Η εν λόγω κινητικότητα εδράζεται στη θεμελιώδη σημασία της αποθήκευσης, που σε συνθήκες υπερπαραγωγής πράσινης ενέργειας με χιλιάδες φθηνές μεγαβατόρες να απορρίπτονται καθημερινά, οι μπαταρίες αναδεικνύονται στο νέο «must» της ενεργειακής μετάβασης, με την ποιοτική διαφορά σε σχέση με άλλες φάσεις της «πράσινης» αγοράς να είναι το γεγονός ότι πολύ περισσότερο σήμερα ο κλάδος της ενέργειας τείνει να αποτελεί «παιχνίδι για μεγάλους παίκτες».
Αδιαμφισβήτητα, η ενσωμάτωση των μπαταριών στο ηλεκτρικό σύστημα θα επιδράσει θετικά στη διαμόρφωση των τελικών τιμών ενέργειας για τον καταναλωτή, με την παραγόμενη φθηνή «πράσινη» ενέργεια να καθίσταται διαθέσιμη προς κατανάλωση και τις βραδινές ώρες, όταν και οι τιμές κορυφώνονται στο Χρηματιστήριο Ενέργειας σε απόρροια της υποχώρησης της συμμετοχής των ΑΠΕ (κυρίως φωτοβολταϊκών) στο ενεργειακό μίγμα της χώρας.
Επιπρόσθετα, η προσθήκη των μπαταριών διατηρεί και ισχυρή γεωπολιτική διάσταση, με το μέγεθος της αποθήκευσης να καταλήγει αντιστρόφως ανάλογο της εξάρτησης των χωρών από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, πράγμα που εν καιρώ πολέμου, , όπως κατά την τρέχουσα περίοδο, αποδεικνύεται κρίσιμη «αχίλλειος πτέρνα» για την ομαλή λειτουργία των ενεργειακών συστημάτων, με τις επιπτώσεις να διαχέονται στο σύνολο της οικονομίας, τόσο σε έκταση όσο και σε βάθος.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς που συνομίλησαν με τη «Ν», ο λόγος περί εξαγοράς assets αποθήκευσης γίνεται για τα έργα που θα προκριθούν μέσω της πρόσκλησης του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) για merchant μπαταρίες, με τη σχετική διαδικασία να βρίσκεται προσώρας στη φάση της αξιολόγησης των αιτημάτων που έχουν κατατεθεί, αναμένοντας τα τελικά αποτελέσματα μέσα στο επόμενο δίμηνο, όπως έχει εξαγγείλει η γενική γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, Δέσποινα Παληαρούτα. Το «παράθυρο ευκαιρίας» για υποψήφιους επενδυτές, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, εμφανίζεται στις περιπτώσεις μικρομεσαίων επενδυτών που έχουν «τρέξει» την όλη διαδικασία συμμετοχής στην πρόσκληση, αδυνατώντας, ωστόσο, στην περίπτωση που λάβουν Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης, να προχωρήσουν στην υλοποίηση των έργων, με τον βασικό λόγο να εδράζεται τόσο στη δυσκολία συμμόρφωσης με τους όρους της πρόσκλησης (αυστηρά χρονικά πλαίσια κ.λπ.) όσο και στην αδυναμία χρηματοδότησης, ενώ το πρόβλημα ξεκινάει από το κόστος διατήρησης της εγγυητικής επιστολής μέχρι τη διασφάλιση τραπεζικής χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία, οι τελικοί δικαιούχοι καλούνται, εφόσον αποδεχτούν τις Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης που θα εκδοθούν από τους Διαχειριστές για τα έργα τους, να υποβάλουν εγγυητικές επιστολές, με τα ποσά να προσδιορίζονται στα 200.000 ευρώ/MW για μπαταρίες που θα συνδεθούν στο δίκτυο του ΑΔΜΗΕ και στα 50.000 ευρώ/MW για εκείνες στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ. Επιπρόσθετα, τα έργα θα πρέπει να υλοποιηθούν, καταθέτοντας σχετική δήλωση ετοιμότητας στους Διαχειριστές, μέσα σε 18 μήνες, καθώς διαφορετικά καταπίπτουν οι εγγυητικές επιστολές.
Σε μειονεκτική θέση
Κατά συνέπεια, όπως σχολιάζουν οι ίδιες πηγές, το συνολικό κόστος προκύπτει ιδιαίτερα υψηλό για τις αντοχές ενός μικρομεσαίου επενδυτή που αντικειμενικά διατηρεί διαφορετικό βαθμό ευελιξίας τόσο στις συναλλαγές του με το τραπεζικό σύστημα όσο και κατά τη διαδικασία υλοποίησης του έργου, με αποτέλεσμα ανάλογα «αγκάθια» να αποτελούν το κομμάτι της χρηματοδότησης όσο και η τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων για τη διεκπεραίωση του έργου. Αναλυτικότερα, οι τράπεζες έχουν αυστηροποιήσει σημαντικά τους όρους χορήγησης εγγυητικών επιστολών, απαιτώντας υψηλότερα ποσοστά cash collateral, δηλαδή μεγαλύτερη δέσμευση κεφαλαίων εκ μέρους των επενδυτών, για να προχωρήσουν στη σχετική συναλλαγή.
Ως τούτου, ένα έργο ισχύος 50 MW με σύνδεση στον ΑΔΜΗΕ θα πρέπει να συνοδεύεται με εγγυητική επιστολή της τάξης των 10 εκατ. ευρώ, ποσό που δύσκολα μπορεί να διατηρήσει ένας μικρομεσαίος επενδυτής «παγωμένο» στην τράπεζα. Την ίδια στιγμή, όπως συμπληρώνουν οι ίδιες πηγές, οι όροι διαφοροποιούνται ανάμεσα στους «μεγάλους» και τους «μικρούς» παίκτες της αγοράς, με τους πρώτους να χαίρουν μικρότερων επιτοκίων, της τάξης του 0,6% ή 0,9%, όταν οι δεύτεροι καλούνται να διαχειριστούν ποσοστά 1% και 1,5% για τις εγγυητικές επιστολές.
Η εν λόγω διαφορετική προσέγγιση προκύπτει από το «background» της κάθε εταιρείας, με τις μεγαλύτερες εύλογα να διατηρούν καλύτερη πιστοληπτική ικανότητα και ανοιχτές χρηματοροές με τις τράπεζες, γεγονός που τους επιτρέπει και μεγαλύτερη ευελιξία στις όποιες συναλλαγές, παρά το γενικό ρίσκο της αγοράς, που στην περίπτωση των μικρομεσαίων επενδυτών καταλήγει να «βαραίνει» περισσότερο στη λήψη των τελικών αποφάσεων.
Αναζήτηση αγοραστών
Με άλλα λόγια, το βασικό πρόβλημα που ωθεί τους μικρομεσαίους επενδυτές να αναζητούν αγοραστές για τα έργα τους είναι από τη μία το ύψος της εγγυητικής επιστολής και από την άλλη το κόστος διατήρησης αυτής, με τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα να έρχονται συμπληρωματικά να δυσκολέψουν περαιτέρω το επιχειρησιακό σχέδιο.
Με δεδομένο ότι τα έργα που θα προκριθούν από την πρόσκληση του ΥΠΕΝ θα αποτελέσουν το επόμενο μεγάλο κύμα έργων αποθήκευσης στην Ελλάδα με ορίζοντα μέχρι το 2030, εύλογα κερδίζουν την προσοχή των υποψήφιων επενδυτών, καθώς αναγνωρίζουν ότι συνιστούν το βασικό όχημα για να μετρήσουν παρουσία στην ελληνική αγορά αποθήκευσης.
Επιλογή αποχής παρά το ενδιαφέρον
Σχετικά με τη συμμετοχή στη διαγωνιστική διαδικασία, όπως σχολιάζουν αρμόδιες πηγές, οι υποψήφιοι αγοραστές, παρά το εγγενές ενδιαφέρον τους να δραστηριοποιηθούν και στην αποθήκευση ενέργειας, επέλεξαν να μείνουν εκτός της πρόσκλησης ενδιαφέροντος, θέλοντας να αποφύγουν τόσο το κόστος της διαδικασίας όσο και το πρόσθετο κόστος από τη γραφειοκρατική αβεβαιότητα με τις αλλεπάλληλες καθυστερήσεις τόσο στην ολοκλήρωση της υποβολής αιτήσεων όσο και στην έκδοση των τελικών αποτελεσμάτων. Σε κάθε περίπτωση, οι διαστάσεις που δύναται να λάβει η εν λόγω δευτερογενής αγορά είναι συγκεκριμένες και καθορίζονται από το όριο αντισυγκέντρωσης των 500 MW που έχει θεσπίσει το ΥΠΕΝ και πρόκειται να «θωρακίσει» περαιτέρω νομικά με σχετικό άρθρο στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο.
Το εν λόγω όριο αντισυγκέντρωσης αφορά το μέγιστο μέγεθος ενός χαρτοφυλακίου για φυσικό ή νομικό πρόσωπο (συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων εταιρειών ή λοιπών συμμετοχών) μέχρι το 2029, ενώ ανάλογο όριο στα 250 MW έχει οριστεί κατά την ίδια λογική για έργα μέσω της πρόσκλησης. Υπό αυτό το πρίσμα, η δυνατότητα εξαγορών, τουλάχιστον για τους μεγάλους παίκτες της ελληνικής αγοράς, που ήδη αναπτύσσουν έργα από τους διαγωνισμούς αποθήκευσης και έχουν καταθέσει αιτήματα στο πλαίσιο της πρόσκλησης, είναι συγκεκριμένη έως περιορισμένη, με μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων να διαθέτουν funds και ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά των ΑΠΕ χωρίς ακόμη να μετράνε έργα αποθήκευσης στο χαρτοφυλάκιό τους.
0









