καλύπτοντας μεγάλο μέρος του επενδυτικού κενού της προηγούμενης δεκαετίας. Αξίζει να αναφερθεί ότι πολλές από αυτές τις επενδύσεις έχουν ήδη ενταχθεί στην πρόταση της χώρας για την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ (προγράμματα και δράσεις για τις ανακαινίσεις κτηρίων, έργα ηλεκτρικών διασυνδέσεων και ΑΠΕ, έργα για την επέκταση της ηλεκτροκίνησης, απολιγνιτοποίηση και δίκαιη μετάβαση κ.ά.). To 37% των πόρων αυτών, που για την Ελλάδα θα ανέρχονται συνολικά σε περίπου 32,1 δισ. ευρώ (σε δάνεια και επιχορηγήσεις) προορίζονται αποκλειστικά για δράσεις 'πράσινης" ανάπτυξης. Στο κεφάλαιο 10.7 οι ερευνητές υπολογίζουν τη μακροοικονομική επίπτωση μιας τέτοιας επενδυτικής καταιγίδας σε υποδομές και μέτρα για την "πράσινη" ενέργεια όπως περιγράφονται. Την εκτιμούν σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,6 δισ. ευρώ σε βάθος δεκαετίας, 1,2 δισ. ευρώ επιπλέον δημόσια έσοδα, και 35.000 νέες θέσεις απασχόλησης στο ίδιο διάστημα. Αλλά, βεβαίως, η προσπάθεια δεν τελειώνει στο 2030. Τα κράτη-μέλη της ΕΕ είναι υποχρεωμένα να προετοιμάσουν και πιο μακροπρόθεσμα σχέδια για το 2050 και τον στόχο της ενεργειακής ουδετερότητας -δηλαδή για την περίπτωση της Ελλάδας το "96,1 μεγατόνοι" του 2018, που το 2030 πρέπει να έχει πάει στο "50 μεγατόνοι", θα πρέπει μέχρι το 2050 να πάει στο μηδέν. Η Μακροχρόνια Στρατηγική για το 2050 περιλαμβάνει μια σειρά από πολιτικές και στόχους που επεκτείνουν τα μέτρα που προβλέπονται στο ΕΣΕΚ και στην επόμενη εικοσαετία αλλά, καθότι αυτά δεν είναι σε καμία περίπτωση επαρκή για μια τόσο μεγάλης κλίμακας ενεργειακή μετάβαση, πλαισιώνονται και από άλλες, πιο "εξωτικές" πολιτικές που βασίζονται εν μέρει και σε νέες τεχνολογίες οι οποίες ακόμη είναι ανώριμες ή ασύμφορες, όπως η δέσμευση και αποθήκευση εκλυόμενου άνθρακα, μέθοδοι χημικής αποθήκευσης ενέργειας, ή η εκτεταμένη χρήση υδρογόνου σε εφαρμογές στη βιομηχανία, τις μεταφορές και αλλού. 6. Οι προτάσεις της έρευνας Μετά από όλα αυτά, η έρευνα καταλήγει σε μια σειρά από προτάσεις πολιτικής που συμπληρώνουν όσα προβλέπονται από τα προαναφερθέντα σχέδια και θέτουν και μια βασική προτεραιοποίηση για όσα πρέπει να γίνουν. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι τέσσερις άξονες στους οποίους θα πρέπει να δοθεί έμφαση στο επόμενο διάστημα και μαζί να γίνουν και σημαντικές επενδύσεις είναι: Βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας. Ανάπτυξη της παραγωγής ενέργειας με ΑΠΕ. Αναβάθμιση και ενίσχυση υποδομών στα δίκτυα ενέργειας για διευκόλυνση των ΑΠΕ και σταδιακή σύζευξη τομέων τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Δίκαιη μετάβαση των περιοχών που εξαρτώνται από το λιγνίτη. Εδώ θα αναφέρουμε επιγραμματικά μερικές από τις προτάσεις πολιτικής ανά τομέα: Για την εξοικονόμηση ενέργειας: Παροχή αποτελεσματικών κινήτρων (εκπτώσεις φόρων, επιδοτήσεις κλπ.), ώστε να αντιμετωπιστούν τα εμπόδια για επενδύσεις σε ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων (διάρθρωση κτηριακού αποθέματος, ελλιπής πληροφόρηση, αποτυχίες της αγοράς, έλλειψη τεχνικής εμπειρίας, ρυθμιστικά εμπόδια κ.ά.), Βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των δημοσίων κτηρίων. Προώθηση της χρήσης συστημάτων ΑΠΕ για κάλυψη θερμικών και ψυκτικών αναγκών. Προώθηση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης από εταιρείες ενεργειακών υπηρεσιών. Βελτιώσεις στον Κανονισμό Ενεργειακής Απόδοσης Κτηρίων (ΚΕΝΑΚ, κτήρια σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας) με καθορισμό σύγχρονων προδιαγραφών και αποτελεσματικό έλεγχο συμμόρφωσης. Για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας: Εξασφάλιση ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού με επαρκή ρευστότητα, αποτελεσματική εποπτεία και χρηματοοικονομική ακεραιότητα και αξιοπιστία, που θα συμβάλει στη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Διατήρηση υφιστάμενων και εφαρμογή νέων μέτρων μείωσης του ενεργειακού κόστους βιομηχανικών επιχειρήσεων. Διασφάλιση βιωσιμότητας και ρευστότητας του μηχανισμού χορήγησης λειτουργικής ενίσχυσης στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ. Σχεδιασμός του συστήματος στήριξης των ΑΠΕ μετά τη μετάβαση στο target-model. Προστασία των καταναλωτών και αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας. Διασφάλιση ικανοποιητικού ρυθμού είσπραξης των λογαριασμών ηλεκτρισμού. Λειτουργία αγοράς ή μηχανισμού αποζημίωσης διαθεσιμότητας ισχύος, με συμμετοχή και της ζήτησης. Σαφές κανονιστικό πλαίσιο για την αντικατάσταση παλαιωμένου εξοπλισμού μονάδων ΑΠΕ (repowering). Ανάπτυξη θεσμικού πλαισίου για θαλάσσια αιολικά πάρκα. Για το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας: Ψηφιοποίηση και αναβάθμιση. Οριστικοποίηση μοντέλου διενέργειας επένδυσης σε "έξυπνους" μετρητές και "ευφυή" δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και πηγών χρηματοδότησης. Εισαγωγή μηχανισμών οικονομικών κινήτρων στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις των δικτύων. Στενή συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών των δικτύων μεταφοράς και διανομής και διαλειτουργικότητα μεταξύ των συστημάτων. Καθορισμός ενιαίου πλαισίου ασφάλειας του κυβερνοχώρου στην ΕΕ συμπεριλαμβανομένων προληπτικών, διορθωτικών και αμυντικών σχεδίων για το ενεργειακό σύστημα. Για τις ενεργειακές υποδομές: Αναβάθμιση και ενίσχυση συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και διασυνδέσεων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου με γειτονικές χώρες. Υποστήριξη των ΑΠΕ που σχετίζονται με τις νέες τεχνολογίες (π.χ. υδρογόνο, βιοοικονομία κ.λπ.) και των "πράσινων" μεταφορών. Ανάπτυξη εθνικού σχεδίου για σταθμούς φόρτισης δημόσιας χρήσης με δεσμεύσεις σχετικά με την ταχύτητα αύξησης φορτίου και την επενδυτική προσέγγιση. Προετοιμασία του δικτύου και άλλων εγκαταστάσεων για λύσεις γρήγορης φόρτισης. Ανάπτυξη σταθμών γρήγορης φόρτισης σε αυτοκινητόδρομους. Κανονισμούς για την κατασκευή σταθμών φόρτισης σε κατοικίες και εμπορικά κτήρια. Διευκόλυνση της δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης στην ανάπτυξη δικτύου σταθμών φόρτισης με σταθερό και ελκυστικό για επενδύσεις επιχειρηματικό πλαίσιο για τη λειτουργία σε περιοχές με διαφορετικά χαρακτηριστικά, όπως αστικές και αγροτικές περιοχές. Και ακόμα: Αναπτυξιακός σχεδιασμός με στρατηγικές δράσεις και χρηματοδοτικά προγράμματα για τη δίκαιη μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών. Διαμόρφωση στρατηγικού μακροπρόθεσμου πλαισίου για την Έρευνα και Ανάπτυξη στον τομέα Ενέργειας με εστίαση: α) στο επιχειρηματικό και αναπτυξιακό δυναμικό της έρευνας στον ενεργειακό τομέα και β) σε συνεργασίες πανεπιστημίων, επιχειρήσεων και κράτους στον τομέα της καινοτομίας. Ανάπτυξη καινοτόμων τεχνολογιών εξοικονόμησης ενέργειας, έξυπνων δικτύων, τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας κ.ά. Ενεργή συμμετοχή των κεντρικών και τοπικών αρχών της χώρας για τη διευκόλυνση των σχεδιαζόμενων ή σε εξέλιξη έργων (διασύνδεση νησιών, ενίσχυση του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, επενδύσεις σε ΑΠΕ κ.ά.). View full είδηση
-
Σε φάση σημαντικών αλλαγών βρίσκεται το ενεργειακό σύστημα στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία. Η διείσδυση του φυσικού αερίου, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της εξοικονόμησης ενέργειας καθώς και η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αποτελούν τα νέα δεδομένα του. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, το 2017 στην τελική κατανάλωση ενέργειας τα πετρελαιοειδή προϊόντα είχαν μερίδιο 56%, η ηλεκτρική ενέργεια 28%, οι Ανανεώσιμες Πηγές 8% και τέλος το φυσικό αέριο 7%. Σε ό,τι αφορά την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για το 2019, καλύφθηκε κατά 35 % από φυσικό αέριο (από 30 % το 2018), 19 % από λιγνίτη (έναντι 30% την προηγούμενη χρονιά) και 23 % από ανανεώσιμες πηγές (έναντι 28 % το 2018). «Στο διάστημα το οποίο βρισκόμαστε σήμερα, υπάρχει το λεγόμενο καύσιμο μετάβασης από την παλιά εποχή στην καινούργια και αυτό δεν είναι άλλο από το φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο το οποίο υπάρχει στη χώρα μας θα επεκταθεί σε άλλες 39 πόλεις αποτελώντας τον καταλύτη μετάβασης στη νέα κατάσταση» ανέφερε ο Δημήτρης Κουσκουρίδης – πρόεδρος της μόνιμης επιτροπής ενέργειας ΤΕΕ-ΚΜ Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg NEF για το μέλλον του κλάδου της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, την οποία γνωστοποίησε πρόσφατα η ΔΕΗ το ελληνικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας θα αλλάξει με ταχείς ρυθμούς την τρέχουσα δεκαετία, αυξάνοντας το μέγεθός του κατά 55%, από 20GW εγκατεστημένη ισχύ, σε 31GW το 2030. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Ελλάδα θα αποκτήσει 18GW νέας παραγωγικής ισχύος, 67% της οποίας θα είναι αιολική και ηλιακή. Ήδη έως το 2025, η εγκατεστημένη ισχύς αιολικής και φωτοβολταϊκής ενέργειας θα είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερη σε σχέση με σήμερα. Την τελευταία δεκαετία μάλιστα παρατηρείται μια σταδιακή αποκλιμάκωση της συμμετοχής του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα και σύμφωνα με το εθνικό σχέδιο της χώρας για την ενέργεια και το κλίμα, μέχρι το 2028, όλες οι μονάδες που παράγουν ενέργεια από λιγνίτη θα κλείσουν. Μάλιστα το 2020 υπήρξε μια εβδομάδα 6-10 Μαϊού, κατά την οποία η χώρα πρακτικά, δεν είχε στο σύστημα ενέργεια από λιγνίτη. Η χώρα μας πάντως βρίσκεται πολύ μακριά από το να είναι ενεργειακά αυτάρκης. Ειδικότερα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2018 η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας μας αγγίζει το 70%. Την ίδια ώρα, ο κτιριακός τομέας απορροφά το 40% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας σε Ελλάδα και Ευρώπη. Έως το 2030, στόχος είναι το 15% των κτιρίων να έχει αναβαθμιστεί και θωρακιστεί ενεργειακά. «Η πληθώρα των κτιρίων έχουν κατασκευαστεί πριν το 1990, μιλάμε για εκατομμύρια σπίτια τα οποία πρέπει να θωρακιστούν. Το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας αυτό δείχνει, πολλά σπίτια χρειάζονται άμεσα ενίσχυση σε μονώσεις, κουφώματα, καλύτερα συστήματα θέρμανσης, και με καύσιμα πιο φιλικά στο περιβάλλον» σημειώνει ο κ. Κουσκουρίδης. Από την πλευρά του ο πρόεδρος του ΤΕΕ ΤΚΜ Γιώργος Τσακούμης υποστήριξε ότι ο στόχος απεξάρτησης από το λιγνίτη και χρήση καθαρής ενέργειας έως το 2050 είναι εφικτός. Για να συμβεί αυτό όμως θα πρέπει να αναπτύξουμε μεθόδους για να αποθηκεύουμε την περίσσεια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Το Ινστιτούτο Διεργασιών και Ενεργειακών Πόρων του ΕΚΕΤΑ επικεντρώνεται στην έρευνα για την καθαρή ενέργεια. Ενας από τους τομείς που μελετά είναι τη τεχνολογία του υδρογόνου, που είναι δύσκολη και ακριβή αλλά μας δίνει τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε με καλύτερο τρόπο τις ΑΠΕ, επισήμανε ο διευθυντής του, Δρ. Σπύρος Βουτετάκης. Απαιτούνται αρκετές επενδύσεις, είναι μια χρονοβόρα διαδικασία αλλά με την αποθήκευση θα περάσουμε σε ένα πιο καθαρό ενεργειακό μοντέλο. Πηγή: ΕΡΤ3 Ρεπορτάζ: ΕΥΤΕΡΠΗ ΜΟΥΖΑΚΙΤΗ View full είδηση
-
Τα δορυφορικά δεδομένα που επεξεργαζόμαστε καθημερινά στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών/meteo.gr δίνουν μια συνοπτική εικόνα της χιονοκάλυψης στη χώρα μας, αρκεί το έδαφος να μην καλύπτεται από πυκνά νέφη. Την τελευταία ημέρα του 2020 η δορυφορική εκτίμηση της συνολικής έκτασης χιονοκάλυψης στην Ελλάδα έδειξε ότι μόλις το 1.3% της χώρας μας καλύπτεται από χιόνι ενώ ο μέσος όρος της περιόδου 2004-2020 είναι 9% (Γράφημα). Και τον χειμώνα 2019-2020 η χιονοκάλυψη είχε κυμανθεί σε πολύ χαμηλά για την εποχή επίπεδα, όμως δύο σοβαρές κακοκαιρίας στα τέλη του Δεκεμβρίου 2019 (Ζηνοβία) και αρχές Ιανουαρίου 2020 (Ηφαιστίωνας) είχαν αυξήσει πρόσκαιρα τη χιονοκάλυψη, κάτι που φέτος δεν αναμένεται να συμβεί σύντομα. Την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου 2021 προβλέπονται χιονοπτώσεις σε μεγάλα υψόμετρα που δεν αναμένουμε να αυξήσουν σημαντικά τη χιονοκάλυψη. Γράφημα. Η ημερήσια πορεία της χιονοκάλυψης επί τοις 100 της έκτασης της Ελλάδας τον φετινό χειμώνα (κόκκινη καμπύλη) και ο μέσος όρος 16 ετών (μαύρη καμπύλη) όπως εκτιμήθηκαν από δορυφορικές μετρήσεις την περίοδο 2004 - 2020. Η χιονοκάλυψη είναι ένας σημαντικός παράγοντας του καιρού και του κλίματος μιας περιοχής καθώς για παράδειγμα βοηθά στην εκτίμηση εκδήλωσης ξαφνικών πλημμυρών και παρέχει την απαραίτητη ποσότητα νερού στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα. Πηγή: meteo.gr - https://www.meteo.gr/articles_all.cfm View full είδηση
